.  .

Νεοφερμένοι στη Σουηδία –ελληνική παροικία


Ο μαρασμός του πάλαι ποτέ ανθηρού μεταναστευτικού κινήματος στη Σουηδία οδήγησε στην έλλειψη οποιουδήποτε προβληματισμού, ή ανάλυση για τις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται (γερασμένη πρώτη γενιά, δεύτερη-τρίτη γενιά, νεοφερμένοι, σουηδική κοινωνία) στην ελληνική παροικία της Σουηδίας. Απ’ όσα «βαθυστόχαστα» λέγονται στα συνέδρια, και όχι μόνο, όλα τα προβλήματα στην παροικία θα λυθούν όταν η Ελλάδα εγκαταλείψει το ευρώ, σχίσει τα μνημόνια, αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ κ.α. συνθήματα που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας. 

   Επειδή στις μεταναστευτικές, διάβαζε κομματικές, παρατάξεις οι συζητήσεις αντανακλούν την παροιμία(;) «Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει1», ο Τοξότης, προκειμένου να προσεγγίσουμε τις όποιες ανάγκες της παροικίας, θεωρεί ότι είναι επιτακτική η ανάγκη μιας έρευνας η οποία θα απαντά σε ερωτήματα όπως: πόσοι είναι οι Έλληνες μετανάστες στη Σουηδία, πότε και πόσοι ήρθαν τα τελευταία χρόνια στη Σουηδία, επαγγελματική αποκατάσταση, ποιο είναι το ποσοστό πανεπιστημιακής μόρφωσής τους, πόλη διαμονής κ.α.. Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν στην Στατιστική Υπηρεσία της Σουηδίας. (Έλληνες με διπλή υπηκοότητα θεωρούνται Σουηδοί και τα στοιχεία πρέπει να αγοραστούν από την αρμόδια υπηρεσία).

    Στα τελευταία συνέδρια της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων Κοινοτήτων Σουηδίας (ΟΕΣΚΣ) επικρατεί μια επιφανειακή, ρηχή ερμηνεία για τις αιτίες που νεοφερμένοι Έλληνες στη Σουηδία εγκαταλείπουν την Ελλάδα. Μελέτες του Κέντρου Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEESOX) έχουν αναδείξει ενδιαφέρουσες πτυχές του νέου κύματος της ελληνικής μετανάστευσης. Τέτοιες μελέτες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τους λόγους για τους οποίους συνεχίζεται η εκροή, και ενδέχεται να συνεχιστεί ακόμα και αν ενισχυθεί η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Σε σχετική μελέτη αποτυπώνονται «αλλαγές συμπεριφοράς των μεταναστών καθώς προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον και καταγράφουν τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά συγκεκριμένων διασπορικών κοινοτήτων.

    Ο Μανώλης Πρατσινάκης, ερευνητήτης στο Τμήμα Πολιτικών και Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, και συνεργάτης στο Κέντρο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEESOX), θεωρεί ότι: «Το φαινόμενο της διαφυγής πνευματικού κεφαλαίου από την Ελλάδα δεν είναι άμεσα απότοκο της κρίσης, καθώς οι δομικές του αιτίες προϋπήρχαν αυτής. Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν διαχρονικά από περιορισμένη ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό, τόσο από το δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και από νεποτισμό και αναξιοκρατία στις διαδικασίες πρόσληψης. Αυτό, σε συνδυασμό με τις ιεραρχικές δομές λειτουργίας των ελληνικών επιχειρήσεων και του δημόσιου τομέα, αλλά και την έλλειψη ενός θεσμικού και οικονομικού πλαισίου που να παρέχει κίνητρα σε νέους επαγγελματίες για την παραγωγή υπηρεσιών “έντασης γνώσης”, είχαν ωθήσει αρκετούς νέους  Έλληνες πτυχιούχους σε αναζήτηση εργασίας εκτός Ελλάδος ήδη πριν από το 2010. Η Ελλάδα ήταν πριν από την κρίση, και παραμένει ακόμη, μία από τις χώρες με την υψηλότερη ανεργία και ετεροαπασχόληση νέων πτυχιούχων στην Ευρώπη».

    Η κρίση, εξηγεί ο κ. Πρατσινάκης, «επέτεινε τη δυναμική και απέδωσε νέα χαρακτηριστικά στο φαινόμενο. Πρώτον, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τις προαναφερθείσες συνθήκες, ενέτεινε δραματικά τη μετανάστευση των πτυχιούχων. Δεύτερον, συνετέλεσε στη διαμόρφωση ενός διαφορετικού πλαισίου, μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις για μετανάστευση. Οι πολιτικές λιτότητας και οι κοινωνικοπολιτικές τους συνέπειες αύξησαν όχι μόνο την αποδημία των νέων πτυχιούχων, αλλά και τη μετανάστευση ευρύτερα, καθώς και την αντίληψη γι’ αυτήν. Η αποδημία δεν περιγράφεται από τους περισσότερους πτυχιούχους μετανάστες σαν μια τραυματική εμπειρία, όπως έχει καταγραφεί ιστορικά στη συλλογική μνήμη, αλλά σαν μια ευκαιρία να χτίσουν τη ζωή τους με καλύτερους όρους. Οι περισσότεροι μετανάστες δεν φεύγουν από την Ελλάδα για αναζήτηση εργασίας γενικά, καθώς στην πλειονότητά τους δεν είναι άνεργοι την περίοδο πριν μεταναστεύσουν, αλλά αναζητώντας καλύτερες εργασιακές συνθήκες, προοπτικές και εργασιακή σταθερότητα».

    Επιπλέον, προσθέτει, «το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον είναι πιο θετικό σε αποφάσεις για μετανάστευση», καθώς η οικογένεια δεν μπορεί να προσφέρει ασφαλή εργασία όπως στο παρελθόν. «Ως αποτέλεσμα, η μετανάστευση, η οποία είναι μια πιο εύκολη απόφαση εντός ΕΕ, πιθανόν να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, ανεξάρτητα από την πορεία της ελληνικής οικονομίας, πιθανότατα με αύξηση και της παλιννόστησης».
    Σε σχέση με την παλιννόστηση, «έρευνα στο πλαίσιο του Greek Diaspora Project δείχνει ότι στην παρούσα  φάση η μεγάλη πλειονότητα επιθυμεί την παραμονή στο εξωτερικό. Ωστόσο, καταγράφεται τάση αύξησης της επιστροφής τα τελευταία δύο χρόνια και, σε ό,τι αφορά το απώτερο μέλλον, η συντριπτική  πλειονότητα προσβλέπει στην παλιννόστηση».

Νέες συνθήκες και συνήθειες

   Η παραμονή, οι εμπειρίες, και η προσαρμογή, σε χώρες με ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος έχουν σαν αποτέλεσμα να επηρεάζονται οι αντιλήψεις των μεταναστών, αλλά η προσπάθεια μετάδοσης των νέων αντιλήψεων στον κοινωνικό τους περίγυρο στην Ελλάδα δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι νέες αντιλήψεις, είναι αποτέλεσμα της διαβίωσης σε ένα συγκριτικά πιο ευνοούμενο περιβάλλον, ένα περιβάλλον όπου λειτουργούν οι θεσμοί, και σε μικρότερο βαθμό στη σχετική «νομιμοφροσύνη» της τοπικής κοινωνίας. Η αλλαγή αυτή, όταν επισκέπτονται την Ελλάδα, εκδηλώνεται σαν μειωμένη ανοχή απέναντι σε καθημερινές παραβατικές συμπεριφορές, όπως η μη έκδοση αποδείξεων, λιγότερο ανεκτική συμπεριφορά απέναντι στην αναποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα κ.α..
    Νέες αντιλήψεις, διάφορες διηγήσεις και την αντιμετώπιση οποιασδήποτε παραβατικότητας ανεξάρτητα από τον παραβάτη, ακούγονται ευχάριστα στον ελλαδικό κοινωνικό περίγυρο, δεν έχουν όμως αποτέλεσμα γιατί η Ελλάδα και οι χώρες διαμονής είναι δυο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Η διαφθορά π.χ. στην Ελλάδα είναι τόσο εδραιωμένη –σ’ αυτούς που υποτίθεται ότι την καταπολεμούν– , που όχι μόνο τα περιθώρια αλλαγής είναι ελάχιστα, αλλά η πολιτική των κυβερνήσεων, η αντιμετώπιση του πολίτη –ο οποίος δεν φέρνεται αλλά ελληνικά– από τις δημόσιες υπηρεσίες, ουσιαστικά, σπρώχνει τον κόσμο στην ανομία. Οι θεσμοί, στην Ελλάδα, είναι τόσο αναποτελεσματικοί, συχνά διεφθαρμένοι, που ψαλιδίζουν τα περιθώρια ατομικής και συλλογικής δράσης. Όταν οι θεσμοί δεν λειτουργούν, δεν εφαρμόζονται οι νόμοι με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα ευρύ σύστημα διαφθοράς2. «Αυτή είναι η Ελλάδα».

    Είναι ενδιαφέρον να παρουσιαστούν στατιστικά στοιχεία για την μετανάστευση στη Σουηδία από το 2010 μέχρι σήμερα. Πόσοι απ’ αυτούς που ήρθαν τα τελευταία χρόνια είναι πρώην μετανάστες (με διπλή υπηκοότητα ή μη), πόσοι είναι Σουηδοί ελληνικής καταγωγής γεννημένοι στη Σουηδία, πόσοι είναι οι νεοφερμένοι Έλληνες, πόσοι απ’ τους νεοφερμένους με ελληνικό διαβατήριο ήταν μετανάστες στην Ελλάδα π.χ. από Αλβανία, Πακιστάν κλπ. Ακόμα, πόσοι και για ποιους λόγους, ξανα-επέστρεψαν στην Ελλάδα. 
    Είναι σημαντικό να χαρτογραφηθεί, πόσοι είναι οι πτυχιούχοι, ειδικότητες, επαγγελματική εμπειρία, δυσκολίες που συνάντησαν και πως ξεπεράστηκαν, κοινωνικο-πολιτισμική προσαρμογή, πως βίωσαν την προσωρινότητα της παραμονής τους. Πόσοι βρήκαν δουλειά στον κλάδο τους, πιο είναι το εισόδημά τους σε σχέση με άλλους μετανάστες και αυτόχθονες.

    Αν δεν χαρτογραφηθεί το υπάρχον δυναμικό, αν τα συμβούλια συνεχίζουν να επανδρώνονται με ανθρώπους οι οποίοι φέρνουν βαριά ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, ή θεωρούν την παρουσία τους εφαλτήριο για καριέρα, δεν θα μπορέσουν να σχεδιάσουν, να συζητήσουν, να αναδιοργανώσουν την ΟΕΣΚΣ και τους Συλλόγους οπότε δεν θα έχουμε βελτίωση στο παρόν από το οποίο προσδιορίζεται το μέλλον. Δεν θα υπάρξει μέλλον για οργανωμένη παροικία. Οι νεοφερμένοι, η δεύτερη-τρίτη γενιά δεν είναι μισο-αναλφάβητοι ή ανειδίκευτοι εργάτες. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν έναν σημαντικό ζωτικό πόρο της παροικίας και αν χρησιμοποιηθεί πλεονεκτικά –και όχι να εκδιωχθούν συνειδητά– μπορεί να προσδιορίσει και να τα υλοποιήσει την αποστολή (αυτό που οι άνθρωποι θα πρέπει να κάνουν για την επίτευξη των επιθυμητών στόχων), τον ρόλο, την απασχόληση ή τις δραστηριότητες της ΟΕΣΚΣ.

    Προϋπόθεση απαραίτητη, βέβαια, για να υπάρξει ανάκαμψη και να δρομολογηθούν οι οποιεσδήποτε δραστηριότητες, είναι να πάψουν τα συμβούλια ν’ ανακυκλώνονται και να κατευθύνονται από παλιά υλικά, και να επανδρωθούν από νέους ανθρώπους. ανθρώπους που νογάνε και θα εκπροσωπήσουν την παροικία του αύριο. Ανθρώπους με φρέσκες ιδέες και οράματα. Διαφορετικά το μέλλον της παροικίας είναι ζοφερό, και «Οι καιροί ου μενετοί» (Οι καιροί [ή οι ευκαιρίες] δεν περιμένουν). (Θουκυδίδης).


   Παναγιώτης Καλογιάννης. Αύγουστος 2019

  1. Λέγεται σε περίπτωση που λέγονται ασυναρτησίες ή παράλογοι συλλογισμοί. Ανάλογο: άρες-μάρες κουκουνάρες!
  2. Είναι πρόσφατη η κυνική παραδοχή του Πρωθυπουργού της Ελλάδας, Κ. Μητσοτάκη, για τον διοικητή της ΕΥΠ: Τυπικό το ζήτημα του (μη) πτυχίου του. (Ενώ ο νόμος απαιτεί πτυχίο).

 

 

 < προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.