...

Σουηδικές εκλογές

Η πτωτική πορεία της σουηδικής σοσιαλδημοκρατίας

Hvad vil Sosial-Demokraterna? (Τι θέλουν οι σοσιαλδημοκράτες); Το ερώτημα τέθηκε το 1881, πριν 137 χρόνια, από τον August Palm. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μίλησε δημόσια για το σοσιαλισμό στη Σουηδία.
   Η Σουηδία, μέχρι πριν λίγα χρόνια παρουσίαζε το παράδοξο, στον οικονομικό τομέα να είναι χώρα μοντέρνα καπιταλιστική, ενώ, στον κοινωνικό τομέα, χώρα μοντέρνα σοσιαλιστική. Αυτό δεν αποτελεί παραδοξολογία, γιατί, μεταπολεμικά, η σουηδική σοσιαλδημοκρατία επεδίωξε, και πέτυχε, τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού στην αποκαλούμενη «χρυσή εποχή» της (1945 – 1975). Στην περίοδο αυτή ενισχύθηκε το κράτος δικαίου, και διευρύνθηκαν τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των σουηδών πολιτών. Αυτό γίνονταν αμέσως φανερό, σε κυνηγημένους, κατατρεγμένους ανθρώπους που η Σουηδία τους άνοιγε τις πόρτες της.
   Ύστερα από τη δολοφονία του Πάλμε, η σοσιαλδημοκρατία –αδυνατώντας να τον αντικαταστήσει με έναν ικανό, χαρισματικό ηγέτη– έτρεξε να αγκαλιάσει τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εφικτή η σοσιαλδημοκρατική κοινωνική πολιτική. Το άνοιγμα στις παγκόσμιες αγορές, η προβολή της παγκοσμιοποίησης από τα ΜΜΕ ενίσχυσαν την νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, στους κόλπους και τα στελέχη της σοσιαλδημοκρατίας, με αποτέλεσμα αφ’ ενός να καθίσταται όλο και δυσκολότερος ο έλεγχος των αγορών, και αφ’ ετέρου η αποδοχή, μερικής ή ολικής, σε νεοφιλελεύθερες αξίες και πρακτικές να γίνεται όλο και περισσότερο εμφανής με αποτέλεσμα τις συνεχείς εκλογικές συρρικνώσεις της σοσιαλδημοκρατίας. Φυσικά, δεν έμεινε στο απυρόβλητο το μοντέρνο κοινωνικό κράτος, η συρρίκνωση του οποίου υποστηρίζεται από όλο το πολιτικό φάσμα, εκτός από το αριστερό κόμμα που ακόμα συνεχίζει να αντιστέκεται…

 

Παρελθόν, –Ιδεολογική στειρότητα

   Η σοσιαλδημοκρατία, για να επιβιώσει, ζει με αναφορές στο παρελθόν.  όμως, και να έχει λόγο, να πρωταγωνιστεί, και να καθορίζει τις εξελίξεις χρειάζεται άμεση ιδεολογική ανανέωση. Αν και είναι γενικευμένη η αίσθηση ότι ο καπιταλισμός διέρχεται «μια κρίση για την οποία βασικοί υπεύθυνοι είναι η πλεονεξία, η ανευθυνότητα, ο νεοφιλελευθερισμός και οι ανεξέλεγκτες αγορές, πουθενά στην Ευρώπη δεν παρατηρείται άνοδος της επιρροής των αριστερών κομμάτων». Αυτό είναι τραγικό, γιατί αποκαλύπτει πως η αριστερά είναι «ιδεολογικά εξαντλημένη και πολιτικά εξουδετερωμένη», με αποτέλεσμα να μειώνεται η δυνατότητα της Ευρώπης και, του κόσμου, να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις με συντονισμό και αποτελεσματικότητα.
   Το πρόβλημα το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η σουηδική, και, όχι μόνο, σοσιαλδημοκρατία είναι η τελευταία εκδοχή σε ένα παλιό πρόβλημα: πως δηλ. ο καπιταλισμός θα δημιουργεί βιώσιμη ανάπτυξη, και ταυτόχρονα οι κοινωνίες θα προστατεύονται «από κοινωνικά και ηθικά ανεύθυνες συμπεριφορές, από το ξεθεμελίωμα παραδόσεων, κοινωνικών δομών και πολιτιστικών παραδόσεων που επιφέρει η λειτουργία του καπιταλισμού».
   Σ’ αυτό το πολύ συγκεκριμένο ερώτημα θέλησαν ήδη να απαντήσουν, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, οι θεμελιωτές της σουηδικής σοσιαλδημοκράτες, – Ερνστ Βίνγκφορς, Νιλς Κάρλεμπι, Περ 'Αλμπιν Χάνσον, Άξελ Ντάνιελσον μη διστάζοντας προς τούτο να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με πολλούς συντρόφους τους εντός του σοσιαλιστικού κινήματος. Με εξαιρετική διορατικότητα οι ηγέτες της σουηδικής σοσιαλδημοκρατίας διακήρυξαν ότι: ο ρόλος της αριστεράς, είναι να αναπτύσσει πολιτικές που θα ενισχύουν ταυτόχρονα την ανάπτυξη και την κοινωνική αλληλεγγύη, αντί να καλεί τους εργαζόμενους να επιλέξουν τη μια ή την άλλη.
   Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, οι σοσιαλδημοκράτες εξαπέλυσαν πολιτική επίθεση, προκειμένου να επιβάλουν τις αντιλήψεις τους στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και ανέπτυξαν μια νέα στρατηγική για την αριστερά, που στηριζόταν στον κρατικό έλεγχο της λειτουργίας των αγορών, και στην τόνωση του πατριωτισμού των πολιτών. Η μόνη χώρα όπου το βασικό αριστερό κόμμα υιοθέτησε ολόπλευρα αυτή τη στρατηγική ήταν η Σουηδία, που ταυτόχρονα έγινε και η μόνη χώρα στην οποία η αριστερά επικράτησε ήδη από τότε της ριζοσπαστικής δεξιάς και συνέπτυξε γύρω της μια σταθερή πολιτική και κοινωνική συμμαχία, θεμελιώνοντας μια –πρωτοφανή για δημοκρατική κοινωνία– μακροχρόνια πολιτική ηγεμονία.

Πρόσφατες εκλογές

   Κατ’ επανάληψη αναφέρθηκε στα σουηδικά ΜΜΕ ότι η σοσιαλδημοκρατία, το 2018, είχε το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα εδώ και 100 χρόνια. Παρόλα αυτά το αποτέλεσμα αυτό είναι ανακουφιστικό, γιατί οι δημοσκοπήσεις έδιναν χαμηλότερο αποτέλεσμα. Πολιτικοί και εκλογολόγοι δεν πρόβλεψαν (παρόλο που ήταν διαφαινόμενο) τη συσπείρωση και την εντατική προσπάθεια των δύο τελευταίων ημερών που ανέβασαν το τελικό αποτέλεσμα στο 28,4%. Αυτό οφείλεται σε τρεις υποσχέσεις που έδωσαν δύο μέρες πριν την ημέρα των εκλογών: περισσότερο προσωπικό στον τομέα της περίθαλψης, σύνταξη το 70% του μισθού, και μια έξτρα οικογενειακή βδομάδα.
   Δεν είναι ανεξήγητο, το αντίθετο, ήταν αναμενόμενο, γιατί εδώ και πολύ καιρό η σοσιαλδημοκρατία έχει χάσει την πρωτοβουλία στα θέματα κοινωνικής πρόνοιας. Η πολιτική της οδηγεί σε πρωτοφανείς ανισότητες, μαζική κοινωνική περιθωριοποίηση… Η στήριξη του ξενόφοβου κόμματος, Σουηδοί Δημοκράτες, από εργαζόμενους, μέλη της Σουηδικής Συνομοσπονδίας Εργατών, υπερδιπλασιάστηκε από τις προηγούμενες εκλογές, του 2014, και ανέβηκε στο 25%. Το ξενόφοβο, αυτό κόμμα, στις πρόσφατες εκλογές είχε ισχυρή υποστήριξη και από γυναίκες στον τομέα της περίθαλψης, έναν κλάδο παραμελημένο, που ψήφιζε παραδοσιακά σοσιαλδημοκράτες. Η πολιτική απέναντι στο μεταναστευτικό πρόβλημα και τις αιτίες του των τελευταίων χρόνων, είναι ένα άλλο, πολύ σοβαρό πρόβλημα, που επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα.
   Οι προβολείς, πολιτικοί και δημοσιογραφικοί, εστιάζουν το μεταναστευτικό πρόβλημα μόνο στις μετακινήσεις ανθρώπων ξεριζωμένων από τις εστίες τους, προς τη βόρεια Μεσόγειο. Η σοσιαλδημοκρατία, και όχι μόνο, αποσιωπά άλλες μετακινήσεις που ενισχύουν και παρατείνουν τους πολέμους. τις μετακινήσεις όπλων από τον βορρά προς τον νότο που διασχίζουν την «Διευρυμένη Μεσόγειο», στο πλαίσιο της στρατηγικής ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, σε μια περιοχή που εκτείνεται από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θάλασσα, και νότια ως τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Υιοθετούν πλήρως την πολιτική ΗΠΑ/ΝΑΤΟ και συμμετείχαν με πολεμικά αεροπλάνα στην εξόντωση του Καντάφι και την «εισαγωγή δημοκρατίας» στη Λιβύη. Υιοθετούν την στρατηγική της Αμερικής, που για τα δικά της γεωπολιτικά συμφέροντα, προκάλεσε το «τόξο της αστάθειας» στο Ιράκ, και στη συνέχεια στην κατεδάφιση της Γιουγκοσλαβίας και της Συρίας. Πιστεύοντας ότι το ΝΑΤΟ παίζει αποφασιστικό ρόλο για την ασφάλεια και τη σταθερότητα, εγκατέλειψαν την ουδετερότητα της Σουηδίας, και συμμετέχουν σε κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ. Δεν αντιδρούν στους πολέμους των Αμερικανών οι οποίοι, με τους μηχανισμούς νέο-αποικιακής λεηλασίας, προκαλούν φτωχοποίηση, δυστυχία, και εκρίζωση των πληθυσμών, γιγαντώνουν τα μεταναστευτικά κύματα κάτω από δραματικές συνθήκες και δημιουργούν θύματα και νέες μορφές δουλείας.
   Ένας προηγούμενος πρωθυπουργός, ο Γιόραν Πέρσσον, είναι ένα είδος μετεωρολόγου στο κοινωνικό κλίμα στα ΜΜΕ. Σε παλιότερη συνέντευξή του εκφραζόμενος για το κόμμα του είπε ότι, αυτό, λησμόνησε το κύριο καθήκον του –να εμποδίσει την εξέλιξη όπου λίγοι έχουν πάρα πολλά ενώ οι πολλοί εγκαταλείπονται. Είναι εύκολο να συμφωνήσουμε μαζί του. Στη δεκαετία του 1960 12 οικογένειες έλεγχαν την οικονομία της Σουηδίας. Τα τελευταία 10 χρόνια οι δισεκατομμυριούχοι στη Σουηδία από 35 αυξήθηκαν σε 187, ενώ ταυτόχρονα  μισό εκατομμύριο συνταξιούχοι με δυσκολία μπορούν να έχουν πρωινό και δύο γεύματα την ημέρα. Ένα άλλο παράδειγμα ανισότητας στη σημερινή ευημερούσα σουηδική οικονομία είναι ότι αυτοί που κατοικούν σε αραιοκατοικημένες περιοχές πληρώνουν υψηλό δημοτικό φόρο και ταυτόχρονα οι κοινωνικές υπηρεσίες απέναντί τους χειροτερεύουν.

Πρωθυπουργοί και υπουργοί, επαγγελματίες πολιτικοί

    Η σχέση πολιτικών, εν ενεργεία ή προηγούμενων, με ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα αποκρύβεται ή εμποδίζεται να συζητηθεί. Αυτό από μόνο του σηματοδοτεί κατά κάποιο τρόπο το πολιτικό κλίμα στη σημερινή Σουηδία. Το γεγονός ότι πολιτικοί έχουν παράλληλα καθήκοντα με ισχυρές οικονομικές ομάδες πίεσης (λόμπι), ή προσλαμβάνονται στον ιδιωτικό τομέα αμέσως μόλις σταματούν να είναι υπουργοί ή πρωθυπουργοί είναι συνηθισμένο. έχει γίνει πράξη, αλλά δεν θεωρείται σημαντικό για να αποτελέσει αντικείμενο κοινωνικής συζήτησης.
Σε μια φυσιολογική κοινωνία οι πολιτικοί ηγέτες λαμβάνουν αποφάσεις ανεξάρτητα από μελλοντικές προσφορές εργασίας. Η απλή υποψία του αντίθετου θα οδηγούσε σε σημαντικά προβλήματα αξιοπιστίας. Πως μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ένας προηγούμενος υπουργός βιομηχανίας (näringsminister), ο Thomas Östros, έγινε διευθύνων σύμβουλος στην Ένωση Τραπεζών και ένας προηγούμενος πρωθυπουργός ο Göran Person, μετακινήθηκε κατ’ ευθείαν από το πρωθυπουργικό γραφείο σε εταιρεία με μυστικούς πελάτες οι οποίοι ασκούν ισχυρές οικονομικές πιέσεις (λόμπι) χωρίς καμιά απολύτως αντίδραση; Είναι μακρύς ο κατάλογος πρώην Σουηδών πολιτικών που προσλήφθηκαν στον ιδιωτικό τομέα με υψηλές αμοιβές.
   Στη Σουηδία, τόσο οι πολιτικοί όσο και οι πολιτικοί τους φίλοι, στην περίοδο της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, μπορούν να πλουτίσουν με τις ιδιωτικοποιήσεις κοινωφελών οργανισμών. Έχουν ερευνηθεί οι πυκνές διασυνδέσεις –συνήθως μέσω πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών οργανώσεων νεολαίας– με άτομα που ασκούν ηγετικό ρόλο στις καινούργιες (ιδιωτικές) εταιρείες κοινωνικής προστασίας και πολιτικών που συμμετείχαν στις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτό, σε άλλες χώρες καλείται διαφθορά αλλά όχι στη Σουηδία.  
   Πόσο περήφανοι μπορούν να νιώθουν οι σημερινοί επαγγελματίες, σε όλες τις βαθμίδες, πολιτικοί σοσιαλδημοκράτες, σε τι βαθμό ταυτίζουν ιδεολογικά τον εαυτό τους, όταν αναφέρονται, αν αναφέρονται, σε έναν από τους ηγέτες της Σουηδικής σοσιαλδημοκρατίας στο ξεκίνημά της, στον Άχελ Ντάνιελσον, αυτόν που, μεταξύ άλλων, το 1886 μετέφρασε στα σουηδικά το Κομμουνιστικό μανιφέστο, και ίδρυσε την εργατική εφημερίδα Arbetet (Εργασία, Εργατικό φύλλο). Πόσο κοντά τους τον αισθάνονται οι υπηρέτες μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων όταν γνωρίζουν ότι ο Άχελ Ντάνιελσον, όταν έμενε στη Στοκχόλμη, δεν είχε τη δυνατότητα να τρώει κάθε μέρα, και η γυναίκα του για βιοποριστικούς λόγους μετανάστευσε στην Αμερική. Πόσο σοσιαλδημοκράτες νιώθουν όταν συγκρίνουν τον εαυτό τους με τον Άχελ Ντάνιελσον, ο οποίος, αρθρογραφώντας, υπερασπίζονταν τα δικαιώματα των εργατών και δέχονταν συνεχείς μηνύσεις και δικαστικές καταδίκες με αποτέλεσμα να περάσει χρόνια φυλακισμένος;

Hvad vil Sosial-Demokraterna?

(Τι θέλουν οι σοσιαλδημοκράτες σήμερα);

    «Ύστερα από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ζούμε σε ένα κόσμο καπιταλιστικά παγκοσμιοποιημένο, που λειτουργεί με τους όρους εξουσίας του κεφαλαίου και με τους όρους του ανταγωνισμού. Και είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει αστός πολιτικός, αστικό πολιτικό κατεστημένο, που μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή την εξουσία, ενώ είναι εντελώς απίθανο να μπορεί να την ανατρέψει. Αυτό σημαίνει ότι, σε αυτή τη φάση της ιστορίας της, η ανθρωπότητα βρίσκεται στα χέρια πολιτικών δυνάμεων που αδυνατούν να την εκπροσωπήσουν, ούτε καν να την προστατέψουν. Αδυνατούν να υψώσουν φραγμούς στη δυνατότητα αυτοκαταστροφής της. Αυτό μπορούν να το κάνουν μόνο πολιτικές δυνάμεις που, εξ ορισμού και σε όλο το βάθος και την έκταση, είναι εναντίον της εξουσίας του κεφαλαίου. Όμως οι δυνάμεις αυτές είναι ακόμα σε πτώση και γι’ αυτό δεν έχουν ανεβασμένη τη συνείδηση ευθύνης τους απέναντι στην ανθρωπότητα». (Θανάσης Βακαλιός, Το Μέτρο εκδόσεις εύμαρος, σελ 71).

 

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Σεπτέμβρης 2018

 

  <  προηγούμενο | επόμενο >

 

   Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.