Ομογένεια της Αμερικής

Οι μοναδικές παραφράσεις αμερικανικών λέξεων από τους Έλληνες Ομογενείς.

Έλληνες πρώτης γενιάς στην Αμερική

    Τα ελληνικά της Αμερικής ήταν η γλώσσα με την οποία προσπαθούσαν να κουτσοσυνεννοηθούν μεταξύ τους οι πρώτοι έλληνες μετανάστες στον Νέο Κόσμο, μέσα στην οδύσσειά τους να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο ανοίκειο και συχνά αντιφατικό.
   Αυτοί οι ηρωικοί μετανάστες της πρώτης γενιάς έφτιαξαν ένα δικό τους ιδίωμα-συνονθυλευμα ελληνικών και αμερικάνικων, ένα κανονικό λεξιλόγιο δηλαδή με εξελληνισμένες αγγλικές λέξεις. Τα ελληνοαμερικάνικα, ένα θέμα που από εθνική άποψη παραμένει εξόχως ενδιαφέρον και από καθαρά γλωσσική σκοπιά πολλαπλά διδακτικό, τα μίλησαν οι έποικοι στο Αμέρικα που βρέθηκαν σκορπισμένοι σε κάθε πολιτεία των ΗΠΑ κατά τα χρόνια του ελληνικού ξεριζωμού.
    Ήταν βέβαια ένα λεξιλόγιο αποσπασματικό και στερούνταν τη γνώριμη συνοχή των γλωσσικών ιδιωμάτων, καθώς μιλάμε στην ουσία για μια σειρά από παραφθαρμένες και ακουστικά συνήθως μεταγραμμένες αγγλικές λέξεις στην ελληνική. Χρονικά, τα ελληνοαμερικάνικα ανταποκρίνονται στα «ελλαδικά» ελληνικά της αρχής του αιώνα μας, όταν και ξεκίνησε δηλαδή το μεγάλο κύμα φυγής του τοπικού στοιχείου για τις ΗΠΑ.

    Η επίδραση του αμερικανικού τρόπου ζωής και της γλώσσας, ο εξαμερικανισμός του ελληνικού στοιχείου δηλαδή, σε συνδυασμό με τον απομονωτισμό των ελλήνων μεταναστών και τη μικρή επαφή με τη μητέρα Ελλάδα, θα κάνουν πολλούς να χάσουν την επαφή με τα μητρικά ελληνικά, όπως παρατήρησε εξάλλου ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε επίσκεψή του στις ελληνικές κοινότητες των ΗΠΑ το 1939, απ' όπου ξεπήδησε και η ιστορικής σημασίας μελέτη του «Τα Ελληνικά των Ελλήνων της Αμερικής».
    Η γλωσσική αναπροσαρμογή της μητρικής ελληνικής λοιπόν σε γκρεκο-αμερικάνικη γέννησε ένα ιδιόλεκτο γεμάτο νεολογισμούς (παραπλήσιο συχνά με το αντίστοιχο των Ελλήνων του Καναδά και της Αυστραλίας) που προσπάθησε φιλότιμα να ανταποκριθεί στις πραγματικές επικοινωνιακές ανάγκες, αφού είχε να εκφράσει κάτι νέο γλωσσικά, όρους και έννοιες της εκεί ζωής. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική για τη γλώσσα των μεταναστών Ελλήνων είναι εδώ η διδακτορική διατριβή του γλωσσολόγου P. David Seaman της δεκαετίας του 1960 «Modern Greek and American English in Contact».

    Κι αν στον «Γάμο αλά Ελληνικά» γελάσαμε με την καρδιά μας με τις «ελληνικούρες» του Γκας Πορτοκάλος και τις εμφατικές του διακηρύξεις ότι όλες οι λέξεις έχουν ρίζα ελληνική, εδώ θα μιλήσουμε για εξελληνισμένα αντιδάνεια στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: από τα αγγλικά στα ελληνικά.

    Μπιλοζίρια (below zero): ο όρος περιέγραφε τις χειμωνιάτικες θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. «Πλακώσανε τα μπιλοζίρια», διαμαρτύρονταν οι πρώτης γενιάς μετανάστες για τον κακό καιρό.
   Φριζάρανε τα λέκια (the lakes have frozen): όταν τα μπιλοζίρια κρατούσαν για μέρες, τότε θα άκουγες πιθανότατα αυτή τη φράση, που σήμαινε ότι πάγωσαν οι λίμνες.
    Πλαμαδόρος (plumber): και ποιον θα καλούσες να φτιάξει τις σωληνώσεις που είχαν παγώσει; Μα τον πλαμαδόρο φυσικά, τον υδραυλικό, συχνότατα και «πλάμας».

    Μοροβίκος: «τις πινακίδες τις δίνει ο Μοροβίκος», συμβούλευαν τον νεοφερμένο οι ελληνικές κοινότητες, όπου Μοροβίκος ήταν το (Department of) Motor Vehicles, το Μηχανολογικό Καστιγκάρι: το κέντρο μετανάστευσης στις ΗΠΑ, πριν λειτουργήσει η νήσος Έλλις, ήταν το Castle Garden, «Καστιγκάρι» σε άπταιστα ελληνοαμερικάνικα. Ο όρος παρέμεινε μάλιστα σε χρήση ακόμα και όταν έκλεισε το Castle Garden, καθώς αφορούσε πια σε κάθε σημείο ελέγχου της μεταναστευτικής ροής.

   Κουκομπούκο (cookbook): ο γνωστός μας τσελεμεντές, αν και ο όρος αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά σε εγχειρίδια μαγειρικής γραμμένα στα «ξένα» (αγγλικά).
   Νταράιτ (that's right): μια ολόκληρη αγγλική φράση συμπυκνώθηκε σε μια τοσοδούλα ελληνική λέξη! Όπως και το «αρονόου», το «I don't know» των Αγγλοσαξόνων. Από το «that's right» προέκυψε μάλιστα άλλος ένας νεολογισμός, το «δετσοράκης», πολυκαλάς σαν να λέμε Μαρκέτα (market): παρά το γεγονός ότι οι έποικοι είχαν τη δική τους ωραιότατη ελληνική λέξη «αγορά» για να κάνουν τα ψώνια τους, επικράτησε τελικά το εξελληνισμένο «μαρκέτα». Χοσπιτάλι (hospital): το νοσοκομείο, το οποίο συχνά αναφερόταν απλώς ως «σπιτάλι». Ρούφι (roof): η στέγη. Σιμιτρέλα (semi-trailer): το ημι-ρυμουλκούμενο. Πινότσι (peanut): το καβουρδισμένο φιστίκι (ή φουντούκι) των πλανόδιων.
   Κακαρότσα (cockroach): η κατσαρίδα. Οπερέτα (operator): όχι, ο όρος δεν αναφερόταν στο ελαφρό μουσικοθεατρικό είδος, αλλά στην τηλεφωνήτρια στην άλλη άκρη της γραμμής.

    Μπιλοφέρι (bill of fare): το μενού στο εστιατόριο, ο τιμοκατάλογος των φαγητών.
    Μπασίκλα (bicycle): το ποδήλατο. Στέκι (steak): όχι το μαγαζί στο οποίο μαζεύονταν η ελληνική κοινότητα, αλλά το κρέας.
   Κάρο (car): το αυτοκίνητο, αλλά παλιότερα και «ατμομπίλι» (automobile).
   Καρολίνα (car-line): η γραμμή του τραμ.
   Σιτιχόλι (city hall): το δημαρχείο. Καλμίνα (coal mine): το ανθρακωρυχείο. Ελεβέτα (elevator): ο ανελκυστήρας.

   Πέντουλας (pedlar): ο πλανόδιος μικροπωλητής. Φρίτζι (fridge): το ψυγείο, αλλά και «φρέζα» (freeze) η κατάψυξη.
   Μπρέκια (brakes): τα φρένα. Μάπα (mop): η σφουγγαρίστρα και «μάπισμα» το σφουγγάρισμα.

   Τζιτζιρέλα (gingerale): η τζιτζιμπίρα. Σαμπμαρίνια (submarines): τα υποβρύχια. Μόλι (mall): το εμπορικό κέντρο.
   Χίτα (heater): η θερμάστρα. Μπάγκα (bank): η τράπεζα. Φλόρι (floor): ο όροφος.

   Φένσι (fence): ο φράχτης. Πολι(τ)σμάνος (policeman): ο αστυφύλακας. Ποστόφι (post office): το ταχυδρομείο.
   Κόρι (quart): τέταρτο («ένα και κόρι», ένα και ένα τέταρτο δηλαδή). Σάινα (sign): το σήμα, η πινακίδα.
   Τέξες (taxes): οι φόροι («δεν πλέρωσα τις τέξες μου εφέτος»). Άμπουλα (ambulance): το ασθενοφόρο.
   Παραμέντια (paramedics): οι τραυματιοφορείς. Μπιλντάς (builder): ο χτίστης.
   Γιουγκομάνος (young man): ο νεαρός άντρας και «γιουγκβουμάνα» η νεαρή γυναίκα.
   Τράκια (trucks): τα φορτηγά. Μασίνι (machine): η μηχανή, οποιαδήποτε μηχανή, συχνά και το αυτοκίνητο.
   Μιστέκια (mistakes): τα λάθη. Μπίφεστου (beef stew): κομματιασμένο βοδινό.

   Μπλόκος (block): το οικοδομικό τετράγωνο («θα προχωρήσεις τρεις μπλόκους»).
   Μπίλια (bills): οι λογαριασμοί. Μπόσης (boss): το αφεντικό.
   Γκαζολινάδικο: το βενζινάδικο. Δεν μουβάρει: δεν κινείται (move).
   Τζαμπότης (jump boat): αυτός που πηδά από τη βάρκα, ο παράνομος μετανάστης δηλαδή.
   Τσουτομπάκης (ή τσοτομπάκι): οι καλόβολοι ντόπιοι που φιλοξένησαν στη χώρα τους τους πρώτους έλληνες μετανάστες χαρακτηρίστηκαν έτσι για την αφέλειά τους, καθώς μασούσαν (chew) καπνό (tobacco).
   Μπρούκλης: από το Μπρούκλιν, το προάστιο της Νέας Υόρκης που πρωτοαποβιβάζονταν και συχνά παρέμεναν οι έλληνες της αμερικανικής διασποράς .

Συνηθισμένες ιστορίες.

 

 

 

Σημείωση: Ευχαριστώ τον καλό φίλο Βασίλη Τσαπαλιάρη, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει το κείμενο αυτό.  Ο Βασίλης διατηρεί το μπλοκ  btsap@otenet.gr.

Παναγιώτης Καλογιάννης, Απρίλης 2016

 

 

 

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.