Στον ίσκιο του πουλιού, είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του συμπάροικού μας ποιητή Κωστή Παπακόγκου, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.
Και αυτή η συλλογή του ποιητή, απέσπασε ευνοϊκές κριτικές από το σουηδικό Τύπο.

    Ο Τοξότης αναρτά την κριτική του Γιώργου Φρέρη που δημοσιεύτηκε στο 64ο τεύχος του περιοδικού Μανδραγόρας.

Κωστής Παπακόγκος, Στον ίσκιο του πουλιού, ποιήματα


Μια ακόμη ποιητική συλλογή μας προσφέρει ο ακούραστος μετανάστης ποιητής στην ελληνική λογοτεχνία, εμπλουτίζοντάς την με τον λιτό λυρικό και γεμάτο εικόνες λόγο του. Με 66 ποιήματα, χωρισμένα σε πέντε ενότητες, ο Κωστής Παπακόγκος, γι᾽ άλλη μια φορά, παραπέμπει στην ελληνική ύπαιθρο την οποία αγαπά, καθώς τη γνωρίζει πολύ καλά – είναι γέννημα θρέμμα της καρδιάς της Πίνδου, καταγόμενος από το Παχτούρι – και κυρίως γιατί δεν μπορεί να ξεχάσει, παρά το διάβα των χρόνων, τα έντονα βιώματά του στη διάρκεια του εμφυλίου. Η ποίησή του είναι πολιτική, ενταγμένη και προτρέπει τον αναγνώστη να μη ξεχνά τις ιδεολογικές διδαχές μιας εποχής που ο σύγχρονος τρόπος ζωής εκών άκων τις έβαλε στο περιθώριο. Η ποίηση του Κ. Παπακόγκου περιγράφει, χωρίς εξάρσεις, στιγμιότυπα μιας πολυτάραχης αλλά ουσιαστικής ζωής, σαν σκόρπιες σημαντικές στιγμές μιας πλούσιας αυτοβιογραφίας. Πρόκειται για διηγήσεις που εκφράζουν απόψεις και σημερινά συναισθήματα, για παλιά γεγονότα, που η μνήμη συνεχίζει να φωτίζει και η συνείδηση να κρίνει· όλοι αυτοί οι συνειρμοί έρχονται στο μυαλό του ύστερα από πολλές δεκαετίες, ζώντας μακριά από τα πατρώα εδάφη.



   Εντύπωση προκαλεί στον αναγνώστη η δύναμη της λιτής περιγραφής, αυτών των περασμένων προσωπικών στιγμών που εκφράζουν με το δυναμισμό του τωρινού συναισθήματος, καταστάσεις αιώνιες, συμπεριφορές πανανθρώπινες, κρίσεις αντικειμενικές, συχνά με τρόπο ειρωνικό που καταργεί κάθε απόσταση μεταξύ παρόντος και παρελθόντος χρόνου. Πρόκειται για ποιήματα που αντισταθμίζουν παρόν και παρελθόν, που αποτυπώνουν βαθύ προσωπικό στοχασμό για όσα το ποιητικό εγώ βίωσε και βιώνει, μακριά από τον τόπο όπου έδρασε. Κάθε ποίημα κι ένας προβληματισμός χωρίς διάθεση καταγγελτική αλλά έχοντας ως στόχο να μη λησμονηθεί ένας αγώνας που οι σημερινοί ζώντες θεωρούν ”ξεπερασμένο”, απαξιώνοντας μ᾽ αυτόν τον τρόπο τη θυσία των νεκρών ηρώων, που οι νικητές συκοφάντησαν ή γελοιοποίησαν. Μ᾽ αυτόν τον έμμεσο τρόπο ο Κ. Παπακόγκος αναδεικνύεται εκφραστής μιας αγνής γενιάς που θυσιάστηκε χωρίς ν᾽ αποβλέπει σε προσωπικά οφέλη, υπερασπιζόμενος ένα ιδεολογικό ιδανικό που δε κατονομάζεται αλλά υπονοείται, κάτι που σήμερα μέρος της σύγχρονης γενιάς αδυνατεί ν᾽ αντιληφθεί, πιθανόν γιατί γαλουχήθηκε από άλλα ιδανικά που δεν προσφέρουν λύσεις αλλά προβάλλουν συνήθως το πρότυπο μιας επίπλαστης ευδαιμονίας.

   Η πρώτη ενότητα της ποιητικής του συλλογής αναφέρεται σε ”κρυφά” προσωπικά γεγονότα που τον επηρέασαν για πάντα, όπως το κορυφαίο ποίημα ”9 του Μάρτη”, που εκφράζει τον προσωπικό του πόνο αλλά και την αποφασιστικότητά του για τον αγώνα, ”Η πρώτη ανοιξιάτικη επιστολή / της μάνας μου απ᾽ τον κάτω κόσμο. // Έξι σελίδες ήταν λευκές – δεν ήξερε / γράμματα η έρμη – μα εγώ τις διάβασα όλες / έτσι όπως διάβαζα τα μάτια της / όταν στέγνωναν τα πικρά της δάκρυα”, δείχνοντας μ᾽ αυτόν τον τρόπο ότι στο ποιητικό εγώ αποτυπώνεται η σκέψη με λιτά ανθρώπινα συναισθήματα που συχνά μετατρέπονται σε δράματα, συνειρμούς και έντονους προβληματισμούς για τον αναγνώστη.

Ο Κωστής Παπακόγκος με τη Μαρία Καραγιώργη αριστερά στη φωτογραφία, και με την αδελφή της Ναυσικά Αγριγιαννάκη, τα Χριστούγεννα του 1985 στο Ούρμινγκερίνγκεν της Νάκα

    Η δεύτερη ενότητα, είναι γεμάτη συμβολισμούς προκειμένου να φανεί η πνευματική μόρφωσή του που παραμένει καθαρά ελληνική βαθιά χαραγμένη στο νου και στην καρδιά, παρά το γεγονός της ”αναγκαστικής” μετανάστευσής του. Η ελληνικότητα του ποιητή δεν έχει ίχνος εθνικισμού, είναι πέρα για πέρα πολιτιστική, είναι αυτή που τον διαμόρφωσε, τον έπλασε, τον ανέδειξε σε σημερινό κριτή των καταστάσεων, του δίδαξε το μέτρο σύγκρισης στη ζωή του, οπότε και διαπιστώνει πως τίποτα δεν άλλαξε, πως ο κόσμος παραμένει αντιμέτωπος στα ίδια πάντα προβλήματα, στους ίδιους καημούς, στους ίδιους φόβους κι απορίες. ”Στην κάμαρή μου μια μικρούλα αράχνη· / Αριάδνη την κράζω μα δε βοηθάει. / Τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια τώρα / κι είμ᾽ ακόμα χαμένος στον εαυτό μου.”

    Ο άνθρωπος μπορεί να επιδίωξε την βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου, αλλά δεν άλλαξε σε τίποτα τη συμπεριφορά του, κυρίως σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σημερινός πολίτης αυτής της χώρας, αδύναμος, ανήμπορος, αδυνατεί να βρει την ευτυχία, επιδιώκοντας μόνο οικονομικά οφέλη. Δυσκολεύεται να ξεπεράσει τις αγωνίες του προσδοκώντας συνεχώς σε μια δικαίωση αγώνων που δεν φαίνεται να έρχεται. Τι κι αν ελπίζει; Εξακολουθεί ακατάπαυστα να μοχθεί, όπως στη σύγχρονη Αθήνα, όπου παρά τις προσπάθειες για επίτευξη κάποιων στόχων, η ψυχική και σωματική ταλαιπωρία παραμένει η ίδια για το πολίτη, σε πολλούς τομείς της ζωής: ”Κάτω απ᾽ το χώμα, στο λαβύρινθο, / ο υπόγειος κυνηγάει την ουρά του. // Ακοίμητος ο πολυμήχανος νους / μα ο Θησέας ξανά δίχως νήμα.”

    Γι᾽ αυτό κι ο συλλογισμός του ποιητή, στην τρίτη ενότητα της συλλογής του, στρέφεται όχι στην απαισιοδοξία, αλλά στην επιτακτική ανάγκη για μια αναθεώρηση αξιών, ώστε να σταματήσει αυτό το μάταιο ταξίδι της αναζήτησης μιας επίγειας ευτυχίας κυνηγώντας τελικά αγαθά πλουτισμού κι όχι πνευματικές αναζητήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της άποψης αποτελούν δύο ποιήματά του: ”Το γαϊδουράκι” και το ”Αβάφτιστο”. Στο πρώτο δείχνει τον ταλαιπωρημένο, ακούραστο γάιδαρο που μεταφέρει τον Ιησού στην Ιερουσαλήμ, αφού πρώτα ικανοποιεί την πείνα του, ομολογώντας στεγνά: ”Μα εγώ ᾽μουν κι είμαι ακόμ᾽ αβασταγό το έρμο / κι όπως σκυμμένο περπατάω / ποτές δεν είδα της Γερουσαλήμ τις πύλες· μήτε καν όποιον στο σαμάρι κουβαλούσα. // Τις ολόδροσες δάφνες όμως τις έφαγα / – ας με σχωράει ο Αφέντης μου! – τι ᾽ναι ο κόσμος μου ακόμα βάρος και πείνα”. Ενώ στο επόμενο ποίημα που κλείνει και την εν λόγω ενότητα, με πολλά ποιήματα που παραπέμπουν σε θρησκευτικές εντολές που ο σύγχρονος πολιτισμός παραμελεί αν και υποτίθεται πως τις υπερασπίζεται, ο Παπακόγκος εκφράζει με τρόπο όχι κυνικό αλλά ειρωνικό και πέρα για πέρα σαφή, τη ματαιότητα του πλούτου: ”Ανήκουμε όλοι στο χώμα / και η γης ανήκει στο θάνατο. // Θα σου χάριζα το χωράφι μου / αν ήξερα πως δε θα σου προσφέρω / εφτά στρέμματα θάνατο ακόμα”.

    Με παρόμοια πύκνωση νοημάτων και ιδεών ο ακάματος τεχνίτης του λόγου, Κωστής Παπακόγκος, ασκεί κριτική με προσωπική επέμβαση στην ελληνική σύγχρονη κουλτούρα, έχοντας ως εφόδιο τη παλιά του ιδεολογία που ποτέ δεν πρόδωσε, στάση που αν και είναι διάχυτη παντού στην ποιητική αφήγηση, παραμένει αθέατη στον αναγνώστη και υποδηλώνεται από σχετικούς στοχασμούς, οι οποίοι στην ουσία στηλιτεύουν σε δεύτερο πλάνο, χωρίς να κατονομάζουν εμφανώς, την απληστία των ανθρώπων, την αγυρτεία διαφόρων επιτήδειων, την απιστία των φερέφωνων, την εξουσία των κροίσων, τους ασήμαντους ”επιφανείς”. Οπότε περνά στην τέταρτη ενότητα, όπου με τρόπο συμβολικό, αλλά εμφανή ωστόσο, διατυπώνεται η πολιτική του σκέψη, που χωρίς φανατισμό, διθυράμβους και τυμπανοκρουσίες, διαγράφεται λιτά, με ύφος απέριττο, με αναφορές σε όσους αγωνιστές ξεχωρίζει και σέβεται όχι απλά για αγώνες που έκαναν, αλλά κυρίως για την πίστη στα ιδανικά για τα οποία αγωνίστηκαν και στα οποία παρέμειναν πιστοί ως το τέλος της ζωής τους.


Από αριστερά: Χριστόφορος Σαεδελής, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιάννης Αντωνιάδης Και Κωστής Παπακόγκος. Φωτο Ανδρέας Μπούκας

    Μνημονεύεται λοιπόν με πολύ λίγους στίχους ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Μανώλης Γλέζος κι ο Άρης Βελουχιώτης, προτρέποντας τον αναγνώστη να είναι επιφυλακτικός, όπως στο ποίημα ”Πολιτική διαθήκη”: ”Μην ψηφίστε ποτέ σας ένα κόμμα / που ´χει στο πρόγραμμά του αδερφοσύνη – / ψιθύριζε η κεφαλή του Άβελ / τρεις μέρες κρεμασμένη απ᾽ το φανοστάτη”, κάνοντας σαφή αναφορά στην προδοσία ιδανικών εκείνης της εποχής αλλά και της σύγχρονης προοδευτικής παράταξης απ᾽ όσους αποκομίζουν οφέλη από τον αγώνα αγνών ιδεολόγων που έδρασαν όχι με λόγια αλλά με πράξεις που θυσιάστηκαν χωρίς να έχουν κάποιο κέρδος, πέρα από την τήρηση της αμερόληπτης σκέψης τους. Μια ορθότητα που ισχύει και σήμερα και τη διατυπώνει ξεκάθαρα στο ποίημα ”Η κρίση του 2011”: ”Κι ελάλησε χρησμό η Πυθία προς Ευρώπην: / Ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν Ελλάδι / εις όζοντας Λοκρούς εξάγοντας το λάδι”, αποδεικνύοντας ότι ο αγώνας δεν τελείωσε, ότι η μάχη για την επιβίωση του έθνους, του κράτους, του ατόμου, είναι καθημερινή, ενώ δεν έλλειψε και η εκμετάλλευση των αδυνάτων από τον εκάστοτε ισχυρό.

    Και για να μην αποκομίσει ο αναγνώστης την εντύπωση ότι η περίπτωση του γνήσιου ιδεολόγου Κωστή Παπακόγκου είναι περιστασιακή ή περιθωριακή, ακολουθεί η τελευταία ενότητα της συλλογής, όπου συνομιλεί με άξιους εκπροσώπους του ελληνικού κι όχι μόνο ποιητικού γίγνεσθαι, τον Όμηρο και τον Διονύσιο Σολωμό, το Γιώργο Σεφέρη αλλά και τον Έζρα Πάουντ, το Μιχάλη Κατσαρό και τους Νίκο Καρούζο και Ιάσονα Δεπούντη, επιτυγχάνοντας έμμεσα δύο στόχους: Αρχικά, ότι η ποίηση πρέπει να είναι ενταγμένη και κοινωνική, πως οφείλει να προτρέπει τον αναγνώστη να σκεφτεί σε θέματα ανθρωπιστικά και εθνικά με βάση την παιδεία και την παράδοσή του, όπως πρόκειται στο έργο του Ομήρου, του Σολωμού, του Σεφέρη, και στη συνέχεια υπογραμμίζοντας ότι ο ίδιος ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά που έδρασε με όνειρα, ζώντας, συμμετέχοντας και υπομένοντας ”μαρτύρια” που ακολούθησαν μετά το τέλος του πολέμου. Γι᾽ αυτό και αναφέρεται στον πρώτο διδάξαντα τη φυλή του, στον Όμηρο ως εξής: ”Ελληνικά για μένα είν᾽ η ωραία Ελένη / αιώνες ερωτευμένη μαζί μου / που με τον Όμηρο ιπποκόμο της / με ακολουθάει από Τροία σε Τροία”, αλλά και στο Σεφέρη που πάντα ανήσυχος έψαχνε τις ρίζες του στην κρυμμένη άγνωστη και μη προτασσόμενη από την ”επίσημη” πολιτεία ελληνικότητα: ”Μάρμαρα πελεκάει τις νύχτες ρόδακες / σταυρούς και προτομές στην Αναπαύσεως / άλλοτε για τον Μακρυγιάννη κι άλλοτε / για μας τους κοντότερους που δεν είχαμε / στο μαύρον ήλιο μοίρα”, ή ακόμη να απαξιώνει με χιούμορ την καθοδηγούμενη από την κοινωνία κι επίσημη νοοτροπία αναγνώρισης της δημιουργικής γραφής, παρηγορώντας έμμεσα πάντοτε, το Μιχάλη Κατσαρό για το παραμελημένο του έργο, επειδή επισήμανε πολλά κακώς κείμενα στην οργανωμένη πολιτεία, ”Θα τον είχαν φορτώσει με περγαμηνές / με κότινους και με αριστεία αν ξέραν / πως κάποτε οι τιμές θα εισπράττονταν / μ᾽ ευνοϊκά για κείνους επιτόκια”.


Ο Κωστής Παπακόγκος με τον ποιητή Στάθη Πρωταίο, την άνοιξη του 1956 στο Χαλάνδρι.

    Όμως ο ποιητής αν και απαισιόδοξος για το ρόλο, για τη συνδρομή της ποίησης στη σημερινή εποχή, θέλοντας να συμβάλει, σε μια ειρηνική αλλαγή της απάνθρωπης και άθλιας κατάστασης που επικρατεί στους αδύναμους, στους φτωχούς και στους ανήμπορους, προσφέρει παρηγοριά, ελπίδα, κάποιο φως στην άχαρη ζωή τους, αφού συνεχίζουν μόνοι κι αβοήθητοι να μοχθούν ολημερίς για να επιβιώσουν, όπως το περιγραφόμενο μυρμηγκάκι: ”Στάχτη μάς βγήκε ο κόσμος, στάχτη / και τα όνειρά μας. / Μόνο το μυρμηγκάκι / σέρνει ακόμα τη σπίθα του / βουβό πλάι στην πολύβουη λεωφόρο”, ο ποιητής διαπιστώνει με αισθήματα ανάμεικτα, λόγω της ήττας της, να φέρει αλλαγή νοοτροπίας για ανάταση ζωής, ίσως στο μέλλον, από τα έργα των νεκρών πλέον ποιητών, που ”στέκονται σήμερα στα ράφια / της Εθνικής Βιβλιοθήκης / και φτύνουν καπνιά απ᾽ τα πλεμόνια”, ίσως κάποτε ”συρραφτούν ν αρμολογήσουν / την όψη της πραγματικής (τους) μέρας”.

    Σ᾽ έναν κόσμο σε πλήρη σύγχυση, σε συνεχή κρίση, χωρίς ξεκάθαρο όραμα για το μέλλον, με την ατομική απάθεια να κυριαρχεί στη ζωή, ο Κωστής Παπακόγκος με την τελευταία του συλλογή, που πρωτοεκδόθηκε στη Σουηδία το 2018, πιστεύει ότι η κατάσταση μπορεί να ανατραπεί αν συνειδητοποιήσουμε ότι οφείλουμε να αντισταθούμε στη σύγχρονη αδράνεια, όχι με ένοπλο αγώνα αλλά με μια ενεργή στάση ζωής. Είναι πεπεισμένος ότι η δική του φωνή εκπροσωπεί και τη φωνή των ”πολλών άλλων”, που δεν έχουν λόγο στην κοινωνία και που καταδυναστεύονται. Σε τελική ανάλυση η γραφή είναι μια ουσιαστικά κοινωνική, αν όχι πολιτική πράξη, πόσο μάλλον αυτή της ποίησης.

                                                                            Γιώργος Φρέρης

Πηγή: Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 64, 2021

 

  <προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.