Ο Marx είχε υποστηρίξει ότι: «η κοινωνική πρόοδος μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια από τη θέση της γυναίκας σε μια δεδομένη κοινωνία».
Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι, καθορίζεται από την θέση των μεταναστών στην κοινωνία.

Συγκρίνοντας τη μεταναστευτική πολιτική της Σουηδίας με αυτή της Ελλάδας, βγάζουμε(;) συμπεράσματα για την κοινωνική πολιτική, το πολιτικό ήθος... στις δυό χώρες.

"Ο τραμπουκισμός και ο χαφιεδισμός πάντα ήταν η ουσία της “δημόσιας τάξης”, τώρα λίγο πιο εξόφθαλμα, πιο “νοσταλγικά”. Ας δούμε τους νέους νόμους και τις νέες πρακτικές με ολίγον από το ιδεολογικό σκεπτικό τους... Ας ξεκινήσουμε από αυτό:

Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα να διατάσσεται από κάθε αστυνομικό διευθυντή η απέλαση κάθε αλλοδαπού σε βάρος του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κάθε πλημμέλημα χωρίς να απαιτείται καν τελεσίδικη καταδίκη από δικαστήριο.

Αυτά ούτε επί Μεταξά – τέτοια προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας..."

Μετανάστευση, Προέλευση

Η μεγάλη εισαγωγή εργατικής δύναμης-στη Σουηδία - άρχισε με το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Όταν η οικονομική ανάπτυξη ήταν τόσο γρήγορη που, το εργατικό δυναμικό δεν αρκούσε να καλύψει τις ανάγκες της παραγωγής.
Η ανάγκη εργατικής δύναμης ήταν άμεση και, το 1946 η κυβέρνηση όρισε μια επιτροπή επεξεργασίας που πρότεινε ότι, οργανωμένη μεταφορά εργατικού δυναμικού θα πρέπει να γίνει από χώρες εκτός Σκανδιναβίας για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Τη δεκαετία του 1950 ήρθαν -στη Σουηδία- κατά μέσο όρο 10.000 μετανάστες το χρόνο ενώ, το ´60, όπου ήταν η μαζικότερη εισροή μεταναστών, μεταξύ 30.000 και 60.000 το χρόνο.
Η μετανάστευση ακολούθησε την οικονομική διακύμανση. Η Σουηδία εισήγαγε μετανάστες, δεν είχε όμως καμιά συνειδητή/επεξεργασμένη πολιτική μετανάστευσης. Οι σουηδικές επιχειρήσεις είχαν την άδεια της κυβέρνησης να εισάγουν εργατικό δυναμικό. επιχειρήσεις και εργατικά σωματεία συνεργάσθηκαν για αυτόν το σκοπό.

Προηγούμενες έρευνες μελέτησαν τη συνάντηση γυναίκας μετανάστριας με τη σουηδική υγειονομική περίθαλψη. Οι λόγοι μετανάστευσης είναι κοινωνικοοικονομικοί. Προσπάθεια για ένα καλύτερο μέλλον. Ένα μέρος γυναικών προερχόμενες από φτωχές χώρες της Μεσογείου, δεν είχε παρακολουθήσει βασικές σπουδές ή ήταν ανεπάγγελτες. Πολλές είχαν ασχοληθεί μόνο με οικιακά ή έκαναν γεωργικές εργασίες. Μεγάλο ποσοστό ήταν αναλφάβητες. Άφησαν τη χώρα τους γιατί δεν  είχαν οικονομική σιγουριά, υπήρχε μια επιταχυνόμενη ανεργία. Πολλές ήταν καταπιεσμένες πολιτικά. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε την προέλευση, τις συνθήκες της προηγούμενης ζωής τους, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους όρους διαβίωσής τους.

Είχαν την πρόθεση να μείνουν ένα μικρό διάστημα στη Σουηδία, να εργασθούν σκληρά για να κερδίσουν αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, να χτίσουν ένα σπίτι και να κάνουν κάποια δικιά τους επιχείρηση.
Θεωρούσαν ότι, επειδή η παραμονή τους στη Σουηδία θα ήταν σύντομη, δεν υπήρχε κανένας λόγος να προσαρμοσθούν στη σουηδική κοινωνία ή να μάθουν σουηδικά. Εκτός αυτού, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για να μάθουν σουηδικά, γιατί δούλευαν πολύ πέρα από το οχτάωρο, συχνά περισσότερες από 17 ώρες.

Οι κυβερνήσεις και οι υπηρεσίες της Σουηδίας έβλεπαν τους μετανάστες προσωρινούς που, θα έφευγαν αργά ή γρήγορα. Δούλευαν -οι μετανάστες- σε τέτοιες δουλειές που οι σουηδοί απέφευγαν.
Το 1964 άρχισε να διαμορφώνεται η γνώμη ότι οι μετανάστες θα μείνουν. Άρχισε δημόσια συζήτηση που τους αντιμετώπιζε τους σαν ανθρώπινα όντα. Συζητούσαν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. Η εισροή μεταναστών συνέχισε αν είναι ανεξέλεγκτη ακριβώς γιατί η Σουηδία δεν είχε επεξεργασμένη πολιτική για το θέμα. Δεν υπήρχαν αποφάσεις πως θα προγραμματισθεί η μετανάστευση, που θα εγκατασταθούν. Οι υπηρεσίες που είχαν την φροντίδα τους δεν είχαν προετοιμαστεί για εισβολή, μαζική ροή, μεταναστών. Το 1967 εισήχθη η ρυθμιζόμενη μετανάστευση εργατικού δυναμικού όπου, η άδεια παραμονής θα είναι συνδεδεμένη με την άδεια εργασίας. Έτσι τελείωσε η ελεύθερη μετανάστευση.

Το 1972 έγινε μια διακοπή στην εισαγωγή εργατικού δυναμικού. Η ελεγχόμενη μετανάστευση δεν επηρέασε την πραγματική -μετανάστευση- σε σημαντικό βαθμό. Οι συγγενικοί δεσμοί επέδρασαν σ´ αυτό. Το 1989 υπήρχαν στη Σουηδία 456.000 αλλοδαποί, 758.00 γεννημένοι εκτός Σουηδίας και 1,3 εκατομμύρια πρώτης και δεύτερης γενιάς μεταναστών. Το ένα τρίτο από αυτούς, ήταν εγκατεστημένο στη Στοκχόλμη.

Δυσκολίες των μεταναστών στην αγορά εργασίας.

Οι μετανάστες, στις αρχές του 1990, αποτελούν το 5,6 % του εργατικού δυναμικού αλλά, αντιπροσωπεύουν το 40% που είναι γραμμένοι άρρωστοι για περισσότερες από 90 μέρες με το αιτιολογικό του απροσδιόριστου πόνου. Το ποσοστό είναι πολύ περισσότερο ανεβασμένο για τους μετανάστες που έρχονται από τη Νότια Ευρώπη. Σε περιόδους ανεβασμένης ανεργίας γίνεται φανερό ότι, ο εργοδότης δεν είναι πρόθυμος να προσλάβει μετανάστες, ιδιαίτερα δε αυτούς που είχαν μακροχρόνια αναρρωτική άδεια. Πολλοί διερωτούνται: γιατί να αποκαταστήσουμε μετανάστες που θα οδηγηθούν στην ανεργία; Για την πρόληψη της περιθωριοποίησης και μόνιμο αποκλεισμό από την εργασία. Με πρόωρη συνταξιοδότηση τα άτομα αυτά περιθωριοποιούνται με καταστροφικές συνέπειες τόσο για τους ίδιους, όσο και για τις δυνατότητες των παιδιών τους να είναι ισορροπημένα και δραστήρια κοινωνικά. Υπάρχει λόγος ανησυχίας, δηλώνει η υπουργός μεταναστών Φριγγεμπο (1993). Οι παλιοί μετανάστες φεύγουν από την αγορά εργασίας και οι νέοι είναι αποκλεισμένοι από την αρχή.

Μακροχρόνια, η μετανάστευση σημαίνει περιορισμούς στη ζωή. Ο μετανάστης, διακινδυνεύει να γίνει κοινωνικά, πολιτιστικά και, συναισθηματικά φτωχότερος. Η μοναδική αποζημίωση που τους προσφέρει η κοινωνία είναι οι υψηλές υλικές απολαβές. Οι  γνώμες είναι διχασμένες εάν και πότε θα γίνει αποκατάσταση υγείας. Υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν ότι η γρήγορη αντιμετώπιση έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Άλλες επισημαίνουν τη σημασία της κατάλληλης στιγμής.

Στον οικονομικό προϋπολογισμό 1991 - 92 διατέθηκαν 500 εκατομμύρια κορώνες, άλλα τόσα στον προϋπολογισμό του επόμενου χρόνου. Αν και τα χρήματα αυξήθηκαν σε 700 εκατομμύρια. κορώνες τη χρονιά 1993 - 94 για χρησιμοποίηση εξειδικευμένου προσωπικού επαγγελματικής αποκατάστασης, οι πρόωροι συνταξιούχοι συνέχισαν να αυξάνονται.

 Ο όρος, αποκατάσταση

Ο όρος αποκατάσταση, χρησιμοποιείται σαν γενικός όρος για όλα τα ιατρικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και, μέτρα προσανατολισμένα στην εργασία που παίρνονται για να βοηθήσουν άρρωστα και τραυματισμένα άτομα, προκειμένου να ξαναβρούν/αποχτήσουν την καλύτερη δυνατή ικανότητα και προϋποθέσεις για μια καλή ζωή.
Στο νόμο για γενική ασφάλιση (AFL 2:11) ό όρος αποκατάσταση περιγράφεται σαν: ”ενέργειες που είναι δυνατό να συντομεύσουν την περίοδο ασθένειας ή με άλλο τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, να προλάβουν ή να σταματήσουν τη μείωση ικανότητας για εργασία του ασφαλισμένου ”.

Έχει υπολογισθεί ότι, το οικονομικό κέρδος για την κοινωνία για κάθε μακροχρόνια άρρωστο που επανέρχεται στη δουλειά, κυμαίνεται μεταξύ 1,7 και 2,1 εκατομμύρια κορώνες. Εάν, σε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης 35 ατόμων μέσης ηλικίας, ένα μόνο άτομο επανέλθει στη δουλειά, αρκεί για να καλύψει οικονομικά την αποκατάσταση των υπολοίπων 34.

Τη δεκαετία του 1970 η κυριαρχούσα άποψη στον τύπο για τους άρρωστους και πρόωρα συνταξιούχους ήταν η προβληματοποίηση των δυσκολιών να τους βοηθήσουν. Την τελευταία περίοδο (1994) γίνεται αντιληπτό ότι το ίδιο φαινόμενο στον καθημερινό τύπο αντιμετωπίζεται σαν κοινωνικό και, πρόβλημα που επιβαρύνει οικονομικά τις επιχειρήσεις. Οι άρρωστοι εμφανίζονται όλο και περισσότερο σαν κομπιναδόροι και μικροαπατεώνες που εκμεταλλεύονται το ασφαλιστικό σύστημα ενώ οι πρόωρα συνταξιοδοτημένοι ανεκμετάλλευτη εργατική δύναμη (Marklund 1992)

Συνέπειες εμφάνισης της ασθένειας.

Ανεξάρτητα από το πως μετρούμε την κατάσταση της υγείας, οι μετανάστες από τις περισσότερες χώρες μαζικής προέλευσης έχουν χειρότερη υγεία από τους γεννημένους στη Σουηδία. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι προερχόμενοι από Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία και Τουρκία. Η πρόωρη συνταξιοδότηση μεταναστών συζητιέται πολύ συχνά. Μελετώντας τις αναρρωτικές άδειες, ανακαλύπτεις σύμφωνα με το SBU (Κέντρο Γνώσης για την Υγεία (1989) ) ότι, οι πρόωρα συνταξιούχοι είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου.

Στην έκθεση "Υγεία και ασθένεια στο Ρινκεμπι"(1992) το 71 τις εκατό, από τους 195 ερωτηθέντες γεννημένους το 1960, απάντησε ότι, κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου υπόφεραν από ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: γενική κόπωση, δυσκολία να κοιμηθούν, νευρικότητα και βαθιά κατάθλιψη. 45 τις εκατό απάντησε ότι υποφέρουν από καθημερινό πόνο στους ώμους, το σβέρκο, την πλάτη. Βρήκε επίσης μια μεγάλη σχέση μεταξύ αυτών που εμφάνισαν υψηλές απαιτήσεις και λίγο έλεγχο στο χώρο εργασίας και αυτών που υπέφεραν από καθημερινό πόνο. Υπήρχε μεγάλη απομόνωση έξω από το χώρο της οικογένειας.

Οι λόγοι για την μειωμένη ψυχική ευεξία στην παραπάνω κατηγορία μπορεί να είναι πολλοί, π.χ έλλειψη κοινωνικών επαφών, η αποκοπή από τις ρίζες, ανησυχία για τους συγγενείς στην πατρίδα, ανεργία, οικονομικά προβλήματα.
Στις περιπτώσεις πόνου, το άτομο έχει την υποστήριξη ή κριτική συμπεριφορά του περιβάλλοντος για τη συμπεριφορά του. Κρίνουμε -οι σουηδοί- τη συμπεριφορά των άλλων με βάση τα δικά μας πρότυπα. Γι αυτό ένας σουηδός μπορεί να θεωρεί ότι μερικοί μετανάστες έχουν χαμηλό όριο πόνου όταν τον περιγράφουν. Εκφράζεται η άποψη ότι υπάρχουν ψυχολογικές, συναισθηματικές, κοινωνικές και σωματικές συνιστώσες σ᾽ αυτό που ονομάζουν υπαρξιακό πόνο. Δεν υπάρχουν ενεργά φάρμακα για την αντιμετώπισή του. Ακόμη ότι, η αρρώστια είναι περισσότερο ένα φαινόμενο πολιτιστικό παρά βιολογικό.

Μελετώντας τη βιβλιογραφία βλέπουμε ότι η διαφορά πολιτισμού ανάμεσα στη χώρα προέλευσης και παραμονής είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Υπάρχουν επίσης πολλές κοινωνικές αλλαγές. π.χ. Οι μετανάστες προέρχονται από την ύπαιθρο, έχουν χαμηλή εκπαίδευση , έχουν εργασιακή εμπειρία από γεωργικές ασχολίες, συναντούν μια υψηλού επιπέδου βιομηχανική κοινωνία και μπαίνουν σε μια μεγάλη ψυχική δοκιμασία. Μεταφέρεται νοερά πολλές δεκαετίες μπροστά. Για πολλούς η μετανάστευση είναι μια παρατεταμένη πίεση, άγχος. Όταν, προστίθενται δυσκολίες σχετικές με συναισθηματικές ή υπαρξιακές συγκρούσεις, αλλαγές στον τρόπο ζωής, ονειρεύεται επιστροφή στην πατρίδα. Όταν αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η πραγματικότητα γίνεται περισσότερο συγκεκριμένη με απομόνωση,, κοινωνικά προβλήματα, νοσταλγία για την πατρίδα,, ανησυχία για το μέλλον των παιδιών, οδηγούν πολλούς μετανάστες σε πολύ δύσκολες συνθήκες  που επηρεάζουν την ψυχική και φυσική υγεία τους. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται περίπου 10 -15 χρόνια παραμονής στην καινούργια χώρα.

Οι εργασίες, αποκατάστασης υγείας, γίνονται σε επιστημονική βάση. παρακολούθηση δραστηριοτήτων και συνεχή έρευνα/αξιολόγηση.
Το προσωπικό, στα κέντρα αυτά, δουλεύει σε ομάδες που συμμετέχουν γιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, φυσιοθεραπευτές, εργασιοθεραπευτές και νοσοκόμες.

Για να μπορέσουν να εργασθούν με τις ομάδες των ασθενών που δεν γνώριζαν σουηδικά, το προσωπικό εκπαιδεύθηκε ώστε να μπορεί να επικοινωνεί μέσω διερμηνέα. Για τους έλληνες ασθενείς στο πρόγραμμα αποκατάστασης υγείας του Καρολίνσκα, προσλήφθηκαν δυο διερμηνείς. Στην ομάδα προέκυψε το πρόβλημα της καλής γνώσης της σουηδικής γλώσσας. Οι διερμηνείς χρησιμοποιούσαν ακαδημαϊκή γλώσσα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εκνευρισμός τόσο στους ασθενείς όσο και στους διερμηνείς.

Πολιτιστικές πληροφορίες για την Ελλάδα.

Ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών  από την Ελλάδα, που ζουν στη Σουηδία, είχαν μικρούς γεωργικούς κλήρους. Αρχίζουν να δουλεύουν από μικρές ηλικίες σε οικογενειακά αγροκτήματα και είναι άμεσα  επηρεασμένοι από τη γεωργική κοινότητα. Η γυναίκα έχει αναλάβει τις δουλειές στο σπίτι και ο άνδρας τις εξωτερικές ασχολίες. Ένα μεγάλο ποσοστό έχει χαμηλή εκπαίδευση, έχουν παρακολουθήσει μέχρι έξη τάξεις στο δημοτικό σχολείο. Δεν έχουν εμπειρία να είναι υπάλληλοι ή βιομηχανικοί εργάτες. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία, 20 τις εκατό είναι αναλφάβητοι.

Σκοπός του ξενιτεμού ήταν να κερδίσουν αρκετά χρήματα, δουλεύοντας σκληρά μερικά χρόνια, για να μπορούν να ξαναγυρίσουν στην Ελλάδα.
Δεν είναι ασυνήθιστο να δουλεύουν ακόμα περισσότερο από 17 ώρες το 24ωρο. Η επιθυμία του επαναπατρισμού είναι πολύ δυνατή. Πολλοί έστειλαν τα παιδιά τους στους παππούδες, να μεγαλώσουν στην Ελλάδα ώστε, "να μη χάσουν την κουλτούρα τους".

Οι γονείς μπορούσαν τώρα να δουλεύουν ακόμα σκληρότερα, να κερδίσουν γρήγορα αρκετά χρήματα, να επιστρέψουν στην Ελλάδα, στα παιδιά τους, και να προσπαθήσουν να κάνουν μια δικιά τους δουλειά.
Τα συμπτώματα ασθενείας που παρουσιάζουν (1994) έχουν ψυχοσωματικό χαρακτήρα ενώ, στη δεύτερη γενιά εντοπίζονται προβλήματα που προκάλεσε ο χωρισμός
Τα παιδιά χρησιμοποιούνται, συχνά, σαν μεταφραστές μέσα στην οικογένεια και εξηγούν στους γονείς πως λειτουργούν οι υπηρεσίες. Οι γονείς θεωρούν ταπεινωτικό να εξαρτώνται από τα παιδιά τους και, να αγνοούν οι ίδιοι πως θα προχωρήσουν στην κοινωνία. Οι άνδρες είναι η ευάλωτη ομάδα. Είναι αυτοί που χάνουν τα περισσότερα μεταναστεύοντας. Στην Ελλάδα είχαν τις επαφές προς τα έξω και ένα ρόλο εκ των προτέρων ενώ, στη Σουηδία είναι άμεσα εξαρτώμενοι από άλλους.

Ένα μεγάλο πρόβλημα, ανάμεσα στους άνδρες, είναι η χαρτοπαιξία. Υπάρχουν άνθρωποι που χάσανε όλες τους τις οικονομίες σε μια νύχτα. Έσβησε έτσι το όνειρο επιστροφής στην πατρίδα.

Το προσωπικό διαπίστωσε μια δυσκολία που είχαν οι έλληνες να μιλήσουν για τα προβλήματά τους ανοιχτά και τα κρύβει ο ένας από τον άλλο. Γι αυτό δεν συζητούσε, με τους έλληνες, παρουσία άλλων αλλά επισκέπτονταν χωριστά τον καθένα στο σπίτι.

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, Φλεβάρης 2012

 

Βιβλιογραφία
1. Om sjukskrivning,  Marianne Bjernbäck, Ingvar Lundberg m.fl
2. Om rehabilitering, Alf Bergroth
3.Köp av yrkesinriktad rehabilitering, Christina Lindholm
4.Rehabilitering av grekiska och turkisla invandrare, Agneta Axelsson-Berggren, Jocelyne Ängeslevä

 

 

 

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας