Κυκλοφόρησαν πρόσφατα, στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας δυο ποιητικές συλλογές του συμπάροικού μας Κωστή Παπακόγκου.
   Στον Ίσκιο του Πουλιού και, σε 2η έκδοση, οι Μύθοι. (Η πρώτη έγινε το 1983 από τις εκδόσεις Faros).
   Οι συλλογές αυτές, όπως άλλωστε και όλα τα έργα του Παπακόγκου, πρωτο εκδόθηκαν στα Σουηδικά.

                                   Aν σήκωνε στους ώμους του
                                    τα βάσανα της γης
                                    θα 'χε γονατίσει από τα χρόνια.
                                                           ΜΥΘΟΙ, Κωστής Παπακόγκος

ΜΥΘΟΙ


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


                                                                          Αθήνα 3 Οκτ. 1983

Αγαπητέ μου φίλε Κωστή,

   Έλαβα τους Μύθους και θα ‘θελα να σου πω σήμερα με λίγα λόγια τις εντυπώσεις μου. Σ΄αυτήν την ασύστολη εποχή μας, κρατείς επάξια τη δάδα της ποιητικής φλόγας, που έρχεται απ’ τον Όμηρο, στη δυτική culture. Έχεις επιγνώσεις και προσωπική δημιουργική ικανότητα –γράφε ψυχή. Συνδυάζεις το παλιό και το καινούργιο με ισσόροπο βίωμα, σπουδαία και ουσιώδης attitude!
      Άλλωστε το μεταϋπερρεαλιστικό σου στοιχείο, δεν ξεπέφτει ποτέ σε αφασία, ανάγεται σε βαθύτερη πάντα λογική. Κι αυτό εγώ το θεωρώ πρεπούμενο στην ποίηση ή κι οπουδήποτε.
      Πολλά μέσα στους Μύθους σου, φίλε Κωστή, μου θύμισαν κάπως τη ζωγραφική του Ιερώντμου Bosch (περί το 1450-1516), αυτού του δαιμονιώδους αναγεννησιακού Ολλανδού, με την παραξενιά που ξέφευγε απ’ την τοτεσινή εικαστική ρητορεία, τον αχώνευτο ορθολογισμό της φαντασίας. Η αναγωγή τούτη γίνεται σε επαινετική κατάφαση κι ωσάν χειροκρότημα για τους Μύθους.
      Έχω σημειώσει στο βιβλίο σου τι περισσότερο με γοήτευσε: «Ο τρόμος έχει φτερά», «Οι μέσα», «Ο Μςσσίας», «Ο χρόνος», «Το δράμα», «Θνητοί θεοί», «Ο ήλιος», «Ώρες σιωπής», «Φουσκοδενδριά», «Ο πίνακας του Γουναρό» και, βέβαια, ο θαυμάσιος στοχασμός σου στο τρίστιχο «Ο Ατλας».
      Αυτά σαν πρώτη αποτίμηση, γιατί, καθώς ξέρεις, η ποίηση θέλει μπόλικα διαβάσματα. Μ’ αρέσει που παραμένεις έλληνας στη γεύση και στηνένταση.
      Χαιρετισμούς στην Ειρήνη και σε όλους τους φίλους μας της Σουηδίας.

 

                                                                                   Με πολλή φιλία
                                                                                    Νίκος Καρούζος

 

 

 

   Ακολουθεί η κριτική του καθηγή συγκριτικής γραμματολογίας στον τομέα της Λογοτεχνίας και του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Γιώργου Φρέρη.

Οι Μύθοι του Κωστή Παπακόγκου


Σαράντα πέντε ποιήματα αλληγορικά, συμβολικά, υπερρεαλιστικά, με θεματική από την πρόσφατη νεοελληνική ιστορία, την περίοδο της Χούντας, αλλά όλα βιωμένα στο πετσί και στην ψυχή του ποιητή, συνθέτουν την ποιητική συλλογή Μύθοι του Κωστή Παπακόγκου, που γεννημένος στην καρδιά της Πίνδου, στο χωριό Παχτούρι, ζει και εργάζεται στη Σουηδία, διατηρώντας αλώβητα ση μνήμη του, συμβάντα ᾽᾽κοσμοιστορικά᾽᾽ που τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη. Η συλλογή του δεν αναφέρεται σε όσα ο πνευματικός κόσμος εννοεί ή αντιλαμβάνεται ως μύθους, στις γνωστές δηλαδή συμβολικές ή αλληγορικές αναφορές των προγόνων μας, αλλά προσπαθεί μ᾽ ένα λυρισμό λιτό και γυμνό από υπερβολική ανάδειξη συναισθημάτων να περιγράψει και κατανοήσει, όσα ᾽᾽περίεργα᾽᾽, όσα εκτός της λογικής έζησε και πώς τα αφομοίωσε.

    Χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες, η συλλογή αυτή αρχίζει με την ανατύπωση μιας επιστολής – στην ουσία κριτικής – που έλαβε από τον ποιητή Νίκο Καρούζο, το 1983, κι ακολουθεί ένα μότο τεσσάρων στίχων του Γιώργου Σεφέρη, για να δικαιολογήσει τον τίτλο της συλλογής του, γιατί δηλαδή κατέφυγε στη χρήση του όρου ᾽᾽μύθος᾽᾽. Στηριζόμενος στην προτροπή του νομπελίστα ποιητή ο αναγνώστης κατανοεί ότι μύθος είναι και κάθε γεγονός που βιώθηκε με πόνο κι αναπλάθει η ανάμνηση που εγγράφεται σαν εντύπωση στον αναγνώστη, για μια ιστορία αντιλαμβανόμενη παράξενη, ανεξήγητη, φανταστική. ´Επεται ένα ποίημα, με τίτλο ᾽Ἠ λύση᾽᾽, τυπωμένο με πλάγια γραφή, κάτι σαν ξένο κείμενο, αλλότριο, όπου περιγράφεται η μεταστροφή μιας κοινωνίας σε γάτες, σε υπάκουα δηλαδή χαριτωμένα κατοικίδια ζώα, εικόνα αλληγορική για την πολιτικοκοινωνική ατμόσφαιρα, πριν και μετά το πραξικόπημα του ᾽67.

   Κι ακολουθούν οι τέσσερις ενότητες: η πρώτη, με έντεκα ποιήματα, αποδίδει τον επικείμενο κίνδυνο πριν την καταστολή του δημοκρατικού πολιτεύματος· η δεύτερη, με εννέα ποιήματα, περιγράφει τα μέτρα καταστολής και τυραννίας ενώ η τρίτη, με δεκαπέντε ποιήματα, αναφέρεται στην περιγραφή των απάνθρωπων μέτρων κατά των αγωνιστών μαρτύρων που τα υπομένουν. Τέλος, η τέταρτη ενότητα, με δώδεκα ποιήματα, σκιαγραφεί το κλίμα της ανατροπής του τυραννικού καθεστώτος και τις πληγές της μεταπολίτευσης.

    Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή δεν είναι μια ρηχή ψυχική εκτόνωση μιας περιόδου. Οι σκέψεις που απορρέουν από τις εικόνες διαμορφώνουν μια αφήγηση, διατυπώνουν μια τέχνη ευαίσθητη, οικοδομημένη σε στίχους μικρούς, ελεύθερους, που παραπέμπουν σε λόγο πεζό, πιθανόν γιατί η πεζή πραγματικότητα που πραγματεύεται πυρπόλησε το όραμα μιας γενιάς.

    Τί πάθαμε κι εμείς οι ίδιοι – δεν μπορούμε / να σταματήσουμε τα χέρια μας / που πρήστηκαν χειρικροτώντας το χαμαντράκι / καθώς τραβάει προς τη Βουλή να μας κυβερνήσει!

    Το ύφος είναι περιγραφικό και συχνά παραστατικό μες στη φαντασία. Αποφεύγεται σκόπιμα ο διάλογος για να εκφραστεί καλύτερα ο καταγγελτικός τόνος που οι εικόνες αναδύουν, για να αποδοθεί πιο ρεαλιστικά μέσω της υπερρεαλιστικής αποτύπωσης η αίσθηση της κοινωνικής ταραχής και της απάνθρωπης κατάστασης.

    Τα φανάρια σβήνουν απότομα· νυχτώνει. / Ο δολοφόνος / ακονίζει και πάλι το στιλέτο του / ανενόχλητος στην καρδιά μας.

    Με γλώσσα δομημένη αμιγώς προφορική, ο ποιητής χρησιμοποιεί υπερρεαλιστικά στοιχεία για να ενισχύσει την εικονοποίηση της τραγωδίας που εξελίσσεται, για να τονίσει τη λεπτή ποιητική ειρωνεία που διαφαίνεται με ευαισθησία και σε ήπιους τόνους. Παρά το γεγονός ότι ξαφνιάζει η ποιητική του ματιά, αποδίδεται έμμεσα η απογοήτευση της γενιάς του , όπως και το παράλογο της συμπεριφοράς ενός λαού που ανέχεται την αποσύνθεση του κοινωνικού του ιστού.

    Ο αστυνομικός κατέβασε την εφημερίδα / απ᾽ το πρόσωπο· άρπαξε την μπουκάλα / την πέταξε απ᾽ το παραθύρι. // Οι πελάτες στα διπλανά τραπέζια πίναν / σα να μην είδαν τίποτα σα να μην άκουσαν / το γδούπο απ᾽τα κορμιά στο δρόμο. (σ. 52).

    Η δυναμική των στίχων και των εικόνων του με τη συνεχή ειρωνεία, αποσκοπούν στη διέγερση του στοχασμού, προκαλούν θυμικό αίσθημα, παρακινούν τον αναγνώστη να σαρκάσει την κατάσταση, να συναισθανθεί , να δράσει και ν᾽ αντιδράσει. Ο Κωστής Παπακόγκος με στίχους γεμάτους με υπερρεαλιστικά κι αλληγορικά ή συμβολικά στοιχεία κι έναν υποθάλποντα ειρωνικό λυρισμό, αναδεικνύει την κοινωνικό-πολιτική αναζήτηση ως βασική σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης μιας κοινωνίας, αποτυπώνει την τραγωδία της γενιάς του κι αποφεύγοντας επιμελώς τον εγωκεντρισμό, με σεμνότητα, αναδεικνύεται εκφραστής μιας εποχής και των εξόριστων Ελλήνων που αναγκάστηκαν να ριζώσουν αλλού.

    Το φτωχοχώρι / έγινε τότε τυφλοχώρι / έγινε κουφοχώρι και ζωοχώρι / και οι χωριανοί μέσα στη λάσπη τους / ζούσαν ευτυχισμένοι.

 

      Ωστόσο ο μύθος με τα δεδομένα της ιστορίας, του γεγονότος ή της μεταγραφής του ως μνήμη, εμφανίζεται σαν ένα διττό στοιχείο: από τη μια παραπέμπει σε μια ιστορική περίοδο, αυτή της Δικτατορίας του ᾽67, αλλά σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την ανάδειξη της ενεργοποίησης μιας νέας νοηματοδότησης του αναγνώστη, κυρίως του μελλοντικού, που δεν έζησε ή γνώρισε από πρώτο χέρι, τα γεγονότα, πριν και μετά.
Αυτός ο διπλός ρόλος του μύθου εκλαμβάνεται σαν μια νέα αναγνωρίσιμη μορφή της ιστορίας μέσω της ποιητικής του, σαν μια ακόμη γνώση του αινιγματικού μας βίου ως λαός, σαν μια πρόσθετη πειραματική αναδιατύπωση που ενυπάρχει σε πολλές εκφάνσεις της ζωής ή της ανθρώπινης ιστορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα ᾽Ὀ ´Ατλας᾽: Αν σήκωνε στους ώμους του / τα βάσανα της γης / θα ᾽χε γονατίσει από χρόνια.

    Ο Κωστής Παπακόγκος δεν καταφεύγει σε γνωστούς μύθους, όπως ο Καβάφης ή στην αναβίωση αρχαίων υλικών καταλοίπων, όπως ο Σεφέρης, δηλαδή σε σύμβολα για να εκφράσει την περιπετεια της γενιάς του, αλλά ανάγει τις επίκαιρες ιστορικές εμπειρίες σε μυθολογικό πρότυπο, δίνοντάς τους μια ιστορική διάσταση. Καταφεύγει στην ᾽᾽παρασημασία᾽᾽, αποφεύγει δηλαδή ν᾽ αναφερθεί σε αρχαιοελληνικά πρότυπα προτιμώντας να τονίσει τα σύγχρονα γεγονότα, να υπογραμμίσει τους τωρινούς ή πρόσφατους αγώνες. Υιοθετώντας τον έμμεσο λόγο πετυχαίνει το γεφύρωμα μεταξύ
του πραγματικού και του φανταστικού ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, ισορροπεί μεταξύ του προσωπικού και του γενικού.

    Κοίταξε τη ζωή / κι αντίκρισε τον γκρεμό· / και μες στον άπατο γκρεμό / είδε που φύτρωνε η ζωή. / Δεν είναι εύκολο, ξανάπε.

   Γι᾽ αυτό και η ποίησή του, αν και λίγο απροσδόκητη, ενώ ξαφνιάζει, εκφράζει και μια λυρικότητα περίεργη, στεγνή από μελοδραματισμούς αλλά πλούσια σε εικόνες που τονίζουν τον πόνο, τη μιζέρια, την αδικία, τη βία, την καταπίεση της ατομικής ελευθερίας, με μια λέξη, που καταγγέλλουν την παρακμή του ανθρώπου. Γι᾽ αυτό κι ο Κωστής Παπακόγκος εύλογα παρουσιάζει τον χρόνο ασταθή. Στο μυθολογικό σύμπαν που πλάθει, τα χρονικά άλματα διαμορφώνουν μια ρευστότητα που τον βοηθά να εκφράσει την οργή, τον θυμό, την αγωνία του καταπιεσμένου κι αβοήθητου ανθρώπου, να εκθέσει τις πολιτικές του απόψεις και ιδέες, το δικό του στοχαστικό απαισιόδοξο πιστεύω παρά τις προσπάθειες μιας κοινωνίας που μάχεται συνεχώς προσανατολισμένη δυστυχώς μόνο στο σημερινό προσωπικό υπαρξιακό προβληματισμό κι όχι στη διαμόρφωση ενός στέρεου ενιαίου κοινωνικού μέλλοντος, σαν μια ηρωίδα του, την Ελένη, στο ομώνυμο ποίημά του, την οποία παρουσιάζει σαν μια απλή εργάτρια υφαντουργείου, που: Δεν ξέρει από ξυλάλογα και τέτοια / ξέρει μόνο πως οι έλληνες σκλαβώσαν / τους έλληνες στη Νέα Ιωνία.(σ. 68)

                                                                                 Γιώργος Φρέρης

 

 

 

 

   Ένα μικρό απόσπασμα από την κριτική του Μπάμπη Κλάρα (αδελφού του Άρη Βελουχιώτη)..

Συντροφιά με την ποίηση του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ


[...] Μύθοι, λποππόν. Γιατί, όμως, όχι ζωντανές υπάρξεις; Το 'να δένει τ' άλλο, και τα δυο μαζί την ψυχή. Και «Η λύση»; Οι γάτες! Με τα ηλεκτρισμένα ονείρατα στο βλέμμα. Και το σαρκασμό στη γλώσσα. Σαν τί να συμβολίζουν άραγε; Η αποκρυπτογράφηση προβληματίζει. νοοτροπία παρακινεί: Οι Μύθοι έχουν γραφεί πριν το 1976. Έχει τη σημασία της η χρονολογία. Ίσως να εικονίζουν τη χουντική εφταετία. Από τον «Εσπερινό» της που μυρίζει ψοφίμι, λιβάνι και μπαρούτι. Ώς την «Εθνική γιορτή»που ακολουθεί την πτώση του δικτάτορα με τα δυο ατσάλινα πριόνια, το 'να για τα κάγκελα απ' τα κλουβιά / και τ' άλλο για τα χαλινάρια / της άμαξας που τραβούσε το λύκο.
    Ωστόσο «Ο τρόμος έχει φτερά», οι αστυνομικοί θεόκουφοι /κι ο Άρης με τον Τσε θεότυφλοι /απ' τη μεγάλη τους λάμψη. ?Κι ο τρυποφράκτης αντίκριά του /να ραμφίζει /τον τσιμέντινο τοίχο της νύχτας. Δύσκολη η αναδρομή. [... ]

                                                                  Μπάμπης Δ. Κλάρας
                                                                       Γενάρης 1984

 

 

    Πηγή: Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 62, 2020

 <  προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.