Στις 17 του Οκτώβρη 2013, στο σουηδικό Τύπο, δημοσιεύθηκε μια έκκληση για την Ελλάδα. Την έκκληση υπογράφουν μεταξύ άλλων ο  βραβευμένος με το Νόμπελ ποιητής Τούμας Τρανστρόμερ, ο ακαδημαϊκός Περ Βέστρβεργ κ.α.

Η βοήθεια των σουηδών προς τον ελληνικό λαό, δεν είναι σημερινό φαινόμενο.

Πριν από αρκετά χρόνια, το 1821, αμέσως με το ξέσπασμα της Επανάστασης δημιουργήθηκε στη Σουηδία ένας έντονος φιλελληνισμός.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε το 1940, με αφορμή τη συγκέντρωση χρημάτων στη Σουηδία για τους έλληνες, όταν η Ελλάδα δέχτηκε την επίθεση της Ιταλίας. Δεν πρόφθασε να δημοσιευθεί πριν η Ελλάδα καταληφθεί από τις ισχυρότερες δυνάμεις του Χίτλερ.
Η περιγραφή του φιλελληνισμού αναφέρει ο συγγραφέας του, Έρικ Βικέν, όπως αυτός εκδηλώθηκε στη Σουηδία τη δεκαετία του 1820, αποτελεί πάντα ιστορικό ενδιαφέρον.

Έχει γίνει παράδοση η βοήθεια του σουηδικού λαού προς τους έλληνες κάθε φορά που η Ελλάδα έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

Σήμερα, 2014, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο βοήθειας σε αναξιοπαθούντες στην Ελλάδα.

Το 1967 Η Σουηδική Επιτροπή για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, ανέπτυξε πλούσια δράση, συμπαραστάθηκε στους έλληνες αγωνιστές, ανέπτυξε δράση ενάντια στη χούντα σε διεθνείς οργανισμούς...

Το 1945 μια Σουηδό Ελληνική επιτροπή ιδρύθηκε με σκοπό: την πληροφόρηση του σουηδικού λαού για την κατάσταση στην Ελλάδα. Να βοηθήσει έλληνες αγωνιστές που μάχονταν για εθνική ανεξαρτησία, τα παιδιά που τα σπίτια τους καταστράφηκαν...

Το 1940 ιδρύθηκε Σουηδό Ελληνική Λέσχη και έκανε εθνικό έρανο, είχε μεγάλη επιτυχία, για βοήθεια στον ελληνικό λαό.

"Η άγνοια σκοτώνει την ελευθερία, οδηγεί σε σκλαβιά. Ο ζυγός της δουλείας είναι η φοβερότερη δυστυχία που μπορεί να συμβεί σε ένα έθνος".
Ν. Άσλινγκ, σουηδός φιλέλληνας

 

Gustav Adolf Sass (Γουσταύος Αδόλφος Σασς)

Σκανδιναβός Φιλέλληνας –έπεσε στο Μεσολόγγι


Βιογραφικά στοιχεία.

Ο Gustav Adolf Sass γεννήθηκε στις 7-7-1793 στη Juttila Kommila της Φινλανδίας, η οποία ήταν για 400 χρόνια υπό Σουηδική κατοχή –ελευθερώθηκε το 1808. Ακολούθησε το επάγγελμα  του πατέρα του, και σε ηλικία 19 χρονών, κατετάγη στον Σουηδικό Στρατό ακολουθώντας σύντομα όλη την ιεραρχία του Υπαξιωματικού. από Δεκανέας μέχρι Ανθυπασπιστής. Υπηρέτησε σαν λοχίας, στο Νότιο Σύνταγμα Πεζικού, στη Νότια Σουηδία (Skåne) το διάστημα 3-13-1812 μέχρι 15-11-1814 και εκπαιδευτής Λοχίας το διάστημα 24-5-1817 μέχρι 24-6-1819. Παντρεύτηκε την Olivia Charlotta Lundberg στις 27-12-1817 στο Malmö της Σουηδίας με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Emilia Augusta Margareta, που έζησε στην Uppsala.
    Σύμφωνα με τον Timo Antero Westerlund, oι γονείς του, Otto Fredrik Sass και Ebba Maria Borgenström, γεννημένοι στη Φινλανδία, απέκτησαν επτά παιδιά (4 αγόρια και 3 κορίτσια): Fredrika Vilhelmina, Christina Lovisa, Agata, Adolf Fredrik, Staffan Adolf, Fredrik, Julius Fredrik και Carl Sass.
    Ο Gustav Adolf Sass έχασε τη ζωή του στο Μεσολόγγι πολεμώντας τους Τούρκους κατά την Ελληνική Επανάσταση. Στις 7-4-1826 σύμφωνα με τους Φιλανδούς, ή στις 19 Φλεβάρη 1824 σύμφωνα με φιλέλληνες και τον Ν. Κασομούλη που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Μνημείο του, δωρεά του Γενικού Πρόξενου της Φινλανδίας στην Ελλάδα Ευγένιου Ευγενίδη (1882 – 1954) τοποθετήθηκε στο Μεσολόγγι το 1937 με ημερομηνία θανάτου 7-4-1826.


Gustav Adolf Sass
   Ο Gustav Adolf Sass έχει μια πολύ αξιόλογη δράση. Ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων από την οποία αντλήθηκαν πολλοί φιλέλληνες. Είχε υπηρετήσει στο σουηδικό στρατό αρκετό διάστημα για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν ταλαντούχος στρατιωτικός, και ξαφνικά όταν έγινε ειρήνη και αποστρατεύτηκε βρέθηκε άνεργος. Δεδομένου ότι το επάγγελμα του στρατιωτικού ήταν το μόνο που γνώριζε, πήγε στην Ελλάδα δυο φορές, σαν εθελοντής.
    Την πρώτη, εντάχτηκε στη Γερμανική Λεγεώνα1 η οποία σαλπάρισε με το βρίκι «Σκιπίων» από τη Μασσαλία στις 22-11-1822 και έφθασε στην Ελλάδα στις 6-12-1822. Έζησε, στην Ελλάδα, όλες τις στερήσεις και τους εξευτελισμούς ως τη διάλυσή της Λεγεώνας. Ανάπτυξε τη δράση του στην Πελοπόννησο. Έστελνε ανταποκρίσεις σε εφημερίδες της εποχής του, όπως και άλλοι φιλέλληνες. Οι ανταποκρίσεις των εθελοντών –παρόλο που πολλοί δεν ήταν αντικειμενικοί– συμβάλλουν σημαντικά στην κατανόηση των γεγονότων. Σε κάποια ανταπόκριση περιγράφει την Κόρινθο, την οποία είδε για μερικές ώρες μόνο. Σε άλλη, ήταν έντονη η συγκίνησή του γιατί κατάφερε επιτέλους να δει τις Θερμοπύλες στη διάρκεια μιας στρατιωτικής αποστολής. Σε ένα γράμμα του αναφέρεται στο θάνατο του Byron. Δύο φιλέλληνες επιβεβαιώνουν πως τον συνάντησαν στο νοσοκομείο Φράνκ της γαλλικής αποστολής στη Σμύρνη. 
    Ύστερα, είτε γιατί βρέθηκε σε μεγάλη ανάγκη μην έχοντας πόρους για τη συντήρησή του, είτε γιατί ήταν αφοσιωμένος στον αγώνα των Ελλήνων και ένιωθε πολύ δεμένος με την ελληνική υπόθεση, μπαρκάρισε για την Κρήτη, όπου θα εντασσόταν στις επαναστατικές δυνάμεις του νησιού. Θα αιχμαλωτιστεί όμως, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από τουρκικό πολεμικό και θα υποστεί τις έσχατες ταπεινώσεις και τις φοβερότερες βαναυσότητες. Μια από τις διασκεδάσεις των τούρκων στρατιωτών ήταν να σέρνουν τα σπαθιά τους στο λαιμό του, ή να τον σημαδεύουν με τις πιστόλες τους ώστε να περιμένει την άμεση δολοφονία του. «Ο Sass χτυπήθηκε, βασανίστηκε και υποβλήθηκε στις συνήθεις ακαθόριστες, εξαιτίας του ότι είναι ακατανόμαστες (ανομολόγητες), ανατολικού τύπου προσβολές». Μερικές από τις δοκιμασίες του δεν γράφονται. Εξουθενωμένος από την πείνα και τα κάθε λογής βασανιστήρια, μισο-λιμοκτονώντας, δαρμένος και σε μαρτυρική κατάσταση, ο θάνατος πιθανότατα να αποτελούσε έλεος, άντεξε διατηρώντας απείραχτα τα λογικά του. Οι φρικτές και ανείπωτες δοκιμασίες άφησαν το στίγμα τους στο κορμί και την ψυχή του. Πουλήθηκε σκλάβος στην Αλεξάνδρεια. Τον ελευθέρωσε από τη σκλαβιά ένας φιλάνθρωπος Άγγλος και τον εφοδίασε με τα μέσα για να επιστρέψει στην πατρίδα του. Εκεί, μαθαίνοντας ότι ετοιμαζόταν αποστολή στην Ελλάδα, πηγαίνει στο Λονδίνο και προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Φιλελληνικό Κομιτάτο2. Το Κομιτάτο τον εφοδίασε με τα μέσα να ξανα-ταξιδεύσει,  στην Ελλάδα.
    Στις 29 Ιανουαρίου 1824 ο Gustav Adolf Sass ξαναγύρισε στην επαναστατημένη Ελλάδα με το Βρίκι «Άννα» που άραξε στο Δραγαμέστο (σημερινό Αστακό) της Ακαρνανίας με 18 εθελοντές. Μην έχοντας κανένα πόρο ζωής, πήγε στο Μεσολόγγι στην υπηρεσία του Byron όπου τοποθετήθηκε σαν υπολοχαγός στην ταξιαρχία πυροβολικού. Και, όπως γράφει ο William Parry, «εκτελούσε τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και σύνεση». Συμπεριφέρθηκε με φρονιμάδα. «Ήταν αδιαμφισβήτητα μακράν ο πλέον χρήσιμος ξένος αξιωματικός που βρισκόταν τότε στην Ελλάδα και η απώλειά του υπήρξε ένα αντίστοιχα θλιβερό γεγονός […]. Ήταν από κείνα τα άτομα που γεννήθηκαν έξω από την εποχή τους ή έγιναν από τη μια ή την άλλη αιτία τόσο παράξενα ή τόσο απροσάρμοστα που μ’ όλες τις καλές τους προθέσεις όλα πήγαιναν ανάποδα. Είχε επιβλητική εμφάνιση κι έδειχνε πως ο δρόμος προς την επιτυχία ήταν ανοιχτός μπροστά του. Άλλα όμως τον περίμεναν. Υπηρέτησε στο σουηδικό στρατό κι΄ όταν ήρθε η ειρήνη και αποστρατεύτηκε απόμεινε μονάχα με το σπαθί του». («Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα». Κυριάκος Σιμόπουλος, Τόμος 3ος).


Ποια είναι η εθνικότητα του Gustav Adolf Sass;


    Σε μαρτυρίες της εποχής, ο Sass, αναφέρεται από το φιλέλληνα William Parry σαν Σουηδός, και από τον Pietro Gamba τόσο σαν Σουηδός όσο και σαν Γερμανός. Ο Ν.Κασομούλης που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι όταν σκοτώθηκε ο Sass τον αναφέρει σαν Γερμανό. Στον Κήπο Ηρώων του Μεσολογγίου υπάρχει μνημείο για τον Φινλανδό Gustav Adolf Sass. Ποιος ήταν, όμως, ο φιλέλληνας αυτός; Σύμφωνα με τον Borje Knöss, υπήρχαν τουλάχιστον δύο φιλέλληνες που ονομάζονταν Sass. Όπως προκύπτει από τους καταλόγους των επιβατών των πλοίων τα οποία μετέφεραν φιλέλληνες από τη Μασσαλία στην Ελλάδα, ο Adolph Sass ήρθε με το πλοίο Félicité Renouvelée, και ο Karl Sass ταξίδευσε με το το Duchesse d'Angoulême. («I’Hellénisme Contemporain» , Borje Knöss). (Να υποθέσουμε ότι ο Carl, αδελφός του Gustav Adolf, είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Karl; Στη σουηδική γλώσσα το αρχικό γράμμα του ονόματος γράφεται με C ή K).

 

Ο θάνατος του Sass


    Στις 28 Νοεμβρίου του 1829 κάποια εφημερίδα της Σουηδίας, ανακοινώνει μεταχρονολογημένα τον θάνατό του, καθώς και τον τρόπο που αυτός έγινε. Το άρθρο υπενθυμίζει ωστόσο, ότι οι πληροφορίες της δολοφονίας του είναι συγκεχυμένες. Αναφέρει ότι δολοφονήθηκε από κάποιον Σουλιώτη στις 18 Φεβρουαρίου του 1824, όταν αυτός συνόδευε τον γιο του Μάρκου Μπότσαρη με τον οποίο πήγαιναν να συναντήσουν τον Λόρδο Βύρωνα. Εκεί στην θύρα της οικίας τους σταμάτησε ο  Sass, ο οποίος αδυνατούσε να καταλάβει τον λόγο της επίσκεψης. Ακολούθησε λογομαχία και παρεξήγηση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο θάνατος του άτυχου φιλέλληνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο θάνατος αυτός καταγράφηκε ως δολοφονία Γερμανού Φρουρού. Η εκδοχή αυτή για χρόνια δημιούργησε σύγχυση ως προς τον θάνατο του Φινλανδού Λοχαγού. Ωστόσο, αργότερα καταγράφηκε σε Σκανδιναβική Εφημερίδα μαρτυρία του Sass, σύμφωνα με την οποία περιγράφει τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, που έλαβε χώρα στις 19 Απριλίου 1824. Συνεπώς η εκδοχή ότι δολοφονήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1824 αποδείχθηκε λάθος.

Μαρτυρίες για τον θάνατο του Sass

    Το μεσημέρι της 19ης Φεβρουαρίου, ο Pietro Gamba επέστρεφε μαζί με τον Κώστα Μπότσαρη στο Μεσολόγγι από το Βασιλάδι. Στο σπίτι του Καψάλη όπου έμενε, είδε δύο κανόνια να σημαδεύουν από το εσωτερικό την είσοδό του. Στο εσωτερικό του σπιτιού, βασίλευε πένθιμη σιωπή, γιατί σε ένα τυχαίο επεισόδιο ένας Σουλιώτης σκότωσε έναν ευρωπαίο εθελοντή. Παραθέτουμε τρεις μαρτυρίες από ανθρώπους που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι.

Μαρτυρία του αγωνιστή Ν. Κασομούλη  

    «Μίαν των ημερών ένας Σουλιώτης, Γιώτης ονομαζόμενος, από το κόμμα των Βοτζιαραίων, επήγεν να περιδιαβάση τας μηχανάς και πυροτεχνήματα εις το παλάτι, όπου ήτον όλη η αποσκευή οπού έφερεν ο Λόρδος. Ο σκοπός δεν τον άφησεν να εισέλθη, αυτός (παρακαλούσε) τον σκοπόν. Ο σκοπός εφώναξε τον αξιωματικόν της ημέρας. Ορμά ο αξιωματικός –υβρίζονται εναλλάξ, σύρει το σπαθί ο αξιωματικός, τον κτυπά ολίγον. Τραβά ο Γιώτης με την πιστόλαν, τον παίρνει εις τον λαιμόν και τον φονεύει. Φεύγει ο Γιώτης κτυπημένος. λαμβάνουν τον φονευμένον Γερμανόν απάνω. Διαδίδεται η φήμη ότι εσκότωσεν τον Γιώτη ένας Φράγκος. ορμούν οι Σουλιώται. Κλείνονται εκείνοι μέσα. Εμβαίνει εις υποψίαν ο Λόρδος καμμιάς οχλαγωγίας, και προστάζει να φύγουν τα πυροβόλα εις την αγυιάν, και εις το σπίτι του να μην πλησιάσει κανένας έως να ιδή την ταραχήν. Προλαμβαίνει ο Στουρνάρας, τρέχει εις το παλάτι, λύει τους πολιορκητάς από εκεί, εμβαίνει μέσα, παρατηρεί τον πληγωθέντα Γερμανόν, και ενεργεί ευθύς την ησυχίαν όλων».

Η αφήγηση του Pietro Gamba

    «Ένας Σουλιώτης, φίλος του Μάρκου Μπότσαρη, γνωστός για την ανδρεία του και τον ήπιο χαρακτήρα του, ήρθε στο Οπλοστάσιο μαζί με ένα νεαρό ανιψιό του Μάρκου. Ήθελε να του δείξει τα κανόνια και τα άλλα πολεμικά όργανα του μηχανουργείου. Ένας από τους πυροβολητές μας, λοχίας φρουρός στην πύλη, τον σταμάτησε καθώς περνούσε και του είπε πως απαγορεύεται η είσοδος. Είχαμε πραγματικά δώσει τέτοια διαταγή για να απομακρύνουμε τους περίεργους Έλληνες, που με τις συχνές επισκέψεις μας ενοχλούσαν στη δουλειά μας. Ο Σουλιώτης απάντησε πως ήταν γνωστός, πως υπηρετούσε στο Οπλοστάσιο και θέλησε να προχωρήσει. Ο λοχίας, που ήταν Ούγγρος και άοπλος, άρπαξε το Σουλιώτη από το λαιμό και προσπάθησε να τον απομακρύνει με τη βία. Ο Σουλιώτης, έξω φρενών, χτύπησε το λοχία και κείνος κάλεσε τη φρουρά. Ο Sass, που ήταν αξιωματικός υπηρεσίας, έτρεξε, πρόσταξε να συλληφθεί ο Σουλιώτης και έσυρε το ξίφος του. Ο Σουλιώτης ζήτησε να τον αφήσουν να φύγει αλλά ο Sass αξίωσε να κρατηθεί και την ίδια στιγμή τον χτύπησε στον τράχηλο με το πλαϊνό του σπαθιού. Τότε ο Σουλιώτης, ασυγκράτητος, τράβηξε το γιαταγάνι και χτύπησε τον Σουηδό αξιωματικό στο μπράτσο, που σχεδόν κόπηκε. Ο λοχίας πρόλαβε να αδειάσει μια πιστόλα του Σουλιώτη αλλά εκείνος άρπαξε την άλλη πιστόλα και πυροβόλησε τον Sass στο κεφάλι. Ο Σουηδός αξιωματικός έπεσε νεκρός. Όλα αυτά έγιναν αστραπιαία. Οι πυροβολητές έτρεξαν και συνέλαβαν τον Σουλιώτη. Ήταν τραυματισμένος στο χέρι από πολλές σφαίρες μ’ όλο που κανείς δεν είχε πυροβολήσει εναντίον του. Φαίνεται πως τραυματίστηκε από τη δική του πιστόλα καθώς πυροβολούσε εναντίον του Sass. Σε λίγο κατέφθασε μέγα πλήθος συμπατριωτών του Σουλιώτη. Απείλησαν να πυρπολήσουν το κτίριο αν δεν αφηνόταν ελεύθερος ο κρατούμενος. Για να αποτραπούν χειρότερα δεινά ελευθερώθηκε αμέσως […]».

Ο William Parry, ιστορεί

   «Ο Sass ήταν εκείνη την ημέρα υπηρεσία στο σεράϊ, στο Οπλοστάσιο δηλαδή όπου είχαν αποθηκευτεί τα υλικά του Κομιτάτου. Στο Μεσολόγγι υπήρχαν πολλοί Σουλιώτες καθώς και κάμποσοι τυχοδιώκτες από όλα τα έθνη. Και ενώ ανυπομονούσαμε να διδάξουμε την τέχνη μας στους Σουλιώτες και τους άλλους Έλληνες που μπορούσαν έτσι να κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω από το Οπλοστάσιο, οι σκοποί διατάχθηκαν, επειδή είχαν γίνει πολλές κλοπές, να επιβλέπουν τους εισερχόμενους και να μην επιτρέπουν την είσοδο σε αγνώστους. Εκείνο το πρωί ένας Σουλιώτης, γενναίος στρατιώτης, που είχε διακριθεί κατά τη νυχτερινή επίθεση του Μάρκου Μπότσαρη στο τουρκικό στρατόπεδο, θέλησε να μπει στο Οπλοστάσιο, όπως έκανε και τις προηγούμενες μέρες. Αλλά επειδή δεν τον γνώριζε ο λοχίας της φρουράς που ήταν ξένος εμποδίστηκε η είσοδός του. Ο Σουλιώτης επέμενε να περάσει, και ο λοχίας να τον εμποδίζει. Ακούγοντας τη φιλονικία ο υπολοχαγός Sass έτρεξε στην πύλη. Ο Σουλιώτης, ένας ρωμαλέος, επιβλητικός άνδρας, ήταν, όπως όλοι οι συμπατριώτες του, αρματωμένος με ένα ζευγάρι πιστόλες και γιαταγάνι. Αλλά και ο Sass ήταν ατρόμητος και αθλητικός αλλά ίσως –δεν έδειξε ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.
     Τράβηξε το σπαθί του και χτύπησε τον Σουλιώτη διπλαριά, με το πλάϊ δηλαδή της λεπίδας. Ο Σουλιώτης, με το γιαταγάνι στο ένα χέρι και την πιστόλα στο άλλο, χύμηξε εναντίον του Σουηδού. Η πρώτη φάση της μονομαχίας ήταν αμυντική. Ο Σουλιώτης τραυματίστηκε στον τράχηλο. Η δεύτερη όμως ήταν μοιραία κι’ ο άτυχος Sass δέχτηκε ένα βόλι στο κεφάλι και ένα χτύπημα που σχεδόν χώρισε το χέρι από το σώμα του. Έμεινε ζωντανός αλλά αναίσθητος επί μία ώρα. Έτσι τελείωσε ο βίος του ριψοκίνδυνου αλλά άτυχου Sass, που άφησε όπως έμαθα, σύζυγο στο Malmö της Σουηδίας. Κι΄ ο Byron, ευαίσθητος πάντοτε στα βάσανα και τις ανάγκες των άλλων, σκέφτηκε να συνδράμει την οικογένειά του οικονομικά. Έγραψε στο Κομιτάτο του Λονδίνου και ζήτησε να σταλεί στη χήρα ένα μικρό ποσό για λογαριασμό του
».
    Η κηδεία του φιλέλληνα αξιωματικού έγινε την επόμενη μέρα, στις 20 του μηνός, με όλες τις τιμές. Ήταν μια εκδήλωση σεβασμού των Ελλήνων του Μεσολογγίου προς τους ξένους. Σύμφωνα με τον Pietro Gamba, «Η κηδεία του Sass εγένετο την επομένην 20 του μηνός. Ενεταφιάσθη μετά μεγάλης πομπής μεταξύ των τάφων του Μάρκου Βότσαρη και του στρατηγού Νόρμαν […]».

    Δεν μπόρεσα να βρω στις βιβλιοθήκες, το βιβλίο στο οποίο δημοσιεύτηκαν τα γράμματα του Sass. Ούτε ξεφύλλισα τις 35 εφημερίδες που εκδίδονταν τότε στη Σουηδία. Σύμφωνα, όμως, με ότι προαναφέρθηκε, σκοτώθηκαν δυο εθελοντές ονομαζόμενοι Sass. Ο ένας, από τον Σουλιώτη Γιώτη το 1824, και ο άλλος, ο Gustav Adolf Sass, από τούρκικο βόλι το 1826.

Επιγραφή στο μνημείο του Gustav Adolf Sass

    Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή για το θάνατό του, που είναι γραμμένη και στο μνήμα του, αναφέρεται ότι έπεσε από Τούρκικο βόλι στις 7 Απριλίου 1826. Λέγεται ότι αποπειράθηκε δύο φορές να εξέλθει από το πολιορκούμενο Μεσολόγγι εκτελώντας χρέη συνδέσμου με κάποιον από τους Έλληνες οπλαρχηγούς, που προσπαθούσαν από έξω να βοηθήσουν την πόλη. Αρχικά τάφηκε στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής, μέχρι τα οστά του να μεταφερθούν στον Κήπο των Ηρώων, όπως προαναφέρθηκε.

   Ο Ευγένιος Ευγενίδης, ικανότατο στέλεχος στις ναυτιλιακές εργασίες, αντιπροσώπευε τη Σουηδική Εταιρία Svenska Orient Linien. Γρήγορα έγινε ο Γενικός Διευθυντής όλων των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων της Σουηδίας σε όλη τη Μεσόγειο.
    Η Φινλανδική κυβέρνηση του εμπιστεύτηκε τη λειτουργία του Φινλανδικού Προξενείου αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια του Προξενείου στον Πειραιά. Με δική του πρωτοβουλία τοποθετήθηκαν το 1937 στον Κήπο Ηρώων του Μεσολογγίου μνημείο «εις μνήμην των Σουηδών των πεσόντων κατά τον υπέρ της Ελληνικής Ανεξαρτησίας Αγώνα», μαρτυρία του σουηδικού ιδεαλισμού, και το μνημείο του Φινλανδού φιλέλληνα Gustav Adolf Sass. Τα μνημεία, λιτά, σμιλεμένα στο βορρά από σουηδικό Γρανίτη, είναι δωρεά της Σουηδικής Εταιρίας Svenska Orient Linien. Οι πέτρες που τοποθετήθηκαν στις βάσεις των μνημείων μεταφέρθηκαν, και αυτές, από τη Σκανδιναβία. Στις 16 Απριλίου του 1938, έγιναν τα επίσημα αποκαλυπτήρια του μνήματος για τον Φιλέλληνα Φινλανδό Gustav Adolf Sass.

 

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Ιούλης 2017

 

    1. Η Γερμανική Λεγεώνα ήταν ένα στρατιωτικό σώμα που δημιουργήθηκε κύρια από Γερμανούς και Ελβετούς φιλέλληνες για την στρατιωτική ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων.
Σαλπάρισαν από τη Μασσαλία στις 22 Νοεμβρίου 1822 (10-11-1822 σύμφωνα με άλλες πηγές) με το ναυλωμένο βρίκι «Σκιπίων». Εκτός από τους 120 Γερμανούς ταξίδευαν και εννιά Ελβετοί, πέντε Δανοί, δύο Ρώσοι, δύο Ρουμάνοι, δύο Ολλανδοί, ένας Αυστριακός και 16 Έλληνες. Υπήρχαν, τουλάχιστον, και δύο Σουηδοί από τους οποίους ο ένας (δεν αναγράφεται το όνομά του) αρρώστησε και πέθανε στην Ύδρα το Δεκέμβρη του 1822. Ο δεύτερος, πρέπει να ήταν, ο Sass.
Η Λεγεώνα προκάλεσε διάφορα προβλήματα. Σε εποχή που οι Έλληνες αγωνιστές λιμοκτονούσαν, και ο λαός είχε φθάσει σε απόγνωση από τις στερήσεις και τις κακουχίες, οι εθελοντές αξίωναν ανέσεις την ώρα του άγριου πολέμου, πείνας, δυστυχίας, προσφυγιάς, επιδημιών.
Μέσα σε λίγους μήνες η Γερμανική Λεγεώνα αποδεκατίστηκε. Οι περισσότεροι Γερμανοί εθελοντές χάθηκαν κατά την επιδημία τύφου που ξέσπασε στ’ Ανάπλι μετά την άλωση –ήταν φονικώτερη από την επιδημία της Τριπολιτσάς. (σ. 450 1822 – 1823)

   2. Κομιτάτο : Στις αρχές του 1822 η Κυβέρνηση βρισκόταν σε αδιέξοδο εξαιτίας της αχρηματίας. Η δανειομανία που κυριαρχούσε οδήγησε σε διαδοχικές ή παράλληλες αποστολές στις Ευρωπαϊκές χώρες. Όταν ο Λουριώτης απέτυχε να συνάψει δάνειο στην Ισπανία –αντιμετώπιζε τη στρατιωτική εισβολή της Γαλλίας– και απογοητευμένος ετοιμάζονταν να επιστρέψει στην Ελλάδα, τον πλησίασε ένας Ιρλανδός, ο Edward Blaquire, ο οποίος σε λίγο θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο «φιλελληνικό κίνημα» στην Αγγλία.
Ο Edward Blaquire έφερε τον Λουριώτη σε επαφή με έναν νεαρό πολιτικό, παράγοντα στην αγγλική αποικιακή Διοίκηση και χρηματιστή, δημοσιογράφο, οικονομολόγο, και διπλωμάτη. Τον John Browring για τον οποίο υπήρχαν πληροφορίες πως ήταν μυστικός πράκτορας και αναλάμβανε σημαντικές αποστολές στο εξωτερικό στα πλαίσια της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής.  Στη συνάντηση αυτή γεννήθηκε η ιδέα για την ίδρυση μιας φιλελληνικής επιτροπής στο Λονδίνο. Στις 3 Μαρτίου 1823 κυκλοφόρησε η προκήρυξη του Φιλελληνικού Κομιτάτου. Δεδομένου ότι η Αγγλία είχε εχθρική στάση απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, η ίδρυση του Κομιτάτου είχε ευρύτερες προεκτάσεις, και εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς πως έγινε με τη μυστική παρότρυνση του αγγλικού υπουργείου εξωτερικών, με απώτερο σκοπό να απομακρύνει τη Γαλλική επιρροή στην Ελλάδα και να καταστίσει την Ελλάδα αγγλικό προτεκτοράτο.
Οι άγγλοι εθελοντές–πράκτορες που ταξίδευσαν στην Ελλάδα μέσω του Κομιτάτου, παρακολουθούσαν από κοντά τις εξελίξεις, ώστε η βρετανική Κυβέρνηση προωθούσε τις επιθυμητές αλλαγές και ανακατατάξεις.
Τα μέλη του κομιτάτου, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, έβαζαν τα προσωπικά τους και τα αγγλικά συμφέροντα στην πρώτη γραμμή. Οι περισσότεροι πρόσφεραν μόνο το όνομά τους. Ελάχιστοι φιλελεύθεροι, οπαδοί του φιλελεύθερου φιλοσόφου και κοινωνιολόγου Ιερεμία Μπένθαμ, ανέπτυξαν δράση. Για μερικούς από τα ηγετικά πρόσωπα η ελληνική υπόθεση παρουσίαζε αποκλειστικά οικονομικό ενδιαφέρον. «Ο γραμματέας λ.χ. του Κομιτάτου JohnBowring  ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας και γνωστός για τις ύποπτες δραστηριότητες στο χρηματιστήριο. Ο EdwardEllice  ενδιαφέρονταν για τα γουναρικά  της Καστοριάς». Οι συγγενείς του Ricardo, χρηματιστές και τραπεζίτες, «κερδοσκόπησαν ληστρικά με τα περίφημα δάνεια. […] Τα περισσότερα από τα ηγετικά και δραστήρια μέλη του Κομιτάτου αναμίχθηκαν στο σκάνδαλο των δανείων και κερδοσκόπησαν με απίστευτη ασυδοσία. […] Είχαν όλοι γευτεί ”την ελληνική πίττα”, όπως αποκαλούσαν στην Αγγλία τον πακτωλό του δανείου» (George Finlay, The Greek Revolution).

    Πηγές:  
   Κυριάκου Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21
   Μπάμπη Άννινου: Οι Φιλέλληνες του ‘21
   Conte Pietro Gamba: Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα
   William Parry: The Last Days of Lord Byron
   William St Clair: That Greece Might Still Be Free

 

 

<<προηγούμενο | >>