Κανένας δεν μπορεί να μένει αμέτοχος σε ότι συμβαίνει γύρω του. Είναι υπεύθυνος, γι αυτό και υποχρεωμένος να λάβει μέρος.

Όλο αυτό το "πιστεύω" βρίσκεται συμπικνωμένο στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, "Για ποιόν χτυπά η καμπάνα" του Χεμινγουέη από μια απλή φράση του John Donne (1572-1631).

"Και γι αυτό μη στέλνεις να ρωτήσεις για ποιον χτυπάει η καμπάνα – χτυπάει για σένα ".

«Κάνε, νέε, τη λευτεριά, τη δημοκρατία
θούριο, κραυγή, οργισμένα βήματα
έργο και όχι πάρεργο.»

 

Φέτος, 2010, όπως και την προηγούμενη χρονιά, ομιλητής για την εκδήλωση του Πολυτεχνείου στη Στοκχόλμη προσκλήθηκε, -και ανταποκρίθηκε- ο Δημήτρης Παπαχρήστου. Η ενέργεια αυτή του Έλληνο Σουηδικού Συλλόγου Στοκχόλμης, να προσκαλεστεί ο συγκεκριμένος ομιλητής, τον οδηγεί στον δρόμο που πάντα έπρεπε να πορεύεται. Σηματοδοτεί αλλαγή σε νοοτροπίες και πρακτικές που γνώμονα είχαν να προβάλλουν το κομματικό όφελος, σε βάρος του συμφέροντος της παροικίας.
Τα όσα ειπώθηκαν στις εκδηλώσεις αυτές, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που ακούσθηκαν σε παρόμοια εκδήλωση πριν μερικά χρόνια, όπου ο λόγος ήταν ύβρις. Το πιστεύω, της νεαρής ομιλήτριας που, αδιάντροπα ξεστόμισε: "δεν ήξεραν αυτοί που κλείσθηκαν στο Πολυτεχνείο γιατί διαμαρτύρονταν".

Αν έκανε ιδεολογικά μαθήματα στο καινούργιο της κόμμα, ίσως να γνωρίζει σήμερα ότι το Πολυτεχνείο ήταν η Ελλάδα ολόκληρη. Ο φασισμός και η δημοκρατία. Η βία και η ελευθερία. Η ντροπή και η αξιοπρέπεια. Το σκοτάδι και το φως.

Ο δικομματισμός, μετά την δικτατορία, πολύ γρήγορα κατόρθωσε να απαξιώσει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Μοναδικό μέλημα, υπουργών και βουλευτών, είναι να διατηρήσουν τα κοινωνικο - οικονομικά τους προνόμια -με ότι αυτό συνεπάγεται- που τους εξασφαλίζει η θέση τους στο κοινοβούλιο. Γι αυτό όλο και συχνότερα ακούς τη φράση: μια χούντα θα μας σώσει. Άνθρωποι απαίδευτοι, δεν έχουν κατανοήσει ότι

η υποταγή στο νόμο, σε κυβέρνηση εκλεγμένη, όσο άσχημη και να είναι αυτή, δεν είναι ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ η υποταγή και στον "καλύτερο" ακόμα τύραννο  είναι ηθική κατάπτωση.

 

Τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Αθανασίου, ‘Ο Δρόμος που περπάτησα’ απαντούν τόσο στην συνειδητή ή ασυνείδητη θέση της ομιλήτριας όσο και σ αυτούς που δεν έχουν "μερτικό δικό τους στον ήλιο" και θελήσουν να κουράσουν λίγο τον εγκέφαλό τους.

 

Ο ΔρομοΣ που περπατησα’

Μετά γνώσεως

«Όσοι δεν συνελήφθησαν, ελάχιστοι, περνούν στην παρανομία για να οργανώσουν την αντίσταση ενάντια στο καθεστώς της χούντας. Ο Αθανασίου και οι σύντροφοί του ξέρουν ότι μπαίνουν στον δρόμο του μαρτυρίου. Η τρομοκρατία, οι φυλακίσεις και οι εξορίες, τα βασανιστήρια στην Ασφάλεια και στην ΕΣΑ είναι στην ημερήσια διάταξη. Και ο λαός πορεύεται φοβισμένος και σιωπηλός... Η προσπάθεια οργάνωσης ενός κινήματος ανατροπής της χούντας φαίνεται, και είναι, ανέλπιδη. Όμως ο Αθανασίου και οι σύντροφοί του δεν είναι απλώς "πολιτικοί αντίπαλοι" της χούντας, αλλά φορείς ενός άλλου πολιτισμού. Πώς αλλιώς, δεμένος στον πάγκο στην ταράτσα της οδού Μπουμπουλίνας θα μετράς την αντοχή σου σε κλάσματα του δευτερολέπτου, για να μην επιτρέψεις στα κύματα του πόνου να αλώσουν την ψυχή σου;

Η πτώση της δικτατορίας σημαίνει το τέλος του μαρτυρίου. Η μεταπολίτευση την απαξίωσή του. Από την αυτοεξορία του στο Παρίσι ο αρχηγός της Δεξιάς, που επί χρόνια ως πρωθυπουργός διακονούσε την τρομοκρατία και το παρακράτος, επέστρεψε ως «εθνάρχης» και σωτήρας. Και μεις νιώθουμε τα ίδια συναισθήματα με κείνα του Ελασίτη αντάρτη, όταν παρέδιδε το όπλο του ύστερα από τη Συμφωνία της Βάρκιζας που έκανε με τους απόντες η προκομμένη μας καθοδήγηση. Η δικτατορία ανέκοψε την ανανεωτική πορεία της Αριστεράς, όμως η ήττα της συνέβη στη μεταπολίτευση».

* Απόσπασμα από την εισαγωγή του Χ. Μίσιου στο βιβλίο του Θ. Αθανασίου

επιστροφή

Να παλέψουμε, αλλά πώς;

Ένα από τα πιο άγνωστα κεφάλαια του αντιδικτατορικού αγώνα είναι το ζήτημα των μορφών πάλης. Τι μέσα, λοιπόν, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε  για να πέσει η χούντα, να κρατάμε το αγωνιστικό φρόνημα του λαού; Μπορούμε να βάλουμε, π.χ., κροτίδες ή βόμβες; Μπορούμε να παγιδεύσουμε χουντικούς στόχους με δυναμίτη;
Η συζήτηση αυτή δεν σταμάτησε σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας. Και στις αντιστασιακές οργανώσεις και στο εξωτερικό (ιδίως) και στη φυλακή. Στη φυλακή, μάλιστα, με την άνεση που είχαμε έγινε με δυο κείμενα (Θανάσης Αθανασίου «υπέρ» Θανάσης Πανουτσόπουλος «κατά») και με μεγάλη βιβλιογραφία με αναφορές στους κλασικούς του μαρξισμού αλλά και στους σύγχρονους από κινήματα της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής (Φραντς Φανό, Κάρλος Μαρικέλα κ.ά.) Το αποτέλεσμα που αναδημοσιεύουμε είναι από το βιβλίο του Θ. Αθανασίου και αναφέρεται στις συζητήσεις στις οργανώσεις του «Ρήγα Φεραίου» τέλος του 1967, αρχές του 1968.

Rigas

Αφίσα, από προσωπικό αρχείο.

επιστροφή

 

Στρατευμένοι, αλλά όχι στρατιώτες

* Από το βιβλίο του Θ. Αθανασίου «Ο δρόμος που περπάτησα»

«Οι οργανωμένοι νεολαίοι στον «Ρήγα Φεραίο» μπορεί να ήταν στρατευμένοι στον αντιδικτατορικό αγώνα, αλλά στρατιώτες δεν ήταν. Δεν δέχονταν διαταγές από την «καθοδήγηση», την ιεραρχία … Ήθελαν να πείθονται, να ξέρουν πού πατάνε. Αυτό είχε τις δυσκολίες του γιατί σήμαινε έντονες συζητήσεις, πολύωρες καμιά φορά αναλύσεις, εξομάλυνση παρεξηγήσεων, αναίρεση αμφισβητήσεων και προπάντων «ανταλλαγή» εμπιστοσύνης και ψυχισμού. Αυτή ήταν όμως και η μαγεία, γιατί αισθανόσουν ότι είσαι ενταγμένος σε μια στρατιά ελεύθερων, αυτόνομων, συνειδητών ατόμων, με τα οποία συντόνιζες ιδέες και αισθήματα.

Σε μια τέτοια έντονη συζήτηση και «ανταλλαγή» έμελλε να εξελιχτεί εκείνο το βράδυ, σ’ ένα ημιυπόγειο πίσω από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, η συνάντησή μου με τους Ανδρέα Σαββάκη (με τον οποίο είχαμε ήδη γνωριστεί) και Νικηφόρο Σταματάκη, που τον γνώρισα εκείνο το βράδυ. Στελέχη και οι δυο της ΔΝΛ από τα μαθητικά τους ακόμη χρόνια, στο Ηράκλειο της Κρήτης, αποτέλεσαν μαζί με άλλους Κρητικούς, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον Νίκο Γιανναδάκη – και αυτοί αποχώρησαν νωρίς από τον κόσμο αυτό – τον Κωστή Γιούργο, τον Γιώργο Μποτζάκη, τη Λάγια Γιούργου, τον «κρητικό κλάδο» της οργάνωσης, που πραγματικά έδιναν το δικό τους ιδιαίτερο, ξεχωριστό χρώμα. Η συζήτηση, λοιπόν, επικεντρώθηκε με έμφαση στις «μορφές πάλης», αν ήμασταν υπέρ ή κατά των δυναμικών ενεργειών, και, ακόμη, σε ζητήματα της μαρξιστικής θεωρίας και του διεθνούς κινήματος, ζητήματα για τα οποία ο Νικηφόρος ιδιαίτερα όχι απλώς ενδιαφερόταν αλλά είχε ισχυρές απόψεις, απόψεις μετά γνώσεως, ουσίας. Στο ζήτημα των δυναμικών ενεργειών η άποψή μου ήταν σαφής: υπό τις προϋποθέσεις ότι, πρώτον, κατέχουμε την τεχνογνωσία και δεν διακινδυνεύουμε από άγνοια οι ίδιοι, δεύτερον, ότι τις ενέργειες αυτές τις κατευθύνουμε σε στόχους με σαφή αντιχουντικό ή αντιαμερικανικό συμβολισμό και ότι διασφαλίζεται να μην τίθεται σε κίνδυνο ο απλός πολίτης, τότε, ναι, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τέτοιου τύπου δράσεις.
Αφού λοιπόν εξομαλύναμε ιδέες, θεωρίες και πρακτικές, έφυγα για να επιστρέψω σε λίγες μέρες και να δω ένα θέαμα … εντυπωσιακό! Κατεβαίνοντας το σκαλοπάτι του διαμερίσματός τους, μια έντονη μυρουδιά καμένου μου κόβει την αναπνοή. Προχωρώ, μου ανοίγουν την πόρτα και βλέπω ένα βαθύ και πλατύ κάψιμο στο πάτωμα, στο ξύλινο παρκέ, σε όλο το μήκος του δωματίου. Ολόκληρη την εβδομάδα Νικηφόρος και Ανδρέας έκαναν «πειράματα», δοκιμάζοντας τεχνικές κατασκευής βομβών! Παραλίγο να κάψουν το σπίτι ολόκληρο! Όμως όχι μόνο είχαν βρει τρόπο να κατασκευάζουν ωρολογιακές βόμβες αλλά είχαν βρει και το στόχο.

Στην πλατεία Συντάγματος, στο κέντρο της, η χούντα είχε τοποθετήσει μια ξύλινη κατασκευή περίπου 5 Χ 5 με βιτρίνα και την ελληνική σημαία, με δυο ασφαλίτες φρουρούς που μοίραζαν έντυπα για «τα εγκλήματα των συμμοριτών στο συμμοριτοπόλεμο», ενώ παράλληλα εκτίθονταν φωτογραφίες με κονσερβοκούτια, μαχαίρια και τσεκούρια και σφαγμένους … Ο Νικηφόρος, έχοντας εντοπίσει το όλο σκηνικό, αποφάσισε σε συνεννόηση με τον Ανδρέα Σαββάκη και τον Νίκο Γιανναδάκη να τοποθετήσουν τη βόμβα στο εν λόγω περίπτερο. Εγχείρημα ακραία τολμηρό και παρακινδυνευμένο στην καρδιά της Αθήνας, τη σκοτεινή περίοδο του 1968. Πράγματι, ύστερα από λίγες μέρες, αφού είχαν οργανώσει τις λεπτομέρειες, ο Νικηφόρος και ο Νίκος κατάφεραν, παρασύροντας τους ασφαλίτες λίγα μέτρα στο πίσω μέρος του περιπτέρου, να τοποθετήσουν τη βόμβα που εξερράγη κανονικά στη ρυθμισμένη ώρα, να καταστραφεί το περίπτερο και την άλλη μέρα η χούντα να αναγκαστεί να μαζέψει τα υπολείμματα της «έκθεσης» και να τα εξαφανίσει.

Για την ενέργεια αυτή έγραψε ο ξένος Τύπος, όπως η Monde, ενώ η χούντα την αποσιώπησε πλήρως".    

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο ‘Ο Δρόμος που περπάτησα’. Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ‘ΕΠΟΧΗ’ στις 14/11/2010

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, Νοέμβρης 2010

 

επιστροφή

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας.