Ήταν το νέο προλεταριάτο με υπόβαθρο, από προβιομηχανική -αγροτική -χώρα.
στο καινούργιο περιβάλλον οι άνθρωποι δεν λιμοκτονούσαν, ούτε κακοπληρώνονταν. Δεν αντιμετωπίζονταν σαν αντικείμενα αλλά σαν άνθρωποι, "εργατικό δυναμικό".
δεν είχαν γύρω τους κοινωνική κόλαση αλλά κοινωνικό παράδεισο.

Τι είδους ατομική και συλλογική συμπεριφορά δημιούργησαν στις καινούργιες υλικές συνθήκες; Πέρα από γενικόλογες συζητήσεις στα πρώτα χρόνια του μεταναστευτικού κινήματος απουσιάζει κάποια ανάλυση.

Οι περισσότεροι μετανάστες πρώτης γενιάς ήταν αναλφάβητοι ή είχαν πάει δυό -τρείς τάξεις στο δημοτικό.

"Το να γνωρίζει κανείς ανάγνωση και γραφή είναι απολύτως θεμελιώδες, για λόγους όχι μόνο ή όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό επαγγελματικούς, αλλά διότι αυτό μας επιτρέπει να υπάρχουμε εντός της κοινωνίας και της ιστορίας, δηλαδή να είμαστε πράγματι άνθρωποι",
διαφορετικά ζεις στο περιθώριο, πράγμα που έζησαν και γνωρίζουν πολύ καλά.

 

Επαναπατρισμός

Υπήρχαν πολλά κοινά στοιχεία επαναπατρισμού και στις δυό ομάδες: τα παιδιά, οι γονείς, και η επιθυμία επιστροφής. Η διαφορά είναι στην αμφιθυμία που χαρακτήριζε, τις γυναίκες της πρώτης ομάδας, στην προσπάθεια επανένταξή τους στην ελληνική κοινωνία. Αισθάνονται "σουηδοί" με πολλούς τρόπους και μετανάστες στην πατρίδα τους. Μετακόμισαν, γιατί οι κλιματολογικές συνθήκες -στην πατρίδα- είναι καλύτερες, ελπίζοντας ότι θα γιατρευτούν.
Οι γυναίκες της δεύτερης ομάδας, ξεκαθάρισαν ότι η παραμονή τους στη Σουηδία ήταν μια παρένθεση και ότι ανήκουν στην Ελλάδα. Αποφάσισαν την επιστροφή τους, προτού η υγεία τους, φθαρθεί  τελείως. δεν ήθελαν να υποστούν περισσότερες ψυχικές και σωματικές δοκιμασίες.

Συνεντεύξεις.

Συνεχίζοντας, θα παρουσιάσουμε μερικές συνεντεύξεις από κάθε ομάδα.

Πρώτη ομάδα.

Η Ελένη, από το Κιλκίς, ήρθε στη Σουηδία το 1966 σε ηλικία 28 χρόνων. Εργάσθηκε 2.5 χρόνια σε εργοστάσιο στη Σμολαντ μέχρι το 1971. Το 1972  μετακόμισε στη Στοκχόλμη. Δούλεψε, σκληρά, σαν καθαρίστρια 12 ώρες την ημέρα σχεδόν ένα χρόνο.
Ήταν ελεύθερη γιατρού, σε λιγότερο  από ένα χρόνο. Τα συμπτώματα που παρουσίαζε ήταν δύσκολο να εξηγηθούν. Στη συνέχεια πήγε σε ψυχολόγο που μιλούσε ελληνικά. Το 1985 πήρε πρόωρη σύνταξη, με διάγνωση νευρωτικό άγχος, και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Ο σύζυγός της, ήταν αρρωστογραμμένος ταυτόχρονα. Όταν σταμάτησε το επίδομα ερρώστειας, επανήλθε στη Σουηδία και πήρε πρόωρη σύνταξη το 1985 με πιστοποιητικό ασθενείας από ένα πολύ γνωστό γιατρό.

Η Μάγδα ήρθε στη Σουηδία το 1965, μόλις 19 χρόνων. Δούλεψε για έξη χρόνια σε εργαστάσιο στη Σμολαντ. Το 1976 μετακόμισε στη Στοκχόλμη, όπου δούλεψε σαν καθαρίστρια. Ένα διάστημα δούλευε 75 ώρες τη βδομάδα. Ήταν ελεύθερη γιατρού από το 1978. Το 1982  πήρε επίδομα ασθενείας κατά 50%. Συνέχισε να δουλεύει 20 ώρες τη βδομάδα. Το Γενάρη του 1985, το επίδομα ασθενείας αυξήθηκε σε 100%. Πήρε πρόωρη σύνταξη το 1988 με διάγνωση χρόνιο άγχος, και καταθλιπτική υποχόνδρια νεύρωση. Ο σύζυγος πήρε επίδωμα ασθενείας το 1986 και, πρόωρη σύνταξη το 1988. Τον επόμενο χρόνο επαναπατρίσθηκαν.

Η Θεοδώρα γεννήθηκε το 1945, ήρθε στη Σουηδία σε ηλικία 22 χρόνων. Δούλεψε σαν μοδίστρα ένα χρόνο. Το 1968 παντρέφτηκε και μετακόμισαν στην Ελσχιστούνα όπου δούλεψε σε εργοστάσιο τέσσαρα χρόνια. Το 1972 μετακόμισαν στη Στοκχόλμη και εργάσθηκε σαν καθαρίστρια. Τον Νοέμβρη του 1985, σε ηλικία 40 χρόνων, αρρώστησε. Είχε δουλέψει μέχρι τότε αδιάκοπα, χωρίς να αρρωστήσει,  20 χρόνια. Αρχικά πήγε σε κέντρο θεραπείας και αποκατάστασης. Στη συνέχεια της προτάθηκε πρόωρη σύνταξη και διδασκαλία στα σουηδικά. Η Θεοδώρα ήταν αναλφάβητη, είχε παραμείνει στη Σουηδία 20 χρόνια χωρίς να γνωρίζει καθόλου τη γλώσσα. Το 1988 πήρε πλήρη πρόωρη σύνταξη. Διάγνωση οσφυαλγία. Ο σύζυγός της αρώστησε το 1977. Τον προσέλαβαν σε προστατευόμενο εργαστήριο. Σταμάτησε γρήγορα, πήρε επίδομα ασθενείας το 1984 και σύνταξη το 1986. Επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1989.

Η Κατερίνα ήρθε στη Σουηδία το 1970, 26 χρόνων. Άρχισε να δουλεύει στο Ερικσσον το 1971. Το 1973 γέννησε το πρώτο της παιδί και, μείωσε το ωράριο εργασίας σε πέντε ώρες την ημέρα. Ελεύθερη γιατρού το 1976. Ο ασφαλιστικός φορέας ενέκρινε επίδομα ασθενείας από το Σεπτέμβρη του 1978 μέχρι το Σεπτέμβρη του 1983. Στη συνέχεια πρόωρη σύνταξη σε ποσοστό 75%. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1981. Διάγνωση, ψυχονευρωρικές εκδηλώσεις με στοιχεία κατάθλιψης επίσης περιοδικούς πονοκεφάλους κλασσικής ημικρανίας. Ο σύζυγος ήταν άρρωστος από το 1975 και συνταξιούχος από το 1979. Επέστρεψε στη Σουηδία το 1983 για σύντομη περίθαλψη σε ψυχιατρική κλινική.

Η Χριστίνα ήρθε στη Σουηδία το 1975, 19 χρόνων. Δούλεψε σε εργοστάσιο στη Σμολαντ μέχρι το 1967. Το 1972 πήγε στο Μαλμοε όπου δούλεψε σαν εργάτρια σε εργοστάσιο. Ήταν ελεύθερη γιατρού, με ποσοστό 50%, το χρονικό διάστημα 1974 -1978. Το 1985 εγκρίθηκε επίδομα ασθενείας σε ποσοστό 50%. Έκανε ένσταση, θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να εργασθεί, και πήρε ολόκληρο επίδομα ασθενείας. Από το 1989 έχει πρόωρη σύνταξη. Διάγνωση, νευρωτικές διαταραχές. Ο σύζυγος πήρε σύνταξη το 1990. Επέστρεψαν στην Ελλάδα το 1991.

Δεύτερη ομάδα

Η Μάρθα γεννήθηκε το 1945. Ήρθε στη Σουηδία το 1969. Αρχικά δούλεψε σε εργοστάσιο στη Νότια Σουηδία, σαν εργάτρια. Μετακόμισε στη Στοκχόλμη και εργάσθηκα σαν καθαρίστρια μέχρι τη χρονιά,το 1982, που μετακόμισε στη Ελλάδα. Ήταν ελεύθερη γιατρού στη Σουηδία δυό φορές. Την πρώτη για thyreodeacancer και τη δεύτερη για πόνους στη μέση. Εγκρίθηκε η συνταξιοδότησή της από το 1989 σε ηλικία 44 χρόνων. Διάγνωση thyreodeacancer. Έχει σύνταξη στην Ελλάδα από τον ΟΓΑ. Ο σύζυγος εργάζεται, δεν έχει συνταξιοδοτηθεί.

Η Σαρα γεννημένη το 1948, ήρθε στη Σουηδία το 1970 σε ηλικία 22 χρόνων. Αρχικά δούλεψε εργάτρια στη Σμολαντ. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1978 όπου εργάσθηκε καλλιεργώντας τα χωράφια της και σε δικό τους εστιατόριο. Συνταξιοδοτήθηκε, πρόωρα,  το Μάρτη του 1991 σε ηλικία 43 χρόνων.
Διάγνωση, Levercirrhos. Ο σύζυγος δεν έχει σύνταξη.

Η Άννα γεννήθηκε το 1936 και, ήρθε στη Σουηδία - Βορος - το 1965 όπου δούλεψε εργάτρια σε διάφορα εργοστάσια. Ήταν ελεύθερη γιατρού ένα χρόνο πριν μετακομίσει στην Ελλάδα το 1975. Έπασχε από  αρθρίτιδα, Ledgengsreumatism. Στην Ελλάδα δεν εργαζόταν και, δεν ζήτησε σύνταξη πριν το 1982. Συνταξιοδοτήθηκε το 1981 σε ηλικία 45 χρόνων. Διάγνωση ρευματική αρθρίτιδα στους ώμους και τα χέρια. ενοχλήσεις στη μέση και προβλήματα στο ένα νεφρό. Ο σύζυγος συνταξιοδοτήθηκε κανονικά, σε ηλικία 65 χρόνων το 1988.

 

Από τις συνεντεύξεις που παρουσιάσαμε, και άλλες που πάρθηκαν, προκύπτει ότι μόνο ένας ασφαλισμένος συνταξιοδοτήθηκε, κανονικά, στα 65. Επίσης ότι, οι γυναίκες της δεύτερης ομάδας έχουν συγκεκριμένη διάγνωση σε αντίθεση με αυτές της πρώτης ομάδας που πάσχουν από ασαφείς νευρωτικές διαταραχές.

Σημαντικό είναι να δούμε ότι, τα άτομα της πρώτης ομάδας συνήθως αρρωσταίνουν μετά από παραμονή 6 - 13 χρόνων στη Σουηδία. Οι γυναίκες της δεύτερης ομάδας διέμειναν στη Σουηδία εννιά χρόνια, πριν μετακομίσουν στην Ελλάδα. Σημαίνει αυτό ότι έφυγαν από τη Σουηδία πριν τον κρίσιμο χρόνο; Οι συνθήκες εργασίας και οι τόποι διαμονής και εργασίας, στη Σουηδία, είναι ομοιόμορφα και για τις δυό ομάδες. Άρχισαν σαν εργάτριες σε εργοστάσιο και σταμάτησαν σαν καθαρίστριες στη Στοκχόλμη. Πολύ γρήγορα, με τον ερχομό στη Στοκχόλμη, αρρώστησαν ή επαναπατρίσθηκαν.


Σε προηγούμενη έρευνα, η Εβα Γιεπσσον,"Απαιτήσεις της επαγγελματικής ζωής και τα βάσανα του ανθρώπου", προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: Ποιοι είναι σε μακροχρόνια αναρρωτική άδεια και οι συνθήκες που τους οδήγησαν εκεί. Ερευνά τη διαδικασία όπου, οι μακροχρόνια άρρωστοι, είναι ένα κεντρικό σημείο.
Η Ουλα Σερνερ, στην έρευνά της προσπάθησε να κατανοήσει πως ήταν η ζωή των γυναικών πριν και μετά τη συνταξιοδότηση. Γιατί, η προϊστορία βοηθάει να κατανοήσουμε κάτω από ποιές συνθήκες οι γυναίκες αρρώστησαν, πως αντιμετώπισαν την αρρώστια και τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις.


Τα χρονικά στάδια που ερευνήθηκαν είναι: Τα παιδικά χρόνια στην Ελλάδα, μετακόμιση στη Σουηδία, η ζωή στη Σουηδία και ο επαναπατρισμός. Είναι γνωστό ότι, η παιδική ηλικία και η ενηλικίωση είναι παράγοντες σημαντικοί για την ζωή μας. Ακόμα και αν δεν μπορεί να εντοπισθούν σχέσεις με αρρώστιες, η παιδική μας ηλικία παίζει ρόλο σημαντικό στον τρόπο που θα διαχειριστούμε δύσκολες καταστάσεις αργότερα. Γι αυτό, η Ουλα Σέρνερ, θεώρησε σημαντικό να μάθει τις συνθήκες ενηλικίωσής ( ανάπτυξης) τους στην Ελλάδα.

Κοινό γνώρισμα, όλων των γυναικών, είναι ότι προέρχονται από αγροτικές περιοχές, παντρεύτηκαν από προξενιό σε μικρή ηλικία, καμιά δεν είχε διαβάσει πέρα από το δημοτικό, ήταν αναλφάβητες ή με μερικές τάξεις στο δημοτικό σχολείο και ανεπάγγελτες. Είχαν γεννήσει πριν έρθουν στη Σουηδία, τα παιδιά μεγάλωσαν με τους παππούδες. Δεν υπάρχουν διαφορές στον τρόπο ζωής ανάμεσα στις δυό ομάδες. Μεγάλωσαν σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας. ( Μην ξεχνάμε ότι η χρονική περίοδος είναι η δεκαετία του 1950).
Ο σημαντικότερος παράγοντας μετανάστευσης στη Σουηδία ήταν οικονομικός. Η γεωργία δεν μπορούσε να τους θρέψει και άλλες ευκαιρίες εργασίας δεν υπήρχαν. Υπήρχε, όμως, και ένα στοιχείο περιπέτειας στην απόφασή τους για μετανάστευση. Μια λαχτάρα αντιμετώπισης του καινούργιου για το οποίο είχαν ακούσει διηγήσεις από γνωστούς τους. Ήθελαν, και οι ίδιοι, να δοκιμάσουν την τύχη τους και να κερδίσουν πολλά χρήματα. Συνήθως μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα σε Γερμανία και Σουηδία. "παντρέψου και έλα στη Σουηδία. Θα βρεις δουλειά αμέσως" έλεγαν γνωστοί ή συγγενείς εγκατεστημένοι στη Σουηδία. Η Χούντα δεν επηρέασε την απόφασή τους για μετανάστευση.

Σουηδία
Ήρθαν νέοι/ες γεμάτοι περιέργεια για τη καινούργια χώρα, που είχαν ακούσει μόνο ωραία λόγια. Δεν άφησαν πίσω τους μόνο φτώχεια, αλλά συγγενείς, φίλους και, αρκετοί ακόμα και τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι, διηγούνται ότι άρχισαν να δουλεύουν, αμέσως, με την άφιξή τους στη Σουηδία, χωρίς να γνωρίζουν σουηδικά ή οτιδήποτε για τις καινούργιες συνθήκες ζωής τους. Μετατράπηκαν από αγρότες σε εργοστασιακούς εργάτες σε λίγες ώρες. Όλοι είχαν βαρειές βιομηχανικές θέσεις εργασίας. Το πρόσωπό τους όμως λάμπει όταν αναφέρονται στο φιλικό τρόπο που τους υποδέχθηκαν στη νότια Σουηδία. Αναφέρουν, επίσης, ότι χαρακτηρίσθηκαν σαν καλοί εργαζόμενοι. Αρκετοί έγιναν επιστάτες. Ύστερα από μερικά χρόνια, στη νότια Σουηδία, μετακόμισαν στη Στοκχόλμη να δουλέψουν σαν καθαριστές. Σχεδόν όλοι, και στις δυό ομάδες, ήταν πολύ ενθουσιασμένοι από τη Σουηδία. Ήταν πολύ καλά, υπήρχε αλληλοσεβασμός. Ακόμα στα νοσοκομεία, οι γιατροί και οι δημόσιες υπηρεσίες μας φέρονταν πολύ καλά και ευγενικά. όλοι αναφέρονται στη πολύ καλή φροντίδα που είχαν. Παρόλο που εργάσθηκαν σκληρά και αρρώστησαν εδώ, δεν αποδίδει κανένας ευθύνες στις συνθήκες που επικρατούσαν στη Σουηδία.

Τα παιδιά.
Ήταν πολύ συνηθισμένο να μεγαλώνουν τα παιδιά στην Ελλάδα, και για τις δυό ομάδες. Τα παιδιά και η ευημερία τους, έχουν φυσικά μεγάλη σημασία για τους γονείς και ειδικά για τις μητέρες. Στις διηγήσεις των γυναικών γίνεται φανερό ότι, νόμιζαν πως ο χωρισμός τους από αυτά, θα ήταν σύντομος. πολύ σύντομος. Όμως ήταν συνηθισμένο φαινόμενο τα παιδιά να στέλνονται στους γονείς τους και ξανά στις γιαγιάδες. Στην πραγματικότητα, οι γυναίκες πίστευαν πως ότι έκαναν ήταν για το καλύτερο των παιδιών τους και, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον ψυχικό πόνο που ο περιστασιακός αυτός χωρισμός προκαλούσε τόσο στα παιδιά όσο και στους ίδιους. Πολλοί από τους γονείς εξέφρασαν τον πόνο και την πίκρα τους όταν αναφέρονταν στα παιδιά τους. Αργότερα κατάλαβαν ότι ο χωρισμός αυτός, μπορεί να έχει επιδράσει στην υγεία τους. Η Μάγδα γέννησε στη Σουηδία, και άφησε το τριών μηνών παιδί στους παππούδες, στην Ελλάδα. Έκλαιγαν, οι γυναίκες,  όταν αναφέρονταν στο χωρισμό τους.

Οι γονείς που είχαν τα παιδιά τους στη Σουηδία έδωσαν ένα πρακτικό τρόπο στη φροντίδα τους. Δυό τρία ζευγάρια δούλευαν βάρδια, ώστε πάντα κάποια γυναίκα να είναι σπίτι και να φροντίζει τα μικρά ή έφερναν εδώ μιά γιαγιά. Πολλά από τα παιδιά αυτά, ενηλικιωμένοι πλέον, που συναντήσαμε μας διηγήθηκαν με τρόπο συγκινητικό και συγκλονιστικό το χωρισμό από τους γονείς τους. Μια κοπέλα διηγήθηκε, ότι υπήρχαν πολλά παιδιά στο ίδιο χωριό, με γονείς στη Σουηδία, που μεγάλωσαν μαζί. Είχε μια δασκάλα  που αντιμετώπιζε εμάς  "τα παιδιά χωρίς γονείς" στη γιορτή της μητέρας, και όχι μόνο, με κατανόηση. ποτέ όμως δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τη μάννα μας. Τα παιδιά που πηγαινοέρχονταν, μεταξύ Σουηδίας και Ελλάδας, είχαν εμφανή γλωσσικά προβλήματα και, αντιμετωπίζονταν κοροϊδευτικά από τα άλλα παιδιά.

Στη Στοκχόλμη
Σχεδόν όλοι, μετά από λίγα χρόνια παραμονής και εργασία στη νότια Σουηδία, μετακόμισαν στη Στοκχόλμη. Το μοντέλο που ακολουθήθηκε είναι αυτό της αλυσιδωτής μετανάστευσης. Είχαν γνωστούς ή συγγενείς, στη Στοκχόλμη, που τους έλεγαν ότι είναι καλά, υπάρχει δουλειά και πολλά χρήματα. Συνήθως όλοι δούλευαν εξαντλητικά σαν καθαριστές. Έτσι άρχισαν να εμφανίζονται τα προβλήματα. Η άριστη εξυπηρέτηση, η φροντίδα, που είχαν στις μικρές πόλεις του νότου, δεν υπήρχε στη Στοκχόλμη όπου, έγιναν ξαφνικά ανώνυμοι μετανάστες που δούλευαν πολλές ώρες καθημερινά. Δουλεύαμε από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα, λέει ο σύζυγος της Μάγδας, επτά χρόνια συνεχώς. Στο τέλος, η Μάγδα, ζύγιζε 43 κιλά. Δεν μπορούσε να εργασθεί άλλο. Άλλη, σημαντική αλλαγή που σημειώθηκε, είναι οι ελάχιστες ή μηδαμινές κοινωνικές επαφές. Η έλλειψή τους επιδείνωσε την υγεία και την ευημερία τους. Η κοινωνική ζωή της Μάγδας περιορίζονταν σε μια νοσοκόμα που πήγαινε σπίτι για να κάνει ενέσεις. Μόνο αυτή με βοηθούσε, δεν υπήρχε κανένας άλλος, διηγιέται η ίδια. Οι κοινωνικές επαφές άλλων γυναικών, περιορίζονταν στην αυλή. Εκεί συναντούσαν ελληνίδες, σουηδέζες και γυναίκες από άλλες χώρες για να πιούν καφέ.

 

Επαναπατρισμός.

Επέστρεψαν στην Ελλάδα. Τι τους οδήγησε να πάρουν την απόφαση αυτή; Τι έγινε μετά; Εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες τους;
Η Μάγδα, αναφέρει ότι η επιθυμία να μάθει ο μικρός τους γιός ελληνικά -είχε ήδη πάει τρείς τάξεις σε σουηδικό σχολείο-, ήταν καθοριστική στην επιλογή τους. Τα δυό μεγαλύτερα παιδιά δεν έμαθαν την ελληνική γλώσσα. Δυστυχώς δεν έγινε κατορθωτό. Είχε πρόσθετη διδασκαλία στα ελληνικά. Επιμείναμε πολύ, πληρώσαμε δασκάλους για να εκπληρωθεί η επιθυμία μας.
Το κλίμα, συνεχίζει η Μάγδα, είναι καλύτερο στην Ελλάδα και δακρύζει όταν αναφέρεται στη Σουηδία.
Η Μάγδα πηγαινοέρχεται στη Σουηδία. Μετά από τρεις μήνες παραμονής της εκεί είναι χαρούμενη που ξανάρχεται στην Ελλάδα και νοσταλγεί την ημέρα που θα ξαναπάει στη Σουηδία, λέει ο άνδρας της. Χαρακτηριστική περιγραφή όσων έχουν παιδιά, εγγόνια στη Σουηδία. Είναι δύσκολα για μένα, συνεχίζει η Μάγδα. Στη Σουηδία με αποκαλούν ελληνίδα, στην Ελλάδα Σουηδέζα.

Είναι πολύ σημαντικό να επεξεργαστείς στο μυαλό σου και να προγραμματίσεις την επιστροφή σου, κάτι που η Μάγδα δεν έκανε. Ο άνδρας της αποφάσισε την επιστροφή τους. αυτός έκρινε ότι το τρίτο τους παιδί έπρεπε να πάει σχολείο στην Ελλάδα για να γίνει έλληνας.


Η Μάρθα επέστρεψαν μετά από εννιά χρόνια παραμονής στη Σουηδία.ήταν άρρωστη, όχι όμως ελεύθερη γιατρού ή πρόωρα συνταξιοδοτημένη. Ο κύριος λόγος, επιστροφής, ήταν η εκπαίδευση των παιδιών να γίνει σε ελληνικά σχολεία. Οι παππούδες είχαν περάσει τα 70 και δεν μπορούσαν να φροντίσουν τα εγγόνια. Μετάνιωσα, λέει ο άντρας της Μάρθας, είναι όμως αργά. Δεν γίνεται να γυρίσω το ρολόι πίσω στο χρόνο. Μια κόρη της Μάρθας, μεγαλωμένη στην Ελλάδα, παντρεύτηκε και πήγε στη Σουηδία.

Η Μάρθα ήταν άρρωστη με σαφή διάγνωση. δεν ήθελε όμως να πάρει πρόωρη σύνταξη 36 χρόνων. Αυτή είναι η διαχωριστική γραμμή, η κύρια διαφορά, ανάμεσα στις δυό ομάδες. Τα αντρόγυνα  της πρώτης ομάδας ήρθαν στην Ελλάδα με πρόωρη σύνταξη. δεν είχαν καμιά απασχόληση μετά την επιστροφή, σε αντίθεση με τα άτομα της δεύτερης ομάδας. Πρόβλημα ταυτότητας δεν φαίνεται να υπήρχε στη δεύτερη ομάδα, ακόμα και όταν λένε ότι υπήρχαν δυσκολίες στην αρχή. Η απόφασή τους να επαναπατρισθούν και να ζήσουν στην Ελλάδα, ήταν σαφής. Δεν πηγαινοερχόντουσαν στην Σουηδία.

Υπήρχαν πολλά κοινά στοιχεία επαναπατρισμού και στις δυό ομάδες: τα παιδιά, οι γονείς, και η επιθυμία επιστροφής. Η διαφορά είναι στην αμφιθυμία που χαρακτήριζε τις γυναίκες της πρώτης ομάδας στην προσπάθεια επανένταξή τους στην ελληνική κοινωνία. Αισθάνονται "σουηδοί" με πολλούς τρόπους και μετανάστες στην πατρίδα τους. Μετακόμισαν, γιατί οι κλιματολογικές συνθήκες είναι καλύτερες, ελπίζοντας ότι θα γιατρευτούν.
Οι γυναίκες της δεύτερης ομάδας, ξεκαθάρισαν ότι η παραμονή τους στη Σουηδία ήταν μια παρένθεση και ότι ανήκουν στην Ελλάδα. Αποφάσισαν την επιστροφή τους πριν φθαρθούν τελείως. δεν ήθελαν να υποστούν περισσότερες ψυχικές και σωματικές δοκιμασίες.

 

 

<<<προηγούμενο | επόμενο >>>

συνεχίζεται

 

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, Νοέμβρης 2012

 

 

Βιβλιογραφία:

Förtidspensioner bland grekiska kvinnor bosatta i Grekland, Ulla Gerner 1994

Utslagningen och rätten till arbete, Arbete och hälsa nr 13, Berglind, H (1991)

Läkarens sjukskrivningsmönster - en enkät till sjukskrivande läkare, Eva Karsryd

Invandrare & minoriteter,Ekbland, S

 

 

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας