.  .

ΑΠΛΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ


Ο φρικτότερος απ’ όλους τους πολέμους έφτασε στο τέλος του. Μα σήμερα δεν είμαστε τ’ αγνά παιδιά του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, που πίστεψαν πως με το σταμάτημα των εχθροπραξιών θα τελειώσουν τα δεινά τους. Οι βαθύτερες αφορμές που προκάλεσαν την απαίσια ανθρωποσφαγή μένουν πάντα στη θέση τους και θα λειτουργήσουν μόλις βρουν την ευκαιρία, όπως λειτούργησαν από καταβολής του ανθρώπου πάνω στη γη.



    Ο πρώτος πόλεμος μας δίδαξε πολλά από αυτή την άποψη. Και τότε ο κόσμος είδε με αποτροπιασμό τον πόλεμο και τους υπεύθυνους γι αυτόν. Όχι πια πόλεμος, κάτω η μυστική διπλωματία, συνεννόηση και συναδέλφωση ανάμεσα στ’ άτομα και τους λαούς! Ήταν το κοινό σύνθημα από τη μια ως την άλλη άκρη της οικουμένης. Μα ο πόθος πνίγηκε στα στήθη και πάνω στην Ευρώπη, προτού στεγνώσει το αίμα των σφαγμένων και προτού σβήσει ο στεναγμός του μαρτυρίου, στυλώθηκε το φάσμα καινούργιας συμφοράς. Η ανταρσία, που έκαναν ενάντια στα έθνη οι στενές κι ύπουλες ολιγαρχίες, πήρε την απαισιότερη μορφή και διάσταση κι από τον εξανδραποδισμό του δικού τους λαού στο εσωτερικό, πήδησε με οργανική ανάγκη στο φονικότερο από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Έτσι μέσα σ’ έναν αιώνα περήφανο για την επιστήμη του, για τις εφευρέσεις και τον πλούτο των τεχνικών μέσων και την παράλληλη «καλλιέργεια» της διάνοιας, διαπράχτηκε το τεράστιο έγκλημα που το ζήσαμε και το είδαμε με τα τρομαγμένα μάτια και τη φαρμακωμένη ψυχή.

    Γεμάτοι αγανάκτηση μπρος στα σωριασμένα ερείπια και τα μέλη σφιγμένα σε απόφαση ζητούμε ευθύνες κι αναλογιζόμαστε μέσα να ξεριζώσουμε τις αφορμές που πνίγουν στη δυστυχία την ανθρώπινη φυλή και να επουλώσουμε με τρόπο άγνωστο κι ασυνήθιστο ως τώρα τη συμφορά, που εγκλημάτησε η ανθρώπινη μανία. Οι πόλεμοι τρώγουν τις αιτίες τους. Αυτή τη φορά παν να καταβροχθίσουν τους πρωτεργάτες τους. Μπορεί ένας Γουλιέλμος Β΄, ένας τσάρος Νικόλαος ή Ποανκαρέ, ένας Χίτλερ ή ένας Τσάμπερλαιν ν’ αρχίσουν ένα πόλεμο. Το τέλος του όμως ξεφεύγει τις προβλέψεις και την εξουσία τους.

    Η σκοτεινή ολιγαρχία, αφού έμπλεξε στη φριχτή τραγωδία τους λαούς, πήγε, στην αμηχανία της, να ζητήσει στήριγμα στις λαϊκές μάζες, που δεν τις είχε ρωτήσει. Εκείνες προσφέρθηκαν πρόθυμα. Τον πόλεμο, μια που οι ηγέτες τον είχαν κάνει αναπόφευκτο, τον πήραν σαν εθνική υπόθεση, σαν αγώνα για τη ζωή τους, για τη ζωή της γυναίκας και των παιδιών τους για το σπίτι και το χωράφι τους και για την ιδέα που συμπυκνώνει όλα αυτά, για την ανεξαρτησία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με τη βαθύτερη απέχθεια, που είχαν για κάθε πίεση από δικούς τους ή ξένους. Πολέμησαν με όλη τη δύναμη του είναι τους για ν’ αποκρούσουν τον κίνδυνο από την πατρίδα, μα με τον πόθο να ετοιμάσουν καλύτερες μέρες για τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, για τις γενιές που θα έρθουν αργότερα. Τους πολέμους, όταν μάλιστα είναι μικροί και τόσο αιματηροί, τους ακολουθεί η secessionη αποχώρηση των πληβείων στο Ιερό Όρος, όπως το έκαμαν οι μάζες στη Ρώμη εικοσιπέντε αιώνες πριν από σήμερα.

Αυτό γίνεται στις μέρες μας και σε διαστάσεις επιβλητικές. Τη στιγμή που τελειώνει ο πόλεμος, σ’ όλες τις χώρες, ακόμα και σε κείνες που δεν πήραν μέρος σ’ αυτόν, μεγάλες μάζες του λαού, οι λαοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, πετάχτηκαν έξω από τα πλαίσια που τους είχε μαγκώσει η κυβερνητική ολιγαρχία, απόχτησαν συνείδηση για τη θέση και τη δύναμή τους και μαζί με την πίστη πως εξουσιάζουν τη μοίρα τους και πως μπορούν να τη διαμορφώσουν όπως οι ίδιοι τη θέλουν.

Οι μέρες που περνάμε θυμίζουν μεγάλους ιστορικούς σταθμούς, το ελληνικό ξύπνημα στην Ιωνία με την εμφάνιση του δήμου στη σκηνή, την άφταστη δημιουργική ορμή της Αθήνας ύστερα από τα μηδικά, τα πρώτα φτερουγίσματα των δυτικών λαών στην Αναγέννηση, κι ακόμα περισσότερο το 18ο αιώνα στη Γαλλία, τη ξεχειλισμένη αισιοδοξία στις παραμονές της επανάστασης, την πίστη στο λογικό του ανθρώπου, στην καλοσύνη και στην ατέλειωτη προοδευτικότητά του.

    Το χαρακτηριστικό στις δημιουργικές εποχές είναι το αίσθημα του υπερατομικού και της καθολικότητας. Την προκοπή και την ευτυχία δεν την νιώθουν σαν κάτι προσωπικό, σαν επιδίωξη εγωκεντρική, όπως στις φιλελεύθερες κοινωνίες του παλιού τύπου, παρά σαν κατάχτηση ομαδική, που μέσα εκεί βρίσκει την ευτυχία και τη χαρά το άτομο. Η αφιέρωση σε ιδανικά, αυταπάρνηση, προθυμία σε θυσίες για το σύνολο είναι από τα γνωρίσματά τους. Το άτομο το κινεί βαθύς πόθος, σαν φλογερή νοσταλγία γι’ αποκατάσταση του ατόμου στο αξίωμά του, για συνεννόηση και συναδέλφωση, για συντροφική δουλειά μέσα στον ίδιο το λαό κι ανάμεσα στους λαούς, σα δίκαιο μοίρασμα των αγαθών που μαζεύει η ανθρώπινη εργασία οδηγημένη από την επιστήμη και σαν ολοκληρωτική προσφορά του καθένα στο σύνολο, χωρίς ιδιαίτερα, χωρίς μυστικά, χωρίς συνομωσία πίσω από αδιαπέραστους τοίχους. Ο τύπος του έμπορα, που κλείνει το ένα μάτι και κλέβει στη ζυγαριά κι ακόμα ο αντιπαθητικότερος του μορφωμένου, που κάνει τον έξυπνο, που όλα τα καταπιάνεται με υπολογισμό, που κρύβει τις σκέψεις του ή κρύβεται για να μη καταλάβεις την αδειοσύνη του από σκέψεις και που σ’ έχει γι απλοϊκό γιατί είσαι τολμηρός και ξάστερος, ο τύπος του γραφειοκράτη, που παραμονεύει ν’ αρπάξει κανένα υπουργείο, απ’ όπου κι αν του το προσφέρουν, του δημοσιογράφου που γέρασε σε αμαρτίες ή προαλείφεται γι αυτές, του φτωχού, του αναποφάσιστου υποτακτικού, κάνει την πιο αποκαρδιωτική αντίθεση στον άνθρωπο που τον σφυρηλάτησαν οι μεγάλες δοκιμασίες.

   Ο παλαιός κόσμος είναι εκεί, προσπαθεί να συγκρατήσει τα παράλυτα μέλη του, μάλιστα γίνεται αυτή τη στιγμή κάτι σα γενική δοκιμή για το ξαναγύρισμα στις παλαιότερες βάναυσες μορφές πολιτικής και κοινωνικής ζωής, όπως στην πατρίδα του Φράνκο έγινε κάποτε η γενική δοκιμή για τον παγκόσμιο πόλεμο. Ενάντια σ’ αυτόν θα γίνει η πάλη σκληρή, πεισματάρικη, το ξέρουμε. Είναι αυτό το παθητικό, το αδικοχαμένο σφρίγος, που η νεότερη γενιά θα το ρίξει σ’ ένα τερατόμορφο Μολόχ, που ζητεί ανθρωποθυσίες. Δίπλα όμως είναι η χαρά της δημιουργίας, το ξεφάντωμα στο χτίσιμο ενός καινούργιου κόσμου, αγιασμένου από δικαιοσύνη και την ευτυχία των εκατομμυρίων.

    Στον τόπο αυτόν, το χιλιόκαλο και το χιλιαγαπημένο, είναι όλα να γίνουν. Ύστερα από τη βαθιά νωθρότητα του παλιού καιρού, ύστερα από την ταπείνωση που μας έδινε η καθυστέρησή μας, οι τεράστιοι κλονισμοί μας δημιούργησαν το αίσθημα σα να βρισκόμαστε στην πρώτη μέρα της δημιουργίας. Άνοιγμα κι επιστημονική εκμετάλλευση των πηγών του πλούτου, συγκοινωνία, χτίσιμο και καινούργιωμα των χωριών μας, ανύψωση της κακομοιριασμένης παιδείας, δημιουργία πραγματικής επιστήμης, μιας νηφάλιας και ρωμαλέας κοσμοθεωρίας, ανύψωση του επιπέδου της ζωής, χαρά κι ευτυχία ομαδικότερη, κ’ η προϋπόθεση όλων αυτών μια φωτεινή συγχρονισμένη κυβέρνηση πάνω σε πλατιές λαϊκές βάσεις, συντονισμένη εργασία παράλληλη με τους δημοκρατικούς λαούς της γης, που τους σπρώχνει η ορμή για δημιουργία.

    Αυτά δεν είναι τίποτα καινούργιο. Βρίσκονται πάνω στη μεγάλη προοδευτική γραμμή που την ακολούθησε η ανθρωπότητα από το Ιωνικό ξύπνημα τον 6ο π.Χ, αιώνα με σταθμούς την υπέροχη άνθηση στις ελληνικές δημοκρατίες, την Αναγέννηση και τους αγώνες στους τρεις τελευταίους αιώνες για ανθρώπινα δικαιώματα, με τη δημιουργία νέων μορφών κοινωνίας και νέου τύπου ανθρώπου. Έτσι θα συλλογιέται και θα νιώθει καθένας που τη διάνοιά του τη φώτισε και την ψυχή του τη συγκίνησε κάπως η κλασσική παιδεία κι ο ανθρωπισμός όπως καλλιεργήθηκε στους νεότερους λαούς από την Αναγέννηση κ’ εδώ.

 

   ΑΝΤΑΙΟΣ, Αρ. 1 20 Μαΐου 1945      

 

      Χαράλαμπος Θεοδωρίδης

 

 < προηγούμενο | επόμενο >

 

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.