1940.

Η ανδρεία στον πόλεμο της ηρωικής παράδοσης, η υψηλότερη αρετή των Ελλήνων, ήταν διάχυτη στα χιονισμένα και παγωμένα Αλβανικά βουνά.

Πολεμική ανταπόκριση, από την Αθήνα


Ο Γκούναρ Σέντερσχιόλτ (Gunnar Cederschiöld, ήταν πολεμικός ανταποκριτής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και αντιπρόσωπος σουηδικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα πριν το 1940. Βρέθηκε, ξανά, από τις πρώτες μέρες του πολέμου σαν πολεμικός ανταποκριτής στο Αλβανικό μέτωπο και κάλυψε τις πολεμικές επιχειρήσεις με δεκάδες ανταποκρίσεις στο σουηδικό τύπο.

Αθήνα 12 Νοεμβρίου 1940

Οι Έλληνες έχουν αναμφισβήτητα πετύχει μια μεγάλη νίκη απέναντι στους Ιταλούς. Η νίκη αυτή μπορεί, ίσως, να συγκριθεί με τη μάχη που δόθηκε (σε μικρότερη κλίμακα) στις λίμνες Μασούριαν (Masurian) στην Πολωνία.
Είναι απόλυτα σίγουρο, ότι η πρώτη Ιταλική επίθεση αποκρούστηκε και οι απώλειες των επιτιθέμενων σε στρατιώτες και πολεμικό υλικό είναι πολύ μεγαλύτερες από τις απώλειες των αμυνόμενων.
   Η νίκη είναι αποτέλεσμα μια εξαιρετικά ανώτερης στρατιωτικής επιδεξιότητας και ευελιξίας, καλύτερο ηθικό στους στρατιώτες και τους αξιωματικούς, καλύτερη γνώση της περιοχής, παρόλη την συντριπτική υπεροχή των Ιταλών σε πολεμικό υλικό.
   Η επιθετική μεραρχία του Alpini που καταστράφηκε, ήταν μια από τις καλύτερες Ιταλικές μεραρχίες. Τι θα συμβεί στη συνέχεια;


   Οι Ιταλοί αντικατέστησαν τον αρχιστράτηγο, και πρέπει, αν μη τι άλλο, για την υπόληψή τους να εξαπολύσουν μια άλλη επίθεση. Αλλά αυτό χρειάζεται χρόνο. Η μεταφορά στρατευμάτων και πολεμικού υλικού δυσκολεύεται από αεροπορικές επιδρομές στα λιμάνια φόρτωσης Bari, Brindisi, τα Αλβανικά λιμάνια, και από τον υποβρύχιο πόλεμο από αγγλικά και ελληνικά υποβρύχια στην Αδριατική θάλασσα. Οι φθινοπωρινές βροχές έχουν αρχίσει και το έδαφος γίνεται όλο και περισσότερο αδιάβατο. Οι πλαγιές και τα μικρά ποτάμια (ρυάκια) έχουν γίνει καταρράκτες και ορμητικοί χείμαρροι όπου εκατοντάδες Ιταλοί στρατιώτες έχουν ήδη χαθεί. Οι πεδινές περιοχές που βρίσκονται κοντά στις ακτές σύντομα θα γίνουν ένας βάλτος που θα θυμίζει το δάσος Houlhoulst στο βελγικό μέτωπο, όπου κάποτε στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είδα μια μονάδα πυροβολικού (artillerianspann) να εξαφανίζεται στη λάσπη με αμάξια, αμαξάδες και όλα τα άλλα. Όπου ούτε τα αμφίβια τανκ μπορούν να περάσουν.

   Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο είναι πολύ συγκρατημένο, αλλά πεπεισμένο ότι ο ελληνικός στρατός θα απωθήσει όλες τις Ιταλικές επιθέσεις.
Το μεγάλο πρόβλημα τώρα δεν είναι η Ιταλία, αλλά η Γερμανία. Δεν έχω όμως καμιά ιδέα, αν η Ελληνική ηγεσία που μέχρι τώρα ήταν πολύ ενημερωμένη έχουν κάποιους φόβους προς αυτήν την κατεύθυνση. Μεταξύ τους όμως συχνά συζητούν την περίπτωση να ζητήσουν οι Γερμανοί διέλευση από τη Γιουγκοσλαβία και, στην περίπτωση αυτή, πως θα αντιδράσουν οι Γιουγκοσλάβοι. Αυτό είναι πιθανότερο από μια επίθεση μέσω της Βουλγαρίας, η οποία πιστεύεται ότι θα βάλει και την Τουρκία στον πόλεμο.
   Ο Έλληνας υπουργός που βρίσκονταν στη Ρώμη, επέστρεψε πριν μερικές μέρες στην Αθήνα. Μέσω κοινών φίλων έμαθα, πως του συμπεριφέρθηκαν πριν την αναχώρησή του από τη Ρώμη.

   Τη Δευτέρα, στις 28 του Οκτώβρη, την ημέρα που ξέσπασε ο πόλεμος, έγινε διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και του τηλεφώνου, στο οίκημα, της ελληνικής αντιπροσωπείας. Το κτήριο περικυκλώθηκε από καραμπινιέρους, και ο υπουργός δεν έλαβε καμιά ειδοποίηση για τις σχέσεις των δύο χωρών. Μόλις την Τετάρτη το πρωί μπόρεσε ο τούρκος υπουργός να πάρει άδεια να τον επισκεφτεί και να του διηγηθεί τι συνέβη. [...]

Τάγματα ασφαλείας και κουκουλοφόροι προδότες σε καθημερινή δουλειά. Το χαρακτικό ανήκει στην Α.Γ.Ε.Τ. ΗΡΑΚΛΗΣ

   Σε άλλη ανάρτηση αναφέρει.

Τα δύσκολα προβλήματα του ηττημένου

   «Αν ο σκοπός του ταξιδιού μου στην Ελλάδα ήταν να σπουδάσω τον χαρακτήρα των Ελλήνων, δεν μπορούσα να βρω καλύτερες συνθήκες από τις σημερινές στα τελευταία χίλια χρόνια. Σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους έχω δει πως αντιδρούν οι Έλληνες σε συνθήκες που μεταβάλλονται πολύ γρήγορα: τους είδα να ζουν με την ελπίδα πως η χώρα τους θα είναι μια προστατευόμενη νησίδα στο μέσο του Ευρωπαϊκού Αρμαγεδδώνα και να προσπαθεί να αποφύγει τη συμμετοχή της στο ένα ή το άλλο στρατόπεδο των αντιμαχόμενων.
   Ένιωσα τη σιωπηλή οργή τους όταν τορπιλίστηκε το «Έλλη». Υπήρξα μάρτυρας στην έκρηξη του πατριωτισμού και την προθυμία τους να θυσιαστούν για την πατρίδα τους, όταν η Ιταλία επιτέθηκε στην Ελλάδα. Άκουσα του πανηγυρισμούς τους στην Πίνδο και την Κλεισούρα.
Συμμετείχα στη λύπη τους όταν πέθανε ο Μεταξάς και θαύμασα την άμεση αντίδρασή τους για τη συνέχιση του αγώνα. Τους είδα να πεθαίνουν από πείνα, να παθαίνουν κρυοπαγήματα στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, να νοσηλεύουν και να περιποιούνται πληγωμένους Ιταλούς αιχμάλωτους, να υποφέρουν και να πεθαίνουν σε νοσοκομεία στα Γιάννενα και στην Αθήνα.

   Θαύμασα την περιφρόνησή τους στον θάνατο όταν ήταν πρόθυμοι να κάνουν το παν για να υπερασπίσουν την πατρίδα τους ενάντια στην ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη. Την ασύγκριτη ηρεμία τους όταν ο πρωθυπουργός τους αυτοκτόνησε από απόγνωση, όταν φήμες για προδοσία κυκλοφορούσαν στους δρόμους και τα σαλόνια.
Έζησα τη συνθηκολόγηση, όταν όλα είχαν χαθεί εκτός από την τιμή. Σ’ αυτές τις τελευταίες βδομάδες απορώ για την απίστευτη ευελιξία τους και την ικανότητα προσαρμογής τους στις καινούργιες συνθήκες.
   Μια μέρα ύστερα απ’ το θάνατο του Μεταξά απορούσα για την πνευματική ελαστικότητα του ελληνικού λαού. Αλλά δεν συγκρίνεται σε ότι είδα στη συνέχεια. Η νοοτροπία τους παρομοιάζεται με ένα απεριόριστο εύπλαστο κερί που μπορεί να μοντελοποιηθεί σε οτιδήποτε. Αλλά όταν τους γνωρίσεις, διαπιστώνεις ότι υπάρχει ένα μεγάλο λαστιχένιο κομμάτι στο κερί και, ότι, η φαινομενικά πλαστική σφαίρα στην πραγματικότητα είναι μια λαστιχένια μπάλα η οποία τελικά ανακτά το αρχικό της σχήμα.
   Όπως στους περισσότερους μεσογειακούς λαούς, οι Έλληνες καλύπτουν συχνά με λέξεις συναισθήματα και ενέργειες με ένα επιφανειακό πληθωρικό ρεαλισμό, που αποτελεί τη βάση της νοοτροπίας τους. Χάρη σ’ αυτόν τον ρεαλισμό δεν έχασαν τον καιρό τους με αντιπαραγωγικά τραγούδια διαμαρτυρίας, αλλά ενστικτωδώς προσαρμόστηκαν στις καινούργιες συνθήκες.

   Οι πρόγονοί τους είχαν ζήσει για εκατονταετίες κάτω από τους Ρωμαίους, τους Νορμανδούς, τους Καταλανούς και την τούρκικη αυτοκρατορία. Οι σημερινές γενιές, με πίκρα, έχουν μάθει για τη χρησιμότητα να μπορούν να προσαρμοστούν στους κατακτητές και σε δημοκρατικές ή μοναρχικές κυβερνήσεις όπως αυτές του Βενιζέλου ή του Μεταξά. Εξαγριωμένες ανθρώπινες μάζες πολλές φορές έχουν κάψει ότι αγαπούν, και λατρεύουν ότι έχουν καταστρέψει. Ο υπουργός ασφάλειας Μανιαδάκης επί πέντε χρόνια ανέπτυξε την τέχνη να παρακολουθεί τα λόγια και τις κινήσεις τους. Με το δώρο της ψύχραιμης αντιμετώπισης, που ακόμα και οι απλοϊκοί άνθρωποι έχουν κληρονομήσει από τους προγόνους τους, μπόρεσαν να ζήσουν με τον καινούργιο ρόλο που έπρεπε να παίξουν στις καινούργιες συνθήκες.

ΤΑΣΣΟΥ. Εκτελέσεις την πρωτομαγιά. (Απ'το παράνομο λεύκωμα της κατοχής)

   Οι Γερμανοί δήλωσαν πως έρχονται στην Ελλάδα σαν φίλοι, όχι σαν εχθροί, και αντιμετωπίστηκαν με πολύ διακριτικότητα. Αυτό που είχε ακόμα μεγαλύτερη επίδραση είναι ο θαυμασμός που εξέφρασαν για την ανδρεία των Ελλήνων στρατιωτών και τις στρατιωτικές ικανότητες των αξιωματικών.
   Δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα το μίσος ενάντια στους Γερμανούς. Ο πόλεμος είχε κρατήσει τρεις βδομάδες και ποτέ δεν υπήρξαν γείτονες.
Εκτιμούσανε τις πολεμικές τους ικανότητες, την οργάνωσή τους, την αποτελεσματικότητά τους. Γνώριζαν τη δική τους αξία και αναγνώρισαν ότι αυτός που τους νίκησε στο δικό τους έδαφος, αν και ήταν συγκριτικά πολύ καλύτερα οπλισμένος πρέπει να ήτανε εξαιρετικά ανδρείος και ικανός. Χίλια χρόνια εμπειρίας τους έχουν διδάξει να δέχονται την απόφαση της νικήτριας θεάς, και ταυτόχρονα να διατηρούν την ελπίδα προσφυγής στο ανώτερο δικαστήριο.
   Η θρησκευτικότητά τους και η επίδραση της εκκλησίας στη ζωή, τους βοήθησε να δείξουν μια χριστιανική εγκαρτέρηση προς την αναπόφευκτη μοίρα. Την επιθυμία τους για την ελευθερία μπόρεσαν να την κρύψουν και σε προηγούμενες περιόδους, ποτέ όμως δεν την λησμόνησαν.
Αλλά η επιθυμία να εκφράσει ο Μεσογειακός λαός τα αισθήματά του γραπτά και προφορικά είναι σαν το αέριο που εκρήγνυται, για να το συνοψίσουμε έντονα. Διέξοδος, τώρα, ήταν η επίθεση που δέχτηκαν η κυβέρνηση και τα πρόσωπα που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για τη συντριβή […].

   Ήταν απόλυτα αναγκαίο τόσο για τις εφημερίδες όσο και για τους αναγνώστες τους να αναζητούν κάποιο εξιλαστήριο θύμα. Προϋπήρχε μεγάλη και παλιά μνησικακία για τους συνεργάτες του Μεταξά, ο φόβος για τους επιμελείς καταδότες του Μανιαδάκη και τους κατευθυνόμενους δικαστές του που ξεχείλιζαν σε μεγάλη ποσότητα. […]. Το υβρεολόγιο σε λογοτεχνική μορφή κρατά απ’ την εποχή του Ομήρου, και σ’ αυτό οι Έλληνες υπερέχουν.

   Ο τρόπος, η ποιότητα, διαφέρει από το χυδαίο λυρικό γαύγισμα της «Ακρόπολης» μέχρι τις πολιτισμένες στήλες της «Εστίας», όπου ο ακαδημαϊκός και ιστορικός Σπύρος Μελάς χύνει εκλεπτυσμένη χολή για τους δραπέτες εχθρούς του.
   Αναφέρεται στο πνεύμα που ο Σπύρος Μελάς και η παρέα του εκφράζουν, το οποίο συνοψίζει με τη φράση: «την αλληλοκατανόηση ανάμεσα σε δυο ράτσες και τον τρόπο σκέψης δυο τελείως διαφορετικών λαών, τώρα που οι υπάρχουσες συνθήκες τους αναγκάζουν να ζήσουν μαζί».
   Δεν υπάρχει δειλία ή φόβος στην προσαρμογή των Ελλήνων στις καινούργιες συνθήκες. Οι νικητές των Ελλήνων έχουν την εκτίμησή μου. Οι νικητές, όμως, της Κορυτσάς και των Αγίων Σαράντα χαίρουν ακόμα μεγαλύτερης εκτίμησης, γιατί γνωρίζω, πόσο δύσκολο θα ήταν για μένα να βρίσκομαι στη θέση τους».

   Gunnar Cederschiöld      
   Αθήνα 17 Μαΐου 1941.

 

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Οκτώβρης 2020

 

   Πηγή: Σουηδικός Ερυθρός Σταυρός

 

  <  προηγούμενο | επόμενο >

 

   Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.