Μεταναστευση στη Σουηδια.

Πρώτα μέτρα προσαρμογής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 δεν υπήρχε επίσημη πολιτική για τη μετανάστευση στη Σουηδία, ούτε κάποια ειδικά μέτρα της κυβέρνησης που στόχευαν στους μετανάστες για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωσή τους στην σουηδική κοινωνία. Κατά την διάρκεια του ΄60 οι δυσκολίες επαφής με τους μετανάστες έγιναν αντικείμενο τόσο του κράτους -σε μορφή κοινοβουλίου και κυβέρνησης-όσο και διαφόρων φορέων σε ορισμένους δήμους όπου υπήρχαν υπαρκτά προβλήματα με τους μετανάστες.
Σαν τέτοια, μπορεί να χαρακτηρισθεί η διαπίστωση εργατικών σωματείων ότι οι μετανάστες δεν συνδικαλίζονταν , η δυσκολία έκφρασης στη σουηδική γλώσσα.

Σε εθνικό επίπεδο εντοπίσθηκαν τα προβλήματα μεταναστών σε προβλήματα προσαρμογής. Αιτίες του προβλήματος είχαν εντοπισθεί, στην έλλειψη στη στέγαση, την εκπαίδευση και την κοινωνική μέριμνα. Ήταν σαφές ότι υπήρχε κενό που έπρεπε να καλυφθεί. Δεν ήταν όμως σαφές πως θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, τι θα έπρεπε να οργανωθεί και ποιός θα το κάνει.

Η πρώτη δημόσια χρηματοδότηση που έλαβε χώρα ήταν στην διδασκαλία της σουηδικής γλώσσας. Στα μέσα του 1960 άρχισαν κύκλοι εκμάθησης της σουηδικής για μετανάστες. Αυτό οργανώθηκε από συνδικάτα εκπαίδευσης με παραγγελία από το κράτος. Δεν πρόκειται για νέες οργανώσεις αλλά για παλιούς οργανισμούς που αποικίσθηκαν από νέους τομείς ή εκμεταλλεύτηκαν νέους πόρους. Η διδασκαλία γλώσσας δεν ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Η έλλειψη πληροφόρησης, ανάγκες σε διερμηνέα, κοινωνικές δραστηριότητες καθώς και υποστήριξη στις μεταναστευτικές οργανώσεις ήταν μερικές άλλες περιοχές που άρχισαν να οργανώνονται. Την κύρια ευθύνη είχε το κράτος. Σε κρατικό επίπεδο εργάζονταν μια ομάδα για τα προβλήματα μεταναστών που ιδρύθηκε το 1966. Τα καθήκοντα της ομάδας αυτής ήταν περισσότερο γενικά, να εντοπίσει κοινωνικά, πολιτιστικά και άλλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι μετανάστες στη Σουηδία, καθώς και να ερευνήσουν τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για να διευκολυνθεί η προσαρμογή. Αντίθετα ήταν σε δημοτικό επίπεδο, η επαφή μεταξύ μεταναστών και κρατικών υπηρεσιών και άλλων οργανισμών που η ανάγκη κάποιας μορφής οργάνωσης ήταν ξεκάθαρη.

 

Κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών.

Τα κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών άρχισαν να δημιουργούνται σε δήμους της Σουηδίας από το δεύτερο μισό του ΄60 για να αντιμετωπίσουν τις "ανάγκες" των μεταναστών στη σουηδική κοινωνία. Ένα είδος κρατικής υπηρεσίας για να αντιμετωπίσει την μετανάστευση στη Σουηδία υπήρχε υπό διάφορες συνθήκες , ήδη από το 1940. Εκτός από κρατικές υπηρεσίες διάφορες εθελοντικές ενώσεις , θρησκευτικές κοινότητες και εθνικές ( μεταναστευτικές) ομάδες δραστηριοποιούνται στην υποδοχή και εισαγωγή -βοήθεια, πληροφορίες - νεοαφιχθέντων μεταναστών και προσφύγων.
Τα κέντρα εξυπηρέτησης μεταναστών είναι οι πρώτοι δημόσιοι φορείς σε τοπικό επίπεδο στους οποίους ανατέθηκε να εργασθούν για την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών.

Περίοδοι μετανάστευσης.

Η περίοδος 1930 -1960 χαρακτηρίζεται από εισροή μεταναστών/προσφύγων διαφόρων εθνικοτήτων, με διαφορετικό υπόβαθρο και κίνητρα για τον καθένα. Οι διαφορές αυτές είναι επόμενο να βάλουν τα σημάδια τους στην σουηδική κοινωνία.
Η προσπάθεια κοινωνικής ενσωμάτωσης επηρεάζεται από τους συμμετέχοντες στην προσπάθεια αυτή και τη χρονική στιγμή που τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονται.

Μετανάστευση για αποφυγή διώξεων ή για αναζήτηση καινούργιων - καλύτερων- συνθηκών ζωής, είναι πολύ παλιό φαινόμενο γνωστό και στη Σουηδία.

Η Σουηδία για μια μεγάλη χρονική περίοδο, 100 χρόνων, εξήγαγε μετανάστες. Από τον Μεσαίωνα μέχρι τα μέσα του 1800 έρχονταν μετανάστες στη Σουηδία τόσο για εξασφάλιση εργασίας όσο και για πολιτικούς/ανθρωπιστικούς λόγους. Στα μέσα του 1800 έχουμε αντιστροφή του ρεύματος αυτού και η Σουηδία γίνεται χώρα εξαγωγής μεταναστών. 1,5 εκατομμύρια  σουηδοί μετανάστευσαν στην Αμερική και Καναδά μέχρι το 1930 για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Για περισσότερο από 80 χρόνια η Σουηδία εξήγαγε μετανάστες. Από το 1930 αρχίζει η αντιστροφή. Εν μέρει γιατί Σουηδό Αμερικανοί  ξαναγυρίζουν και γιατί τα τύμπανα του Φασισμού που αρχίζουν να χτυπάν στην Ευρώπη φέρνουν πολλούς πρόσφυγες ο αριθμός των οποίων αυξάνεται σημαντικά, με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Στις αρχές του ΄40 οι πρόσφυγες έρχονταν κύρια από την Γερμανία, Αυστρία, Φινλανδία, Νορβηγία και μερικοί από Δανία.
Δυό χρόνια αργότερα ο αριθμός τους άγγιζε του 22.000. Η αύξηση οφείλεται σε Νορβηγούς και κάτοικους από τις Βαλτικές χώρες. Στο τέλος του πολέμου, 1945, έρχονταν Εβραίοι  που ελευθερώθηκαν από στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία και Πολωνοί αλλά και από διάφορα στρατόπεδα εργασίας σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Μέχρι τον χειμώνα του 1944-45 είχαν έρθει 180.000 πρόσφυγες. Στη συνέχεια ο αριθμός μίκραινε γιατί πολλοί επέστρεψαν στις πατρίδες τους.

Υπηρεσίες ευθύνης για τους μετανάστες.

Στις αρχές του 1900 η ευθύνη για τον έλεγχο των ξένων δεν ήταν κεντρική. Η υπευθυνότητα ανήκε στους αστυνομικούς σταθμούς της χώρας. Το κάθε αστυνομικό τμήμα ήταν υπεύθυνο για την καταγραφή και παρακολούθηση των ξένων στην περιοχή του. Το 1917 άρχισε ένας κεντρικός έλεγχος των ξένων γιατί η σουηδική πολιτική απέναντι στους ξένους έγινε περισσότερο ανασταλτική. Περιορισμοί μπήκαν μεταξύ άλλων στην θεώρηση βίζας. Στο υπουργείο εξωτερικών ιδρύθηκε μια ξεχωριστή υπηρεσία για τα διαβατήρια των ξένων.
Ένα ακόμη βήμα για τον συγκεντρωτικό έλεγχο των αλλοδαπών έγινε με την δημιουργία ειδικής αστυνομικής υπηρεσίας, Κρατικό αστυνομικό γραφείο, κάτω από τον έλεγχο του διευθυντού αστυνομίας Στοκχόλμης. Υπευθυνότητες της υπηρεσίας ήταν μεταξύ άλλων η επιτήρηση των ξένων που βρίσκονταν στη χώρα, η εποπτεία όσων ταξίδευαν από και προς την Σουηδία καθώς και η έκδοση άδειας εργασίας. Η υπηρεσία αυτή λειτουργούσε επίσης και για την εγγραφή όλων των αλλοδαπών στο σουηδικό χώρο.
Τρία χρόνια αργότερα το 1920 -μέχρι το 1937- το εθνικό συμβούλιο υγείας πήρε ορισμένες αρμοδιότητες για τον έλεγχο των ξένων. Το εθνικό συμβούλιο υγείας μαζί με την επιτροπή ανεργίας είχε στα  καθήκοντά του να ελέγχει τις αιτήσεις για παραμονή στη χώρα. Αποφασιστικό ρόλο για έκδοση άδειας παραμονής είχε η κατάσταση στην αγορά εργασίας.
Το 1938 ιδρύθηκε η υπηρεσία αλλοδαπών  η οποία ανέλαβε τις υποθέσεις για όλους τους αλλοδαπούς. Πήρε τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν στην υπηρεσία αστυνομίας, υπευθυνότητα να αποφασίζει για την απομάκρυνση, μετά από σχετικό έλεγχο, ατόμων που επικαλέσθηκαν λόγους πρόσφυγα. Επιπλέον, ευθύνη να αποφασίζει για επεκτάσεις ( αδειών παραμονής και εργασίας), να εκδίδει διαβατήρια για αλλοδαπούς από την υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών. Το υπουργείο εξωτερικών διατήρησε την έκδοση άδειας ( βίζας) εισόδου.
Από το 1917 μέχρι το 1938 έγινε μια σταδιακή συγκέντρωση αρμοδιοτήτων ( κεντρικού) ελέγχου των αλλοδαπών στη Σουηδία όπου οι αρμοδιότητες μοιράσθηκαν  ανάμεσα σε γραφεία εξυπηρέτησης για διαβατήρια αλλοδαπών στο υπουργείο εξωτερικών και στο γραφείο εξυπηρέτησης αλλοδαπών της εθνικής κοινωνικής υπηρεσίας.  Ο έλεγχος ίσχυε τόσο για τα εξωτερικά σύνορα όσο και για εσωτερικό έλεγχο των αλλοδαπών που βρίσκονταν στη Σουηδία. Ο εξωτερικός έλεγχος αποσκοπούσε στην ρύθμιση και τον περιορισμό εισροής μεταναστών. Η εσωτερική παρακολούθηση για την επίβλεψη και έλεγχο των μεταναστών που βρίσκονταν στη χώρα. Ο εσωτερικός έλεγχος προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από το φόβο κατασκοπείας.  Ο Tomas Ηammar χαρακτηρίζει την περίοδο 1917-1945 σαν "χρονική περίοδο παρακολούθησης των μεταναστών" επειδή οι σουηδικοί κανόνες για την μετανάστευση ήταν περιοριστικές. Οι περιορισμοί ήταν αποτέλεσμα των δυσκολιών στην αγορά εργασίας.
Οι μετανάστες που ήδη βρίσκονταν στην χώρα βασίζονταν στις δικές τους δυνάμεις ή των συγγενών τους και φίλων, σε στηρίγματα που έβρισκαν σε φίλους και βοήθεια από εθελοντικές οργανώσεις, γιατί δεν υπήρχε καμιά στήριξη -δεν προσφέρονταν καμιά βοήθεια-για τους νεοεισερχόμενους στη χώρα.( SOY 1966:55)

Οργάνωση των προσφύγων στη διάρκεια του πολέμου.

Κατά την διάρκεια του πολέμου αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των προσφύγων πράγμα που οδήγησε στην δημιουργία ενός  ακόμα τμήματος κάτω από την επίβλεψη της εθνικής κοινωνικής υπηρεσίας. Το 1940 ιδρύθηκε τμήμα κράτησης ξένων. Σκοπός του τμήματος ήταν να αναλάβει την φροντίδα όσων δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τον εαυτό τους.
Το καθήκον αυτό διευκολύνθηκε μετά την απόφαση Νορβηγίας και Δανίας να έχουν δικές τους αντιπροσωπείες στη Σουηδία με σκοπό να φροντίσουν την συντήρηση των δικών τους υπηκόων. Η κοινωνική υπηρεσία είχε την υπευθυνότητα για τους υπόλοιπους. Μεταξύ 1938 και 1944 υπήρχαν τρείς διαφορετικές περιπτώσεις με διαφορετικά καθήκοντα: Υπηρεσία του υπουργείου εξωτερικών είχε την ευθύνη για τα διαβατήρια. Το γραφείο αλλοδαπών της κοινωνικής υπηρεσίας και το τμήμα κράτησης ξένων της κοινωνικής υπηρεσίας.
Με την είσοδο στη χώρα, όσοι δεν απελάθηκαν αμέσως στα σύνορα, χωρίσθηκαν σε κατηγορίες ή εθνικότητες και στάλθηκαν σε κάποιο κέντρο υποδοχής. Από τα τμήματα υποδοχής μεταφέρονταν στη συνέχεια σχετικά γρήγορα σε ειδικά κέντρα περίθαλψης. Άτομα τα οποία κατόπιν έρευνας θεωρούνταν ύποπτα ή για οποιαδήποτε αιτία ανεπιθύμητοι από τις σουηδικές υπηρεσίες , αλλά δεν μπορούσαν να απελαθούν με βάση το νόμο για πολιτικούς πρόσφυγες, τοποθετούνταν σε ειδικούς καταυλισμούς  προσφύγων. Οι καταυλισμοί αυτοί μπορούν να χωρισθούν σε δυό κατηγορίες: Ανοιχτοί και κλειστοί καταυλισμοί ( στρατόπεδα) ή στρατόπεδα κρατουμένων. 

Οι ανοιχτοί καταυλισμοί θεσπίσθηκαν στη διάρκεια του πολέμου για να δεχθούν πρόσφυγες που δεν μπορούσαν να συντηρηθούν μόνοι τους.

Η ευθύνη για τη λειτουργία τέτοιων καταυλισμών διέφερε από περίπτωση σε περίπτωση. Μερικοί διευθύνονταν από την κοινωνική υπηρεσία, άλλοι από το γραφείο προσφύγων ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών και άλλοι φροντίζονταν με την συνεργασία κοινωνικής υπηρεσίας και ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών. Αντιπρόσωπος της κοινωνικής υπηρεσίας υπήρχε σε κάθε καταυλισμό. Υπήρχαν διάφοροι χαρακτηρισμοί για τα στρατόπεδα: στρατόπεδα υποδοχής, εύρεσης εργασίας, ιατρικής φροντίδας και στρατώνες πειθαρχίας. Όσοι τοποθετούνταν σε ανοιχτά στρατόπεδα, σε  αντίθεση με ότι συνέβαινε στα κλειστού τύπου, δεν είχαν περιορισμό στις κινήσεις και δεν χαρακτηρίζονταν σαν έγκλειστοι. Ο καταυλισμός ήταν ένας τρόπος εξασφάλισης της παραμονής στα μεγάλα κύματα προσφύγων που κατέφευγαν στη χώρα.
Μέχρι το 1941 δεν υπήρξε καμιά κρατική πρωτοβουλία για να έχουν (βρουν) δουλειά οι πρόσφυγες. Όταν το κύμα προσφύγων αυξήθηκε άνοιξαν ειδικά γραφεία ευρέσεως εργασίας σε διάφορους καταυλισμούς. Η διαμεσολάβηση για εύρεση εργασίας δεν ήταν εξειδικευμένη, αλλά σκοπό είχε να βρεθεί κάποια δουλειά όσο το δυνατόν γρηγορότερα για όσους μπορούσαν να εργασθούν, κατά κανόνα στην δασοκομία. Ο κλάδος αυτός χρειαζόταν συνεχώς καινούργιο εργατικό δυναμικό για να ανακουφίσει την έλλειψη καυσίμων που ήταν συνεχής απειλή. Το σκεπτικό ήταν να δουλέψουν πρώτα στα δάση πριν φροντίσουν να βρουν το είδος της εργασίας που τους ταίριαζε στην εκπαίδευσή τους. Τα πρώτα χρόνια του 1940 απασχολούνταν στα δάση κυρίως οι Νορβηγοί πρόσφυγες.

Σε κλειστούς καταυλισμούς κατέληγαν πρόσφυγες ανεπιθύμητοι -για κάποιο λόγο-στις σουηδικές υπηρεσίες.

Νωρίτερα η φροντίδα γινόταν σε κρατικές φυλακές όπου κατέληγαν, αν δεν ήταν υπό αστυνομική κράτηση. Μερικοί πρόσφυγες δεν μπορούσαν να απελαθούν με βάση τον κανονισμό που ίσχυε για τους πολιτικούς πρόσφυγες. Αυτό ισχυροποιήθηκε με τον νόμο για ξένους του 1937 όπου απαγορεύθηκε η απομάκρυνση (επιστροφή) ενός ξένου -που ήρθε στη Σουηδία επικαλούμενος πολιτικούς λόγους- στην χώρα από την οποία εισήλθε στη Σουηδία.
Αυτοί που κατέληξαν σε κλειστά στρατόπεδα μπορεί να χωρισθούν σε τέσσαρες κατηγορίες: πολιτικά ενεργοί, ποινικοί, απείθαρχοι και περιπτώσεις παρακολούθησης. Υπήρξε επίσης διαχωρισμός σε στρατιώτες και πολίτες. Τους πολίτες επέβλεπε η κοινωνική υπηρεσία, ενώ ο στρατός ανέλαβε την φροντίδα των στρατιωτικών( λιποτάκτες κ.λ.π) σε ειδικά στρατόπεδα. για στρατιώτες. Τα όρια μεταξύ των διαφόρων στρατοπέδων δεν ήταν ευκρινή και μπορούσαν να διαφοροποιηθούν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Κεντρική αρχή αλλοδαπών.

Το 1944 ιδρύθηκε η πρώτη ανεξάρτητη κεντρική υπηρεσία, εθνική επιτροπή αλλοδαπών. Η αρχή αυτή δημιουργήθηκε σαν προσωρινό μέτρο, από τη συγχώνευση τριών διαφορετικών οργανισμών με διαφορετικούς στόχους: Γραφείο υπουργείου εξωτερικών για περιπτώσεις διαβατηρίων, την υπηρεσία αλλοδαπών του συμβουλίου πρόνοιας και το τμήμα κράτησης αλλοδαπών. Ο λόγος που η αρχή είχε προσωρινό χαρακτήρα είναι γιατί τα χρόνια του πολέμου όταν η επιτροπή αυτή είχε δημιουργηθεί οι συνθήκες δεν ήταν ομαλές. Όταν η κατάσταση θα είχε σταθεροποιηθεί η οργάνωση αυτή αναμενόταν να έχει σταθερότερο χαρακτήρα.

Στα πλαίσια της επιτροπής ιδρύθηκαν τρία γραφεία και μια γραμματεία με αρμοδιότητες σε θέματα προσωπικού, διοικητικά και οικονομικά καθώς και υπηρεσία στατιστικής. Οι λειτουργίες που ήταν σκορπισμένες σε διάφορες υπηρεσίες συγκεντρώθηκαν σε ένα γραφείο. Τον εξωτερικό έλεγχο της μετανάστευσης διεκπεραίωνε το γραφείο διαβατηρίων όπου οι υποθέσεις που αφορούν το δικαίωμα των αλλοδαπών να εισέλθουν και να παραμείνουν στη χώρα και το δικαίωμά τους να έχουν μια θέση εργασίας διεκπεραιωνόταν. Επιπλέον το γραφείο χειρίζεται υποθέσεις που αφορούσαν άρνηση χορήγησης άδειας ή ανανέωσης παραμονής. Για την διεκπεραίωση αυτών των στοιχείων το γραφείο ήταν χωρισμένο σε τρία τμήματα: τμήμα εισόδου, διαμονής και το τμήμα απέλασης.

Η δεύτερη υπηρεσία, το γραφείο ελέγχου, μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν τον φορέα εσωτερικού ελέγχου. Καθήκοντα της υπηρεσίας ελέγχου ήταν να επιβλέπει και να διαχειρίζεται περισσότερο εξατομικευμένο έλεγχο για τους ξένους. Αυτό σήμαινε ότι ο οργανισμός είχε ιδιαίτερη ευθύνη για την παρακολούθηση των αλλοδαπών που για κάποιο λόγο θεωρήθηκαν δύσκολες εκτίμησης από άποψης ασφάλειας. Είχε επίσης την ευθύνη να συλλαμβάνει τους αλλοδαπούς όταν αυτό επιβάλλονταν. Η υπηρεσία επέβλεπε ( παρακολουθούσε) αν οι αλλοδαποί συμμορφώνονταν με τους ισχύοντες κανονισμούς και δεν βρίσκονταν ή δούλευαν στην χώρα παράνομα, χωρίς σχετική άδεια.

Το 1945 δημιουργήθηκε μια ειδική υπηρεσία αναζήτησης που είχε καθήκον την αρωγή των προσφύγων και των εκτοπισμένων να έρθουν σε επαφή με τους συγγενείς τους. Το έργο αυτό έγινε σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς που αντικείμενό τους ήταν ο εντοπισμός ανθρώπων και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Η τρίτη υπηρεσία, κοινωνική υπηρεσία, καταργήθηκε το 1947. Μέχρι την κατάργησή της είχε την ευθύνη των καταυλισμών και την φροντίδα αναξιοπαθούντων αλλοδαπών. Η ευθύνη, μετά την κατάργηση, μεταφέρθηκε σε άλλες υπηρεσίες μεταξύ άλλων στο Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς εργασίας (AMS).
Καθήκοντα της επιτροπής μετανάστευσης ήταν κύρια ο εξωτερικός έλεγχος της μετανάστευσης όπως η χορήγηση βίζας, άδεια παραμονής και άδεια εγκατάστασης. Είχε επίσης καθήκοντα για τον εσωτερικό έλεγχο των αλλοδαπών. Σ αυτά συνεργάζονταν με τα τοπικά αστυνομικά τμήματα.

Το Εθνικό Συμβούλιο Αγοράς εργασίας, υπηρεσία με ευθύνη σε ζητήματα προσφύγων.

Στο τέλος του 1949 η αρμοδιότητα για τους μετανάστες μοιράσθηκε σε διάφορες υπηρεσίες. Η κρατική επιτροπή έκδοσης είχε την ευθύνη μέχρι το 1947 τόσο για ζητήματα παροχής άδειας όσο και για την υποδοχή προσφύγων. Μετά το 1947 συνέχισε η επιτροπή έκδοσης να είναι υπεύθυνη για τους αλλοδαπούς που ήταν στην χώρα για διάφορα είδη αδειών σε αλλοδαπούς. Η ευθύνη για τους πρόσφυγες μεταφέρθηκε το 1947 σαν μέρος ευθύνης στην επιτροπή αγοράς εργασίας (AMS). την Κοινωνική Υπηρεσία και το φαρμακευτικό τμήμα. Από το 1950 όλη η ευθύνη μεταφέρθηκε στο (AMS) ακόμη και αν η διεκπεραίωση της δουλειάς γινόταν σε συνεννόηση με την Κοινωνική Υπηρεσία και την αρχή έκδοσης.
Το 1950 έχουμε ένα νέο τύπο μεταφοράς προσφύγων, την συλλογική μεταφορά. Η αρχική πρόθεση με την συλλογική μεταφορά ήταν να αδειάσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων που ιδρύθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι τα μισά του 1970 ήταν η μαζική μεταφορά προσφύγων το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων στη Σουηδία.
Ο αριθμός προσφύγων καθορίζεται κάθε χρόνο από τις κυβερνήσεις, αυτό που ονομάσθηκε ποσοστό προσφύγων. Το μεγαλύτερο ποσοστό ( 9 στους 10) από τους πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν συλλογικά στη Σουηδία στο διάστημα 1950 -1970 είναι ικανό για εργασία. Ακόμα και αν η ομαδική μεταφορά προσφύγων έγινε για ανθρωπιστικούς λόγους επρόκειτο για ανθρώπους ικανούς για εργασία. Ήταν ένα είδος πρόσληψης εργατικού δυναμικού που έγινε με βάση ανθρωπιστικούς λόγους. Οι πρόσφυγες που για οποιοδήποτε λόγο π.χ. υγείας δεν μπορούσαν να εργασθούν ήταν στην ευθύνη του τμήματος υγείας. Καθήκον του τμήματος υγείας ήταν να φροντίσει για την περίθαλψη των προσφύγων αυτών σε νοσοκομεία.

Η Σουηδία είναι η πρώτη χώρα που δέχθηκε πρόσφυγες πάσχοντας από φυματίωση και αργότερα ανάπηρους.

Το (AMS) είχε την ευθύνη υποδοχής και μετακίνησης των προσφύγων μέχρι το 1984.Τότε μεταφέρθηκε η ευθύνη στο κρατικό γραφείο Μετανάστευσης που γινόταν σε συνεργασία με τους δήμους.
Στην περίοδο 1950-1984 υπήρξαν περιπτώσεις όπου μεμονωμένα άτομα ήρθαν στη Σουηδία και ζήτησαν άδεια παραμονής, οι καλούμενοι αυθόρμητα εισελθόντες, πρόσφυγες.
Για την συντήρησή τους και άλλη βοήθεια την ευθύνη είχε ο δήμος διαμονής μέχρις ότου διεκπεραιωθεί η αίτηση για άδεια παραμονής και εργασίας.  Η συντήρηση των αιτούντων γινόταν με οικονομική βοήθεια της κοινωνικής υπηρεσίας μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτοί που ζητούσαν πολιτικό άσυλο δεν είχαν το δικαίωμα εργασίας. Οι δήμοι δεν ενθάρρυναν διοργάνωση δραστηριοτήτων ή άλλων ενεργειών για την ομάδα αυτή. Δεν δόθηκε κρατικό επίδομα για τέτοιου είδους δραστηριότητες. Ευθύνη των δήμων ήταν μόνο η οικονομική συντήρησή τους. Ο αριθμός των μεμονωμένων προσφύγων αυξήθηκε στα τέλη του 1970 και ξεπέρασε κατά πολύ την συνολική μεταφορά.

Μετανάστευση εργατικού δυναμικού 1950 -70.

Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου οι πρόσφυγες κυριαρχούσαν στην εισροή αλλοδαπών στην Σουηδία. Με το τέλος του πολέμου άλλαξε ο χαρακτήρας της μετανάστευσης. Η βιομηχανική ανάπτυξη στη χώρα συνετέλεσε στην δυναμική καλυτέρευση της κοινωνικής οικονομίας. Η αυξανόμενη ανάγκη εργατικού δυναμικού δεν μπορούσε να καλυφθεί. Αιτία μεταξύ άλλων είναι και η υπογεννητικότητα στη Σουηδία την περίοδο 1920-30. Οι επιχειρήσεις στράφηκαν στο εξωτερικό για να βρουν εργατικό δυναμικό προς κάλυψη των αναγκών τους. Πρώτα στις γειτονικές χώρες, αλλά από το 1947 προσέλαβαν εργάτες από Ιταλία, Αυστρία, Ουγγαρία. Την χρονική περίοδο 1945-67 η εισαγωγή εργατικού δυναμικού χαρακτήριζε την Σουηδική πολιτική.
Ήταν η ευκολία με την οποία αλλοδαποί εργαζόμενοι μπορούσαν να έρθουν και να εξασφαλίσουν εργασία στη Σουηδία. Ένα παράδειγμα είναι ότι δεν χρειαζόταν έγκριση βίζας από πολλές Ευρωπαϊκές χώρες.

Η εισαγωγή εργατικού δυναμικού μπορεί να περιορισθεί σε μια περίοδο είκοσι χρόνων. Η Αρχή έγινε στα τέλη του 1940 αλλά ήταν στην αρχή του 1950 που ο ερχομός αλλοδαπών για εργασία στη βιομηχανία ήταν σε έξαψη. Στα μισά του 1950 ήρθαν περίπου 30.000 αλλοδαποί στη Σουηδία. Το 60% προέρχονταν από τις γειτονικές χώρες, κύρια από τη Φινλανδία. Δέκα χρόνια αργότερα ο αριθμός αυξήθηκε σε περίπου 50.000 άτομα με τους Φιλανδούς να κυριαρχούν πάντα. Η μετανάστευση από τη Νότια Ευρώπη άρχισε αν αυξάνεται συνεχώς.
Η ανοιχτή αγορά εργατικού δυναμικού στη Σκανδιναβία δυσκόλεψε τον έλεγχο εισροής αλλοδαπών στη Σουηδία για εξασφάλιση εργασίας. Η ζήτηση εργατικής δύναμης ήταν μεγαλύτερη από την προσφορά. Πολλές επιχειρήσεις στράφηκαν στο (AMS) με αίτηση συλλογικής πρόσληψης εργαζομένων από το εξωτερικό.

Αρχικά προσλήφθηκαν εργαζόμενοι από τις γειτονικές χώρες, κύρια από Φινλανδία αλλά και από Γερμανία, Αυστρία. Στα μέσα του 1960 άρχισαν όλο και περισσότερες επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν από τη Νότια Ευρώπη, κύρια την Γιουγκοσλαβία. Σαν αιτία μπορεί να θεωρηθεί η καλυτέρευση της οικονομικής ζωής στη Φινλανδία, πράγμα που ανάγκασε τις σουηδικές επιχειρήσεις να στραφούν σε άλλες χώρες προς αναζήτηση εργατικού δυναμικού.
Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής ο εξωτερικός έλεγχος της μετανάστευσης ήταν σχετικά χαλαρός. Οι αλλοδαποί που εισέρχονταν στη χώρα για εξασφάλιση εργασίας ελέγχονταν με διάφορες μορφές παροχής άδειας.
Άδεια εγκατάστασης εγκρινόταν για μη Σκανδιναβούς χρονικής διάρκειας μεγαλύτερης των τριών μηνών. Η άδεια αυτή, παραμονής, ήταν χρονικά περιορισμένη. Για να έχει τη δυνατότητα παραμονής στη χώρα απαιτούνταν άδεια παραμονής. Αυτό προϋπόθετε εξασφάλιση εργασίας πρώτα. Οι σουηδικές αρχές  ήταν αρκετά αυστηρές στην έκδοση άδειας παραμονής πριν το 1968. Για άτομα με άδεια παραμονής απαιτούνταν άδεια εργασίας εάν ήθελε να εργασθεί. Η άδεια εργασίας ήταν χρονικά περιορισμένη. Στην άδεια αναφερόταν το είδος της εργασίας που ο κάτοχος μπορούσε να ασκήσει. Στο διάστημα 1954 -1966 άλλαξε ο χαρακτήρας της άδειας αυτής. Το 1954 ίσχυε η άδεια σαν είδος ρυθμιστή για εξασφάλιση θέσεων εργασίας στους αυτόχθονες. Το 1966 το βάρος δόθηκε για να μπορεί η ξενική εργατική δύναμη να οδηγηθεί εκεί που ήταν περισσότερο απαραίτητη.

Περιορισμός μετανάστευσης το 1966.

Στα μισά του 1960 η σουηδική βιομηχανία προέβλεψε ότι η άνθησή της θα συνεχίσει οδηγώντας σε έλλειψη εργατικού δυναμικού. Οι επιχειρήσεις συνέχισαν να προσλαμβάνουν εργαζόμενους από το εξωτερικό. Την ίδια περίοδο άρχισε να αναδύεται μια αντίσταση ενάντια στις προσλήψεις αυτές. Τα εργατικά συνδικάτα ήταν ανάμεσα σ αυτούς που διαμαρτύρονταν. Πίστευαν ότι οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να στραφούν στην εσωτερική εργατική δύναμη, όπως στον γυναικείο πληθυσμό, τους μεγάλους και τους ανάπηρους. Επιχειρηματολόγησαν ακόμη ότι υπήρχε κίνδυνος για τους αλλοδαπούς να βρεθούν σε κοινωνικό αποκλεισμό και να δημιουργηθεί μια καινούργια υποκατηγορία (underklass) στη Σουηδία. Η κριτική αυτή οδήγησε σε διαπραγματεύσεις μεταξύ υπουργείου εσωτερικών, επιτροπή αγοράς εργασίας(AMS), συνδικαλιστική ομοσπονδία (LO) και ένωση εργοδοτών (SAF) που άρχισαν το 1965.

Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν να επιβληθεί περιορισμός στην μετανάστευση από τον Γενάρη 1966. Ήταν δύσκολο για κατοίκους έξω από τις Σκανδιναβικές χώρες να ζητήσουν άδεια επί τόπου. Η ρύθμιση μετανάστευσης σημαίνει ότι άδεια εργασίας και κατοικίας πρέπει να είναι εξασφαλισμένα πριν την είσοδο στη χώρα. Αν και η αυθόρμητη μετανάστευση, για μη Σκανδιναβικές χώρες, απαγορεύθηκε το 1966 δεν σταμάτησε αμέσως η εισροή μεταναστών. Οι αιτήσεις για εξεύρεση εργασίας από τις γειτονικές χώρες δεν περιλαμβάνονταν στην ρύθμιση. Επιπλέον συνέχισαν αρκετοί αλλοδαποί να έρχονται χωρίς βίζα στη Σουηδία και να αιτούνται άδειας επί τόπου. Επίσης υπηρεσίες όπως επιτροπή αγοράς εργασίας (AMS), εργατικά σωματεία, δεν εφάρμοζαν με αυστηρότητα την απαγόρευση με αποτέλεσμα να μην περιορισθεί η μετανάστευση αρκετά.

Το 1967 οι ρυθμίσεις έγιναν αυστηρότερες ώστε οι επιχειρήσεις που ήθελαν να προσλάβουν αλλοδαπούς έπρεπε να το αιτηθούν στην επιτροπή αγοράς εργασίας. Ταυτόχρονα με την αύξηση εξωτερικού ελέγχου αδυνάτισε ο έλεγχος στο εσωτερικό. Εκφράσθηκε με τις καινούργιες κατευθύνσεις για παροχή άδειας εργασίας που η επιτροπή αγοράς εργασίας παρουσίασε το 1967.

Οι αλλαγές σημαίνουν ότι η άδεια εργασίας δίνονταν για μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από προηγούμενα και οι μετανάστες είχαν την διαβεβαίωση ανανέωσης της άδειας άσχετα αν ο ενδιαφερόμενος είχε ή όχι εργασία την περίοδο της ανανέωσης.

  Επιπλέον αιτήσεις αλλαγής επαγγέλματος δεν εξετάζονταν πλέον από την επιτροπή αγοράς εργασίας ή το Συμβούλιο Εργασίας του Νομού, αλλά μπορούσε να το αποφασίσει το τοπικό αστυνομικό τμήμα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι δυναμώθηκε η θέση του αλλοδαπού στην αγορά εργασίας και ουσιαστικά εξασφαλίσθηκε διαρκής άδεια εργασίας.

Η μετανάστευση συνέχισε να αυξάνεται. Έφθασε στα ύψη το 1969 και 1970, όπου 70.000 ήρθαν στη Σουηδία. Ταυτόχρονα μπορεί να ειπωθεί ότι ήταν το τέλος της. Κάτω από δυό δεκαετίες όπου η εισαγωγή εργατικού δυναμικού κυριαρχούσε από το 1950 -70 τριπλασιάσθηκαν οι γεννήσεις στη Σουηδία από 198.000 έφθασαν στις 538.000. Οι Φιλανδοί κυριαρχούσαν σε όλη την περίοδο αυτή, κυρίως τα πρώτα 10-15 χρόνια.

Τη δεκαετία 1960 αυξήθηκε η μετανάστευση από τη Νότια Ευρώπη σημαντικά και κύρια από τη Γιουγκοσλαβία. Οι Γιουγκοσλάβοι ήταν αριθμητικά οι περισσότεροι ανάμεσα στις μειονότητες, μετά τους Φιλανδούς.

Αλλαγές στη δομή κρατικών υπηρεσιών και οι πρώτες πολιτικές πρωτοβουλίες για μετανάστες.

Κατά την περίοδο που συχνά αναφέρεται σαν περίοδος εισαγωγής εργατικού δυναμικού, η επιτροπή αγοράς εργασίας ήταν η υπηρεσία που είχε την κεντρική ευθύνη. Η επιτροπή αγοράς εργασίας είναι μεταξύ άλλων αρμόδιο από το τέλος του 1950 μεταφοράς εργατικού δυναμικού και ποσόστωσης προσφύγων. Το ζήτημα για μια κεντρική υπηρεσία απέλασης απασχόλησε πολλές φορές. Σε τρείς περιπτώσεις 1947, 1948 και 1951 ήταν αντικείμενο κρατικής έρευνας αλλά όλες οι προτάσεις απορρίφθηκαν από τις τότε κυβερνήσεις.

Συγκεκριμένη μεταναστευτική πολιτική δεν υπήρχε μέχρι τα τέλη του 1960. Απουσίαζε οποιαδήποτε συζήτηση,συγκεκριμένα μέτρα για την συμμετοχή των μεταναστών στην κοινωνία. Απεναντίας, υπήρχαν εξειδικευμένοι τρόποι ελέγχου των αλλοδαπών που βρίσκονταν στην χώρα. Την δεκαετία του 1960 οι συνθήκες άρχισαν να αλλάζουν σιγά σιγά. Μια από τις πρώτες κρατικές πρωτοβουλίες για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση των μεταναστών ήταν η δημιουργία ομάδας εργασίας για τα προβλήματα των μεταναστών το 1966.

Η ομάδα εργασίας συστήθηκε  από την κυβέρνηση με καθήκοντα τόσο την χαρτογράφηση κοινωνικών και πολιτισμικών ζητημάτων που οι μετανάστες αντιμετώπιζαν όσο και να εξετάσει τρόπους για την αύξηση εναρμόνισης ( προσαρμογής). Στα καθήκοντα της εργασίας αυτής συμπεριλαμβάνεται και η διάδοση των πληροφοριών για τις διάφορες ομάδες μεταναστών.

Η κυβέρνηση είχε επίσης συστήσει το 1961 έρευνα για αλλοδαπούς με οδηγίες τον προσδιορισμό της μεταναστευτικής πολιτικής όσο και την διερεύνηση ίδρυσης μιας κεντρικής υπηρεσίας μετανάστευσης. Το πόρισμα κατατέθηκε στην κυβέρνηση το 1967 με την ονομασία "Μετανάστευση".
Η έκθεση περιείχε πρόταση για την ίδρυση κεντρικής αρχής μετανάστευσης σε αντικατάσταση της επιτροπής μεταναστών όσο και ένα σύνολο προτάσεων για την διαμόρφωση της νέας μεταναστευτικής πολιτικής.

Η έρευνα υπογράμμισε την σημασία μόνιμου κυβερνητικού οργανισμού για θέματα πολιτικής που αφορά μόνο ξένους υπηκόους όπως διάφορες μορφές άδειας, όπως είναι άδεια εισόδου, άδεια διαμονής και παροχής ιθαγένειας. Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι ο νέος οργανισμός θα πρέπει να έχει την συνολική ευθύνη για θέματα που αφορούν την προσαρμογή των μεταναστών. Τουλάχιστον αυτών που δεν ανήκουν άμεσα σε μια συγκεκριμένη αρχή. Για παράδειγμα , η μελέτη ανέφερε ότι η ευθύνη για τη διδασκαλία και ανακοινώσεις δημοσίων υπηρεσιών θα παραμείνει στην ανώτερη σχολική επιτροπή και το συμβούλιο αγοράς εργασίας θα συνεχίσει να είναι υπεύθυνο για την προσαρμογή των μεταναστών στην αγορά εργασίας.
Η νέα αρχή θα έχει μάλλον την ευθύνη παρακολούθησης και συντονισμού για θέματα εναρμόνισης. Η έρευνα οδήγησε σε δυό προτάσεις σχετικά με ένα μόνιμο φορέα για τη μετανάστευση, τα νομοσχέδια 1968:142 και 1969:53.

Την 1 Ιούλη 1969 είχαν ολοκληρωθεί οι προτάσεις της επιτροπής και ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Μετανάστευσης, με ιδιαίτερες ευθύνες για τη χορήγηση αδειών, θέματα ελέγχου και απόδοση ιθαγένειας. Το Εθνικό Συμβούλιο Μετανάστευσης ήταν η αρμόδια αρχή για τα καθήκοντα που προηγουμένως ήταν διασκορπισμένα σε διάφορες υπηρεσίες, ήτοι θέματα προσαρμογής, μετανάστευσης και ζητήματα ιθαγένειας.
Το Εθνικό Συμβούλιο Μετανάστευσης ήταν η αρχή συντονισμού με το έργο της οργάνωσης των προσπαθειών ενημέρωσης για τους μετανάστες.

Η έκθεση της έρευνας διατύπωσε επίσης τους προσανατολισμούς για την μεταναστευτική πολιτική και την μελλοντική πολιτική της μετανάστευσης.

Τρία νομοσχέδια του 1968 και 1969 περιελάμβαναν προτάσεις για τον έλεγχο της μετανάστευσης προς τη Σουηδία, αποβλέποντας να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις , να διατηρηθούν οι αρχές, ώστε οι μετανάστες να μπορούν να ζήσουν με τους ίδιους κανόνες με τους αυτόχθονες.

Οικονομική και κοινωνική ισότητα ήταν το κεντρικό στοιχείο της σουηδικής πρόνοιας που χτίζονταν από τη μεταπολεμική περίοδο.
Στη δεκαετία του 1960, οι μετανάστες είχαν επίσης συμπεριληφθεί στη συζήτηση ως μια ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα που χρειάζονται βοήθεια και υποστήριξη από την κοινωνία. Η έννοια της ισότητας στη σουηδική πολιτική για τη μετανάστευση βασίζεται σ αυτές τις συζητήσεις. Η ισότητα δεν είναι η φυλετική ισότητα, δηλαδή το δικαίωμα να προσεύχονται, να διατηρούν τον πολιτισμό τους, της καταγωγής και της ταυτότητας, αλλά να εξομαλύνουν τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.

Σύμφωνα με την ιδέα της ισότητας ενώπιον του μετανάστη η μελέτη πρότεινε ότι η ευθύνη για την εκτέλεση της πολιτικής για ξένους θα είναι στις εξειδικευμένες αρχές που ασχολήθηκαν με παρόμοιες ερωτήσεις σχετικά με Σουηδούς πολίτες. Οι αλλοδαποί δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο, αλλά και στις περιοχές που αντιμετωπίζονταν το ίδιο με τους σουηδικούς  πολίτες, θα έπρεπε να αντικατοπτρίζεται στην αρμόδια αρχή. Κάποια ειδική πολιτική μεταναστών δεν είναι διατυπωμένη, αλλά η συζήτηση της ισότητας βασίστηκε σε μια συνεπή πολιτική μετανάστευσης που είχε διατυπωθεί.

Στα τέλη του 1969, ιδρύθηκε στη Σουηδία η πρώτη μόνιμη κεντρική μονάδα για τη μετανάστευση - Εθνικό Συμβούλιο Μετανάστευσης. Οι προηγούμενοι σχηματισμοί ήταν περισσότερο ή λιγότερο προσωρινοί. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 υπήρξε μια σταδιακή μεταβολή σε σχέση με τη μετανάστευση και τους μετανάστες. Πράγμα που εκδηλώθηκε τόσο από το Διοικητικό Συμβούλιο Μετανάστευσης που δημιουργήθηκε, εν μέρει  και με τα μέσα ενημέρωσης και πολιτικής συζήτησης σχετικά με την προσαρμογή των μεταναστών που ξεκίνησε.

Αντί να ελέγχονται, θα πρέπει να προσαρμοστούν στη σουηδική κοινωνία και την επαγγελματική ζωή. Αυτό σήμαινε ότι οι νέες μορφές οργάνωσης ήταν αναγκαίες για να επιτευχθεί η προσαρμογή αυτή.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα πως έγινε η ενσωμάτωση αλλοδαπών εργαζομένων και προσφύγων από άποψη δημόσιας οργάνωσης. Για να αντιληφθούμε πως οι οργανισμοί προέκυψαν, τροποποιήθηκαν μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι παρακολουθεί πως οι αλλοδαποί εργάτες και πρόσφυγες αντιμετωπίσθηκαν και θεωρήθηκαν ( έγιναν αντιληπτοί) από την σουηδική κοινωνία. Νέοι οργανισμοί σχηματίζονται συνεχώς στον ιδιωτικό, δημόσιο τομέα καθώς και μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί. Οι άνθρωποι σχηματίζουν νέους οργανισμούς γιατί πιστεύουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικότεροι τρόποι να πετύχουν ένα συγκεκριμένο στόχο, και έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τους πόρους για την ίδρυση οργανισμών. Πότε και πως θα εμφανίζονται είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενο από την κοινωνική δομή και διαθέσιμη τεχνολογία, ότι είναι δηλαδή η ιστορική στιγμή.

Η κοινωνική δομή περιλαμβάνει όλες τις μεταβλητές που αποτελούν σταθερά χαρακτηριστικά της κοινωνίας έξω από την οργάνωση. Αυτό σημαίνει όλα, από θεσμούς το δίκαιο και τα νομικά συστήματα μέχρι δημογραφικά και κοινωνικές σχέσεις. Όλο το κοινωνικό πλαίσιο που αποτελεί την οργάνωσή του. Οι οργανισμοί σχηματίζονται όταν οι ιστορικές συνθήκες είναι ευνοϊκές. Είναι σημαντικό να έχουμε μια εικόνα του τρόπου που σχηματίσθηκαν. Έτσι είναι όταν διαφορετικές κοινωνικές διεργασίες και εκδηλώσεις συμπίπτουν και ανοίγουν ξέφωτα στο κοινωνικό τοπίο. Ποιές προϋποθέσεις υπήρχαν για τις τοπικές δημόσιες οργανώσεις για την ενσωμάτωση των μεταναστών κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960;
Οι Ahrne και Παπακώστας θεωρούν ότι νέες θέσεις εργασίας ή νέοι σχηματισμοί δημιουργούνται για να καλύψουν κάποιο μέρος από την διασάλευση στο περιβάλλον. Που μπορεί να είναι δημογραφικό, τεχνολογικό ή το ποσοστό της αποτίμησης.

Αλλαγές στη μεταναστευτική ροή και νέοι κανόνες για την μετανάστευση.

Όταν ιδρύθηκαν οι πρώτες τοπικές μεταναστευτικές οργανώσεις στα μέσα του 1960, η Σουηδία είχε ήδη εμπειρία από τη μετανάστευση. Η μετανάστευση προσφύγων είχε υπάρξει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετανάστευση εργατικού δυναμικού αμέσως μετά. Είχε ήδη προϋπάρξει μετανάστευση στη Σουηδία για δυό δεκαετίες χωρίς να έχουν ιδρυθεί δημόσιοι οργανισμοί για την ενσωμάτωση μεταναστών. Το 1960 δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ίδρυσης νέων οργανισμών.

Αν και η μετανάστευση των προσφύγων ήταν πολύ εκτεταμένη κατά την διάρκεια του πολέμου επέστρεψαν πολλοί στις πατρίδες τους ή σε άλλες χώρες μετά τον πόλεμο. Αλλά και μετά το πέρας του πολέμου η Σουηδία συνέχισε να δέχεται οργανωμένα πρόσφυγες κύρια από διάφορα στρατόπεδα προσφύγων της Ευρώπης. Πρέπει να προσθέσουμε ότι οι πρόσφυγες ήταν ένα μικρό ποσοστό του συνόλου των μεταναστών μέχρι το 1970. Ανάμεσα 1950 -1967 ήταν μόνο το 5% της συνολικής μετανάστευσης στη Σουηδία.

Το κύμα προσφύγων μετά τον Β΄ Πόλεμο αντικαταστάθηκε από εργάτες μετανάστες. Αρχικά ήταν από τις γειτονικές χώρες που ήρθαν στη Σουηδία για εργασία. Η συμφωνία του 1954 για μια κοινή αγορά εργασίας διευκόλυνε τους κατοίκους των χωρών να μείνουν και να εργασθούν στη Σουηδία. Αλλά ήδη τη δεκαετία του 1950 ήρθαν εργάτες από την υπόλοιπη Ευρώπη όπως Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία για να δουλέψουν σε σουηδικές επιχειρήσεις αν και σε περιορισμένη κλίμακα. Περιβαλλοντολογικές αλλαγές, δημογραφικοί λόγοι είναι αιτίες μετακίνησης πληθυσμού τόσο στην ίδια τη χώρα όσο και μεταξύ των χωρών.

Η Μετανάστευση στη Σουηδία συνεχίζεται από την μεταπολεμική περίοδο αλλά ήταν κυρίως σκανδιναβοί γείτονες που μετανάστευαν. Ήρθαν και από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες αλλά σε μικρές ομάδες. Από το 1964 και μετά υπήρξαν αλλαγές στα πρότυπα μετανάστευσης. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι από τη Νότια Ευρώπη, Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα, Τουρκία άρχισαν να εγκαθίστανται στη χώρα. Ανάμεσα 1965 -66 αυξήθηκαν οι αιτήσεις από τη Γιουγκοσλαβία από 5.200 σε 11.200.
Ακόμη και μετά τους ρυθμιστικούς κανόνες μετανάστευσης 1966/67 συνέχισε η μετανάστευση, κύρια από την Γιουγκοσλαβία, να είναι σε υψηλό επίπεδο. Αν και η πλειοψηφία εισερχομένων εργατών ήταν από τις γειτονικές χώρες, αύξαινε ποσοστιαία η μετανάστευση από τη νότια Ευρώπη, κύρια από τη Γιουγκοσλαβία.

Η μετανάστευση κορυφώθηκε το 1970 για να ελαττωθεί στη συνέχεια. Οι κύριες αλλαγές που συνέβησαν στα μέσα του 1960 ήταν η αύξηση της μη σκανδιναβικής μετανάστευσης. Ήταν όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε δήμους και σε χώρους εργασίας που ήρθαν από απομακρυσμένες από τη Σουηδία χώρες. Η αυξανόμενη αναλογία μη σκανδιναβών μεταναστών δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε ολόκληρη τη χώρα. Η αύξηση από μη σκανδιναβούς μπορεί να έχει μια γενική επίδραση γιατί προκάλεσε μεγαλύτερη προσοχή και έθεσε νέα ζητήματα.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 έγιναν επιπρόσθετες αλλαγές που δημιούργησαν διατάραξη στο περιβάλλον και συνέβαλαν στην δημιουργία προϋποθέσεων για τον σχηματισμό γραφείων μεταναστών. Μια άλλη πηγή διαταραχών οφείλεται στην αλλαγή των σουηδικών κανόνων μετανάστευσης. Μεταξύ Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και 1967 ήταν σχετικά εύκολο για τους ξένους πολίτες να εγκαθίστανται στη Σουηδία για εξεύρεση εργασίας.

Αρχικά ο εξωτερικός έλεγχος της μετανάστευσης ήταν σχετικά χαμηλός. Απεναντίας ο εσωτερικός έλεγχος για όσους διέμεναν στην χώρα σκληρός. Υπήρχαν πολλών λογιών άδειες που οι αλλοδαποί ήταν αναγκασμένοι να ζητήσουν για να μπορέσουν να συνεχίσουν την διαμένουν στην χώρα, όπως άδεια παραμονής, εργασίας και άδεια διαμονής. Η άδεια διαμονής ήταν η ίδια με την σημερινή άδεια μόνιμης παραμονής. Αυτό έδινε στον αλλοδαπό την δυνατότητα συνέχισης διαμονής στη χώρα χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Η σουηδική κυβέρνηση ωστόσο ήταν περιοριστική στην χορήγηση αδειών παραμονής. Οι άδειες παραμονής ήταν χρονικά περιορισμένες και έδιναν στον κάτοχο το δικαίωμα παραμονής στη χώρα για την χρονική περίοδο που αναγραφόταν στην άδεια. Οι άδειες εργασίας χορηγούνταν για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα και έπρεπε να ανανεώνεται ταχτικά. Αίτηση ανανέωσης της άδειας υποβάλλονταν συνήθως στην επιτροπή εργασίας του Νομού.
Υπήρχαν δηλαδή έντονοι περιορισμοί στις ευκαιρίες των αλλοδαπών εργατών για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Συνολικά σημαίνει ότι οι περιορισμοί αυτοί έδιναν έστω και εμμέσως μια προσδοκία στο σουηδικό κράτος ότι οι μετανάστες δεν θα έμεναν παντοτινά στη χώρα. Παρά το γεγονός ότι η Σουηδία σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούσαν την έκφραση επισκέπτες εργάτες, δεν χρησιμοποιούσε τον όρο αυτό αλλά τον όρο μετανάστες, υπήρχαν ομοιότητες στις πολιτικές. Το κράτος περισσότερο ή λιγότερο πίστευε ότι οι μετανάστες θα επέστρεφαν στις χώρες προέλευσής τους.

Οι αλλαγές στη ρύθμιση της μετανάστευσης που τέθηκαν σε εφαρμογή το 1966 και ενισχύθηκαν το 1967 σημαίνει ότι έγινε δυσκολότερο για τους πολίτες μη βόρειων χωρών να εισέλθουν στη χώρα για εργασία. Οι νέες ρυθμίσεις σημαίνουν ότι οι μετανάστες πρέπει να έχουν άδεια εργασίας πριν την είσοδο στη χώρα. Η είσοδος με τουριστική βίζα και αναζήτηση δουλειάς στη συνέχεια δεν ισχύει πλέον.
Ιδέα πίσω από τον νέο κανονισμό είναι ότι ο κανονικός δρόμος για να ζητήσει δουλειά θα είναι μέσω της πρόσληψης εργατικού δυναμικού.

Συνέπεια του αυστηρού ελέγχου στο εξωτερικό είναι ότι οι αλλοδαποί εργάτες που βρίσκονταν στη Σουηδία ενίσχυσαν τη θέση τους στην αγορά εργασίας αφού ο εσωτερικός έλεγχος μειώθηκε.

Για τους μετανάστες συνεπάγεται δυό πράγματα: Η άδεια εργασίας είχε μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από προηγούμενα, ώστε να μειωθεί κατά πολύ ο έλεγχος καθώς και εγγύηση από την επιτροπή αγοράς εργασίας ότι οι άδειες εργασίας δεν θα χρειάζονται αντικατάσταση. Στην πράξη αυτό σήμαινε ότι ή άδεια εργασίας ήταν ισοδύναμη με την άδεια παραμονής. Με την αλλαγή αυτή εξαφανίσθηκαν τα ίχνη που υπήρχαν στη σουηδική πολιτική μετανάστευσης για επισκέπτες εργάτες. Έχει εκφρασθεί η άποψη ότι, "το 1967 μπορεί να είναι μια καθυστερημένη ημερομηνία για τις αλλαγές που έγιναν". Η ζήτηση εργατικής δύναμης ήταν τόσο μεγάλη, ακόμη και πριν τις αλλαγές, που δεν ήταν απαραίτητο από τις υπηρεσίες εργατικού δυναμικού να ζητάν αιτήσεις ανανέωσης άδειας εργασίας, γιατί στην πράξη πάντα χορηγήθηκαν.
Η συνέπεια της συλλογιστικής είναι ότι, οι σουηδικές αρχές είχαν θεωρήσει τους αλλοδαπούς εργαζόμενους σαν μόνιμα εγκατεστημένους στη Σουηδία ακόμα πριν το 1967.

 

Αλλαγές σε πρότυπα και αξίες.

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ΄60 δεν υπήρχε ειδική πολιτική για μεταναστευτικά ζητήματα ή θέματα προσαρμογής των μεταναστών.  Η αντίληψη που επικρατούσε ήταν ότι οι μετανάστες δεν θα παρέμεναν στη Σουηδία αλλά θα επέστρεφαν στις πατρίδες τους ύστερα από ορισμένα χρόνια εργασίας. Κατά την διάρκεια του χρόνου που βρίσκονταν στη Σουηδία προσδοκούσαν οι αρχές την προσαρμογή τους στη σουηδική κοινωνία.
Κατά τη δεκαετία του ΄60 άρχισαν να εμφανίζονται ζητήματα που σχετίζονταν με την προσαρμογή μεταναστών καθώς και εκπαίδευσης να συζητιούνται τόσο στα μέσα ΜΜΕ όσο και στα πολιτικά κόμματα. Επικριτικές φωνές ανέκυψαν κατά της πολιτικής αφομοίωσης που εφαρμόσθηκε. Στα ΜΜΕ, εργαλείο διαμόρφωσης κοινής γνώμης, το ζήτημα ήρθε για πρώτη φορά το 1964 από τον David Schwarz στην πρωινή εφημερίδα Dagens Nyheter. Η κριτική του συνίσταται σε δυό σημεία: ανύπαρκτη πολιτική μεταναστών και τις απαιτήσεις αφομοίωσης. Το άρθρο αυτό έγινε αφορμή συμμετοχής στον διάλογο αρκετών άλλων. Οι συζητητές ήταν σύμφωνοι ότι η μεταναστευτική πολιτική έπρεπε να αναπτυχθεί.

Διαφορετικές αντιλήψεις εκφράσθηκαν για την πολιτική της αφομοίωσης. Ακόμη και αν δεν υπήρξε κάποιος που να υπερασπίσθηκε την πολιτική αφομοίωσης αντιτάχθηκαν στην πολιτισμική αντίληψη Schwarz για παράδειγμα ενεργή υποστήριξη σε διάφορες εθνικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές ομάδες.
Υποστήριξαν μια καθολική πολιτική και δέχθηκαν ότι οι πολιτισμικές διαφορές θα μπορούσε να γίνουν αποδεκτές αλλά θα ήταν λάθος η ενεργή στήριξή τους γιατί οδηγούσε στο διαχωρισμό (segregation). Η διαφωνία αυτή δεν λύθηκε, αλλά συνεχίζονται οι συζητήσεις τόσο στα ΜΜΕ όσο και στην πολιτική.

Ακόμα και στον πολιτικό τομέα αυξανόταν ο προβληματισμός τη δεκαετία του ΄60 για την προσαρμογή των μεταναστών. Ο αριθμός των θεμάτων που αφορούν την μετανάστευση τα οποία ανέκυψαν στο κοινοβούλιο αυξήθηκε σημαντικά κυρίως στο δεύτερο μισό του ΄60.
Την χρονική περίοδο 1960 -64 τέθηκαν 25 ερωτήσεις σε σύγκριση με 120 της περιόδου 1965 -69. Ο αριθμός ερωτήσεων σχετικά με το θέμα μετανάστευσης αυξήθηκε ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια 1970 -73 όταν τέθηκαν 162 ερωτήσεις. Επιπλέον οι ερωτήσεις παίρνουν όλο και περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο. Ένα παράδειγμα είναι η έρευνα για αλλοδαπούς που αποφασίσθηκε το 1961 με αποστολή να ερευνήσει τις πολιτικές για μετανάστευση και τις βασικές αρχές μετανάστευσης. Η έρευνα ολοκληρώθηκε το 1967, και τα αποτελέσματα της ήταν πενιχρά.
Η έρευνα δεν τοποθετείται στο είδος των μέτρων που απαιτούνται αλλά τόνισε την ανάγκη για μια μόνο στοχοθετημένη πολιτική για την μετανάστευση

. Το πρώτο νομοσχέδιο το οποίο συζήτησε συνεκτικές πολιτικές μετανάστευσης ήρθε το 1968. Το νομοσχέδιο έθεσε τα θεμέλια ισότητας στα οποία βασίσθηκε η μελλοντική πολιτική μετανάστευσης. Δεν ανέπτυξε συγκεκριμένα μέτρα, αλλά θεωρούσε ότι ο σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της γενικής πολιτικής πρόνοιας, χωρίς να χρειασθεί να παραιτηθούν οι μετανάστες από τις πολιτιστικές τους ταυτότητες. Η έκθεση έλαβε κριτική μεταξύ  άλλων από τα εργατικά συνδικάτα γιατί δεν εξέτασε το θέμα προσαρμογής των μεταναστών λεπτομερειακά.

Υπό το πρίσμα της κριτικής άρχισε το 1968 καινούργια έρευνα με σκοπό να εξετάσει το θέμα της μετανάστευσης που το πόρισμά της παραδόθηκε το 1974. Με βάση την έκθεση αυτή που συνέταξε την μεταναστευτική πολιτική και τέθηκε σε εφαρμογή το 1975 με βασικές έννοιες αυτές της ισότητας, επιλογής και συνεργασίας.

Ακόμα πριν η Σουηδία πάρει μια συνεκτική πολιτική για την μετανάστευση το 1975 επιτελέσθηκαν διάφορα μέτρα.

Μια ένδειξη της αυξημένης σημασίας των μεταναστευτικών ζητημάτων ήταν ότι ορίσθηκε μια ομάδα μελέτης των προβλημάτων αυτών την 1 Γενάρη 1966. Σκοπός της εργασίας ήταν να προσδιορισθούν τα κοινωνικά, πολιτιστικά και άλλα προβλήματα που οι μετανάστες συναντούσαν στη σουηδική κοινωνία και να υποβάλλει προτάσεις σχετικά με τα μέτρα και τις πειραματικές δραστηριότητες ώστε "να διευκολυνθεί η προσαρμογή τους".

Η ομάδα εργασίας ξεκίνησε με διάφορους τύπους πληροφοριών και παροχής υπηρεσιών για τους μετανάστες. Για παράδειγμα ξεκίνησε κατάρτιση για διερμηνείς και το ενημερωτικό φυλλάδιο "Καινούργιος στη Σουηδία".

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 υπήρξε μια αλλαγή στη στάση απέναντι στους μετανάστες. Δεν ήταν πλέον αυτονόητο ότι οι αλλοδαποί θα προσαρμόζονταν στις σουηδικές προδιαγραφές και αξίες στη διάρκεια της παραμονής τους στη χώρα. Οι συζητήσεις άνοιξαν τόσο γιατί οι μετανάστες ήταν μια μόνιμη ομάδα στην κοινωνία όσο και γιατί είχαν την ανάγκη ειδικής συμβολής από την πλευρά της κοινωνίας. Νέες έννοιες που σχετίζονταν με τους μετανάστες όπως πολιτισμικότητα, πολιτιστική και εθνική ταυτότητα χρησιμοποιήθηκαν και απόχτησαν σημασία. Το σημαντικό είναι ότι την περίοδο αυτή άρχισαν να συζητάνε για τους μετανάστες με ένα τρόπο που δεν είχε γίνει προηγούμενα.
Για να καταλάβουμε γιατί η πρωτοβουλία για την εκκίνηση υπηρεσιών μετανάστευσης (Invandraverket) ήρθε στο δεύτερο μισό του 1960, πρέπει να δούμε τις "διαμορφωμένες ιστορικές συνθήκες". της εποχής. Δίνοντας μια εικόνα του χώρου και του χρόνου μπορούμε να συλλάβουμε τις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν, τις κοινωνικές διεργασίες της κάθε εποχής.

Δεν είναι μονοσήμαντη η διεργασία που οδηγεί σε δημιουργία ενός νέου τύπου οργάνωσης την κάθε χρονική στιγμή. Γίνονται όταν πολλές διαφορετικές κοινωνικές διεργασίες και γεγονότα συμβαίνουν ταυτόχρονα, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις διαμόρφωσης νέων οργανώσεων. Οι αλλαγές που έγιναν αφορούν εν μέρει τις πραγματικές αλλαγές ροής μεταναστών καθώς και την διαφορετική αντίληψη των μεταναστών.

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 αυξήθηκε σημαντικά η εισροή μεταναστών και άλλαξε ο χαρακτήρας της. Όλο και περισσότεροι Γιουγκοσλάβοι, Έλληνες και Τούρκοι έπαιρναν τον δρόμο με προορισμό τη Σουηδία, ενώ ταυτόχρονα ελαττωνόταν το ποσοστό από τις γειτονικές χώρες. Οι σουηδικές αρχές έχουν ήδη διαπιστώσει ότι πολλοί μετανάστες θα παραμείνουν στη Σουηδία. Οι αρχικές προσδοκίες ότι οι μετανάστες είναι προσωρινοί και θα επιστρέψουν στις πατρίδες τους δεν επαληθεύθηκαν.

Η νομική αλλαγή πραγματοποιήθηκε το 1966/67 με τους κανονισμούς μετανάστευσης. Η ιδέα της αλλαγής έρχεται από το παρελθόν, έχει ήδη ωριμάσει. Αυτοί οι παράγοντες συνέπεσαν με μια, τουλάχιστον εν μέρει, αλλαγή νοοτροπίας για τους μετανάστες. Συζητήσεις στα μέσα ενημέρωσης αμφισβήτησαν την έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής καθώς και την πολιτική αφομοίωσης για τους νέους κατοίκους. Ταυτόχρονα έγιναν αλλαγές σε πολιτικό επίπεδο, για παράδειγμα, ορίσθηκε επιτροπή που θα εξετάσει την αγορά εργασίας για την μετανάστευση καθώς και ζητήματα μεταναστών. Υπήρξαν και συγκεκριμένα μέτρα όπως δωρεάν διδασκαλία της σουηδικής γλώσσας και χρηματική υποστήριξη στις οργανώσεις μεταναστών. Οι παράγοντες αυτοί, η αλλαγή στα μεταναστευτικά ρεύματα, οι νέοι κανονισμοί μετανάστευσης τα νέα πρότυπα και αξίες που άρχισαν να εκφράζονται, συλλογικά, συνέβαλαν ώστε, η κατάσταση των μεταναστών να γίνει δημόσια υπόθεση. Οι αλλαγές δημιούργησαν ένα ξέφωτο στο κοινωνικό τοπίο. Η κοινωνική δομή αυτή τη στιγμή ήταν ευνοϊκή για την ανάπτυξη καινούργιων οργανισμών για τους μετανάστες.

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, 01 Αυγούστου 2010

Επιστροφή

Πηγές:

Brunsson N. och Sahlin-Andersson K. (1998) Att skapa organisationer, i Ahrne, G. (1998) Stater som organisationer, Nerenius & Santérus, Stockholm.
Dannefjord, P. (2002) Praktiker och målförändring: SAP 1889-1905, Växjö univ. Institutionen för samhällsvetenskap, Växjö.

Ds A 1978:1, Arbetsmarknadsdepartementet (1978) Sverige och flyktingarna: en översyn av frågor som rör uttagning och omhändertagande av flykting-ar, LiberFörlag/Allmänna förl., Stockholm.

Ds A 1981:11, Arbetsmarknadsdepartementet (1981) Ett lokalt omhändertagan-de av flyktingar: förslag från en arbetsgrupp inom Arbetsmarknadsde-partementet, LiberFörlag/Allmänna förl., Stockholm.

Frank, D. (2005) Staten, företagen och arbetskraftsinvandringen: en studie av invandringspolitiken i Sverige och rekryteringen av utländska arbetare 1960-1972, Växjö University Press, Växjö.
Hallberg, L. (2001) Källor till invandringens historia i statliga myndigheters ar-kiv 1840-1990, Riksarkivet, Stockholm.

Hammar, T. (1964) Sverige åt svenskarna: invandringspolitik, utlänningskon-troll och asylrätt 1900-1932, Stockholms universitet, Stockholm.

Knocke, W. (1986) Invandrade kvinnor i lönearbete och fack: en studie om kvinnor från fyra länder inom Kommunal- och Fabriksarbetareförbun-dets avtalsområde, Arbetslivscentrum: Brevskolan distributör, Stock-holm.

Sarstrand, A.-M. (2003) Från invandrarpolitik till integrationspolitik. En under-sökning av två kommuners integrationsinriktade arbete., Institutionen för samhällsvetenskap, Växjö.

Similä, M. (1992) Det lokala flyktingmottagandet: konflikter och roller, Centrum för invandringsforskning (CEIFO), Stockholm.

Soininen, M. (1992) Det kommunala flyktingmottagandet: genomförande och organisation, Centrum för invandringsforskning (CEIFO), Stockholm.

SOU 1945:1, 1943 års utlänningssakkunniga (1945) Betänkande med förslag till utlänningslag och lag angående omhändertagande av utlänning i an-stalt eller förläggning, Norstedt, Stockholm.

SOU 1946:36, Parlamentariska undersökningskommissionen angående flykting-ärenden och säkerhetstjänst (1946) Parlamentariska undersöknings-kommissionen angående flyktingärenden och säkerhetstjänst, Stock-holm.

SOU 1967:18, Utlänningsutredningen (1967) Invandringen: problematik och handläggning: Utlänningsutredningens betänkande, 2, Stockholm.

SOU 1974:69, Invandrarutredningen (1974) Invandrarutredningen, LiberFör-lag/Allmänna förl., Stockholm.

SOU 1996:55, Invandrarpolitiska kommittén (1996) Sverige, framtiden och mångfalden: slutbetänkande från Invandrarpolitiska kommittén, Fritzes offentliga publikationer, Stockholm.

SOU 2005:56, Utredningen om strukturell diskriminering på grund av etnisk el-ler religiös tillhörighet (2005) Det blågula glashuset: strukturell diskri-minering i Sverige: betänkande, Fritzes offentliga publikationer, Stock-holm.

 Anna-Maria Sarstrand  Om invandrares inkorporering på kommunal nivren 1965-1984

Ahrne, G. och Papakostas, A. (2002) Organisationer, samhälle och globalise-ring: tröghetens mekanismer och förnyelsens förutsättningar, Student-litteratur, Lund.

 

Επιστροφή

 

 

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας