Ελλάδα –Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός

 

Η δράση του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα αν και έχει μακρά παράδοση, παραμένει άγνωστη τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ελληνική παροικία της Σουηδίας.
   Αρχίζει από τους Βαλκανικούς  πολέμους. Κορυφώθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
   Πολύ λιγότερα, σχεδόν τίποτα, είναι γνωστά για τον Γούναρ Σέντερσχιολτ ζωγράφο, επιχειρηματία και, δημοσιογράφο που έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην ενεργοποίηση της σουηδικής κοινής γνώμης, του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού και, της Σουηδικής Κυβέρνησης υπέρ των αναξιοπαθούντων Ελλήνων. Ο Γούναρ Σέντερσχιολτ βρίσκονταν στην Ελλάδα για επιχειρηματικές δουλειές πριν τον πόλεμο. Αμέσως, με την κήρυξη του πολέμου, βρέθηκε στο Αλβανικό μέτωπο καλύπτοντας σαν πολεμικός ανταποκριτής τις  πολεμικές επιχειρήσεις. Στη συνέχεια κάλυψε δημοσιογραφικά και τη γερμανική επίθεση. (Ο Τοξότης θ’ αναφερθεί στις ανταποκρίσεις αυτές).
   Επιστρέφοντας στη Σουηδία, το 1941, σε άρθρο του στην "Εφημερίδα της Στοκχόλμης" με τίτλο "Η Ελλάδα λιμοκτονεί –τα παιδιά πεθαίνουν από πείνα", παρομοιάζοντας την κατάσταση στην Ελλάδα σαν μια διαδρομή στην κόλαση του Δάντη, γράφει:
   "(...)Νόμιζα πως είχα δει ότι φρικτότερο υπάρχει στον κόσμο. Είχα δει εκτελέσεις με απαγχονισμό, αποκεφαλισμό, αποτυχημένες εκτελέσεις στην ηλεκτρική καρέκλα και, τις κραυγές των θυμάτων στο πεδίο μάχης στο Somme, Verdun και, Kemmel τόσο στις τελευταίες μάχες όπου οι πληγωμένοι βογκούσαν και εκλιπαρούσαν για λίγο νερό, όσο και στις προηγούμενες, όπου οι νεκροί βρίσκονταν άταφοι μισο σκεπασμένοι από χορτάρια σε όλα τα στάδια της αποσύνθεσης(...)
   Τίποτα όμως δεν μου προκάλεσε τόση αγανάκτηση, όση αυτά που αντίκρισα στην Αθήνα, σε νοσοκομεία βρεφών όπου δεκάδες παιδιά ξεψυχούσαν, όλα τους θύματα της πείνας. Ήταν καταδικασμένα. Δεν είχαν καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τα κορμάκια τους ήταν ζαρωμένα και παραμορφωμένα. Τα προσωπάκια τους ήταν όλο ρυτίδες. Μα το φοβερότερο ήταν τα υπερβολικά μεγάλα ματάκια τους, μ᾿ ένα βλέμμα ασύλητο, φορτωμένο χιλιόχρονη απελπισιά. Το τελευταίο διάστημα τα παιδιά που πεθαίνουν από πείνα χωρίς να καταλαβαίνουν γιατί (...)"
    Σε ένα βιβλίο του απευθύνει ένα ερώτημα, αν η Σουηδία πρόδωσε, εγκατέλειψε αβοήθητη την Ελλάδα. Το ερώτημα είναι ρητορικό –το βιβλίο γράφτηκε το 1943 και, η βοήθεια άρχισε το Φθινόπωρο του 1942– γιατί χάρι στις δικές του προσπάθειες αφυπνίσθηκε η σουηδική κοινή γνώμη. Ο πυρήνας των άρθρων του επικεντρώνεται για να τονίσει τις συνέπειες που έχουν για τους Έλληνες οι πολεμικές επιχειρήσεις, το αγγλικό εμπάργκο, οι επιτάξεις...
    Ο εφοδιασμός της Ελλάδας σε είδη διατροφής που και σε περίοδο ειρήνης ήταν επισφαλής, ύστερα από τον φοβερό χειμώνα του 40/41 ήταν κραυγαλέος. Η κατάσταση στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ήταν σωστή κόλαση. Οι φωτογραφίες που τράβηξε απεικονίζουν ανθρώπους κουρασμένους, κοκκαλιάρηδες, πρησμένους, πεινασμένους και ετοιμοθάνατους. Ειδικά τα παιδιά, προκαλούν τόση συγκίνηση που η σύντομη αυτοβιογραφία του που είναι γεμάτη από ταξίδια, δραστηριότητες και εκδηλώσεις, δικαιολογημένα αποκορυφώνεται με τη λακωνική φράση ”Πήρα την πρωτοβουλία για την ελληνική επιτροπή”. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα γρήγορα έγινε γνωστό σε όλο τον κόσμο. Παρόλη την λογοκρισία, την απομόνωση και, τους κανόνες εχεμύθειας έφθασαν οι πληροφορίες στις χώρες που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν –κύρια στην Αμερική.
   Οι εμπόλεμες ευρωπαϊκές χώρες Αγγλία, Γερμανία και Ιταλία ήταν, φυσικά, οι καλύτερα πληροφορημένες αλλά είχαν οι ίδιες μεγάλα προβλήματα επισιτισμού εξ αιτίας του πολέμου. Τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού στις χώρες αυτές αντάλλασσαν πληροφορίες και άτολμες, ασήμαντες προσπάθειες βοήθειας έγιναν αλλά ήταν περισσότερο συμβολικές παρά αποτελεσματικές. Ο μητροπολίτης Αθηναγόρας έκανε έκκληση στις Ηνωμένες Πολιτείες για βοήθεια. Ο Σπύρος Σκούρας το αφεντικό της Fox Corporation κινητοποίησε τον κόσμο του κινηματογράφου. Από πολλές πλευρές ιδιωτικές και επίσημες, έφθαναν εκκλήσεις σε όλον τον κόσμο αλλά χωρίς κανένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
   Ο Γκούνναρ, όσο ακόμα ήταν στην Αθήνα είχε ακούσει για ένα σκάνδαλο. Ένα φορτίο βοήθειας που είχε σταλεί από την Επιτροπή Πολεμικής Βοήθειας στην Ελλάδα. Το πλοίο είχε φθάσει στην Τουρκία. Το φορτίο, όμως, παρέμενε εκεί περιμένοντας τη μεταφορά του στην Ελλάδα. Κανένα εφοπλιστικό γραφείο δεν ήθελε να διακινδυνέψει. Τότε γεννήθηκε η ιδέα να χρησιμοποιηθεί ένα σουηδικό πλοίο για τη μεταφορά. Το συνδύασε με την ιδέα να δημιουργηθεί ένα σουηδο – ελβετικό όργανο που θα εγγυηθεί ότι, η βοήθεια θα φθάσει πραγματικά στον άμαχο πληθυσμό οδήγησε στην ίδρυση της Ελληνικής Επιτροπής Βοήθειας. Η πρόταση έγινε στοΣουηδικό Ερυθρό Σταυρό και, ο πρόεδρός της Πρίγκιπας Κάρλ, δέχτηκε την πρόκληση. Έφτιαξε αμέσως μια ναυτική επιτροπή, εξασφάλισε πλοία με ικανοποιητική χωρητικότητα για τη μεταφορά σιτηρών στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεσή πως οι εμπλεκόμενες δυνάμεις θα εξασφάλιζαν ασφαλή ναυσιπλοΐα.
   Ο Γκούνναρ ασκούσε πίεση, τώρα, και με τη βοήθεια άλλων όπως του καθηγητή Αχελ Πέρσσον από την Ουπσάλα. Οι λομπίστες αυτοί, έφτιαξαν τον πυρήνα μιας μικρής ομάδας διαμόρφωσης εικόνας ευνοϊκής για την Ελλάδα. Άρχισαν χρονοβόρες και πολύπλοκες διαπραγματεύσεις σε όλες τις άμεσα ενδιαφερόμενες πρωτεύουσες –Αθήνα, Ρώμη, Βερολίνο, Λονδίνο, Ουάσιγκτον και Μόντρεαλ.                  
   Το Σουηδικό Υπουργείο Εξωτερικών και, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός διεξήγαγαν τις συνομιλίες διακριτικά και πολύ αποτελεσματικά. Διαβήματα διασταυρώθηκαν σε ένα πολυσύνθετο διπλωματικό παιχνίδι στην ποιο ασυμφιλίωτη, ίσως, περίοδο του πολέμου πριν το Στάλινγκραντ. Τον Μάρτη του 1942 πέτυχαν οι δυό ουδέτερες χώρες Ελβετία και Σουηδία να πάρουν τη συγκατάθεση από τα εχθρικά στρατόπεδα ώστε, τα σουηδικά πλοία που θα μετέφεραν είδη διατροφής δεν θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να βυθιστούν. Θα ταξίδευαν σε προκαθορισμένη πορεία –γνωστή στους εμπόλεμους– προς τα ελληνικά λιμάνια. Σουηδικά εφοπλιστικά γραφεία έθεσαν αμέσως πλοία και πληρώματα στη διάθεση του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού. Σε όποιο λιμάνι και να βρίσκονταν τα πλοία, βάφτηκαν σύμφωνα με τη συμφωνία, άσπρα. Σε εμφανή σημεία ζωγράφισαν το σήμα του Ερυθρού Σταυρού καθώς και τα σουηδικά χρώματα, μπλέ και κίτρινο. Το πρώτο μεγάλο πλοίο απέπλευσε από το Γιέτεμποργ (Göteborg) το Μάρτη του 1942. Φόρτωσε δημητριακά στη Λισαβόνα και τη Χάϊφα. Ένα μήνα αργότερα ξεφόρτωσε στον Πειραιά. Τους επόμενους μήνες επεκτάθηκε η δραστηριότητα και στις αρχές του 1943 έξη μεγάλα πλοία διέσχιζαν τις εμπόλεμες ζώνες. Συνολικά χρησιμοποιήθηκαν 21 σουηδικά καράβια χωρητικότητας 133.700 τόνων.
    Ήταν ένα συναρπαστικό κεφάλαιο στην ιστορία της ναυσιπλοΐας, ταυτόχρονα όμως, γεμάτο πολλούς κινδύνους. Μια παρανόηση ή προσωρινή διακοπή επικοινωνίας με κάποιο πλοίο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Πλοία χτύπησαν σε νάρκες, άλλα προσάραξαν. Μερικά βομβαρδίστηκαν, αν και έφερναν σε εμφανή σημεία διακριτικά του ΔΕΣ και της Σουηδίας. Αγγλικό αεροπλάνο βομβάρδισε πλοίο στο λιμάνι της Χίου μέρα μεσημέρι, ενώ ξεφόρτωνε, προκαλώντας το θάνατο του αντιπροσώπου του ΔΕΣ μια μέρα πριν παντρευτεί μια νησιωτοπούλα, Χιώτισσα.
   Από βομβαρδισμό ιταλικού αεροπλάνου άλλο πλοίο βυθίστηκε σε 2 -3 λεπτά. 15 άτομα που δεν παρέσυρε το πλοίο στο βυθό και, ο καπετάνιος μπήκαν σε μια βάρκα που βγήκε στην επιφάνεια της θάλασσας, απ’ το βυθισμένο πλοίο. Απ’ τη θάλασσα μάζεψαν ένα βαρελάκι νερό και μερικά μπισκότα. Η βάρκα παράδερνε 18 μέρες. Ο καπετάνιος πέθανε τελευταίος. Γλύτωσε μόνο ένας. Τον βρήκαν μισοαναίσθητο σε μια ακτή της Παλαιστίνης και περιέγραψε την τραγωδία.
   Το πρόβλημα της μεταφοράς ήταν υποδεέστερο σε σχέση με το κύριο καθήκον της Επιτροπής να εξασφαλίσει τη διανομή σ' αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη και, να μην υπάρξουν καταχρήσεις για πολιτικούς ή στρατιωτικούς σκοπούς για οποιαδήποτε περίπτωση στον πόλεμο που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Τη Σουηδο - ελβετική επιτροπή για την οποία συμφώνησαν οι δυνάμεις του άξονα και οι σύμμαχοι αρχικά θα την αποτελούσαν επτά αντιπρόσωποι από τη Σουηδία και επτά από την Ελβετία. Όρος απαράβατος ήταν η ουδετερότητα της επιτροπής. Γι' αυτό πρόεδρος της επιτροπής ήταν Σουηδός.
   Τα πλοία μετέφεραν περίπου 700.000 τόννους. Μοιράστηκαν τρόφιμα στο μισό πληθυσμό της Ελλάδας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η γενιά του 40ντα οφείλει την ύπαρξή της στη βοήθεια αυτή.

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, Δεκέμβρης 2015

 

 

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.