Εκλογές 2010.

Μην παρασύρεσαι από το συναίσθημα. Χρησιμοποίησε τη λογική.

Σωστός πολίτης είναι ο ενημερωμένος πολίτης.

Γίνε πολίτης ενεργός. Μην αφήνεις άλλους να αποφασίζουν για σένα.

Άσκησε το δικαίωμα να αποφασίσεις για το μέλλον της Σουηδίας, το δικό σου μέλλον.

Ο Marx είχε υποστηρίξει ότι: «η κοινωνική πρόοδος μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια από τη θέση της γυναίκας σε μια δεδομένη κοινωνία».
Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι, καθορίζεται από την θέση των μεταναστών στην κοινωνία.

Δικαιωμα ψηφου αλλοδαπων στη Σουηδια.

Η έννοια του αλλοδαπού -στη Σουηδία- κατά τη διάρκεια του 1900 έχει εξελιχθεί σε μια όλο και πιο πολύπλοκη έννοια, η οποία σήμερα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από τις ακόλουθες κατηγορίες:

  1. Σκανδιναβοί πολίτες.
  2. Υπήκοοι της ΕΕ.
  3. Οι υπήκοοι του Scheng και
  4. άλλοι αλλοδαποί, που ονομάζονται υπήκοοι τρίτων χωρών.

Στις 10 Μαΐου 1974 εξουσιοδοτήθηκε ο προϊστάμενος για τα δημοτικά διαμερίσματα (kommundepartementet) να καλέσει μέχρι δέκα ειδικούς με σκοπό να εξετάσουν το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές. Ένα μήνα αργότερα, 10 Ιουνίου 1974 με βάση την εξουσιοδότηση αυτή η επιτροπή -αποτελούμενη από εννέα άτομα- στην πρώτη συνεδρίασή της εξέλεξε πρόεδρό της τον δήμαρχο Στοκχόλμης Lars Ahlvarsson.

Η επιτροπή αφού μελέτησε το δικαίωμα ψήφου για τους οικονομικούς μετανάστες, προτείνει να έχουν αυτοί, δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα δημοτικά, νομαρχιακά συμβούλια και εκκλησιαστικά συμβούλια. Προϋπόθεση για να ασκήσει κάποιος το δικαίωμα αυτό, στις δημοτικές εκλογές, είναι να έχει συμπληρώσει τρία χρόνια παραμονής στη χώρα μέχρι την ημέρα των εκλογών. Δεν χρειάζεται κάποιος συγκεκριμένος χρόνος παραμονής για να ψηφίσει για εκκλησιαστικά συμβούλια.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα εφαρμοσθεί για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές του 1976.
( Οι εκλογές στη Σουηδία είναι προκαθορισμένες να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια την τρίτη Κυριακή του Σεπτέμβρη. Αν για οποιονδήποτε λόγο γίνουν έκτακτες εκλογές, οι κανονικές θα γίνουν στον προκαθορισμένο χρόνο).

Gustafsson, υπουργός εσωτερικών.

Το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι είναι αποκλειστικό προνόμιο των πολιτών της Σουηδίας. Ένας μεγάλο αριθμός μεταναστών που μένουν στη χώρα, δεν έχουν την δυνατότητα αυτή.

Αναφερόμενος στον προβληματισμό αυτό στις 10 Μάη 1974 ο υπουργός εσωτερικών, είπε:
Τέλη 1973 αρχές 1974 υπήρχαν εγκατεστημένοι στη Σουηδία περίπου 400.000 ξένοι υπήκοοι. Από αυτούς 240.000 είναι υπήκοοι σε άλλη χώρα της Σκανδιναβίας. 270.000 είναι μεγαλύτεροι των 18 χρόνων. Την περίοδο 1963 - 1972 έπαιρναν σουηδική υπηκοότητα, κατά μέσο όρο, 10.000 μετανάστες το χρόνο. Για έναν αλλοδαπό που δεν είναι υπήκοος στη Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία ή Νορβηγία απαιτείται ειδική άδεια παραμονής και εργασίας προκειμένου να μείνει και να δουλέψει στη Σουηδία.

Ένας αλλοδαπός, εγκατεστημένος στη Σουηδία, απολαμβάνει τις κοινωνικές παροχές και έχει τα ίδια δικαιώματα με τον αυτόχθονα σουηδό. Έχει, επίσης, και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, π.χ. να πληρώνει φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Σε μερικές περιπτώσεις ισχύουν ειδικοί κανόνες για τους μετανάστες. Για τον αλλοδαπό απαιτείται ειδική άδεια για την αγορά ακινήτων. Η σουηδική υπηκοότητα του παρέχει το δικαίωμα να εκλέγει και να εκλέγεται τόσο στις δημοτικές όσο και στις εθνικές εκλογές.

Το δικαίωμα ψήφου -εκλέγειν και εκλέγεσθαι- στους αλλοδαπούς αντιμετωπίζεται τα τελευταία χρόνια με μεγάλο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την επιτροπή προετοιμασίας για μεταρρυθμίσεις το 1972, η κυβέρνηση δεν προτίθεται να προτείνει δικαίωμα ψήφου για τους μετανάστες στις δημοτικές εκλογές. Σαν βασική αιτία για την θέση αυτή η επιτροπή υποστήριξε ότι, δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε κρατικές και δημοτικές υποθέσεις και δεν υπάρχουν θεμελιώδεις λόγοι που να συνηγορούν να δοθεί δικαίωμα ψήφου σε αλλοδαπούς στις βουλευτικές εκλογές. Οι ίδιοι λόγοι ισχύουν και για τις δημοτικές εκλογές. Η επιτροπή πήρε αυτή τη θέση και πρότεινε τη δυνατότητα μείωσης του απαιτούμενου χρόνου προσαρμογής για απόκτηση σουηδικής υπηκοότητας, ώστε να λυθεί ταυτόχρονα και το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές.

Στο νομοσχέδιο του 1973, πρότεινε ο αρμόδιος υπουργός να μην νομοθετηθε το δικαίωμα ψήφου για μετανάστες στις δημοτικές εκλογές.

Η συνταγματική επιτροπή δήλωσε στην έκθεσή της με αφορμή σχέδιο νόμου (1973:26) ότι, είναι μείζονος σημασίας από δημοκρατικής άποψης. Περικλείει σύμφωνα με την επιτροπή τόσο εννοιολογικές όσο και πρακτικές πτυχές, που πρέπει να εξετασθούν ενδελεχώς πριν παρθεί η οποιαδήποτε απόφαση. Η επιτροπή έκανε έκκληση για μια αμερόληπτη εξέταση σε ειδικό καθεστώς (i särskild ordning). Η βουλή δέχθηκε την πρόταση της επιτροπής. Το θέμα -εκλέγειν και εκλέγεσθαι για μετανάστες στις δημοτικές εκλογές-εξετάσθηκε και στην πρόταση ( 1974:141, 351. 931) στη σημερινή βουλή.

Σκανδιναβοί και δικαίωμα ψήφου.

Στις 7 Δεκέμβρη 1973 οι υπουργοί εσωτερικών των Σκανδιναβικών χωρών όρισαν μια ομάδα εργασίας για να εξετάσει το πρόβλημα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε δημοτικές εκλογές στη χώρα παραμονής για πολίτες χώρας του βορά, που είναι εγκατεστημένοι σε άλλη Σκανδιναβική χώρα. Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της έρευνας που η επιτροπή έχει πάρει, θα εξετασθεί η δυνατότητα ψήφου σε δημοτικές και εκκλησιαστικές κοινότητες.

Θα εξετασθεί επίσης η δυνατότητα εκλογής σε δευτεροβάθμια όργανα εάν γίνονται άμεσες εκλογές σε κάποια χώρα για τέτοια όργανα. Η ομάδα εργασίας θα μελετήσει τα βασικά σημεία του προβλήματος και θα παρουσιάσει το πόρισμα. Θα ερευνήσει επίσης εάν η νομοθεσία κάποιας χώρας επηρεάζεται, εφόσον δοθεί το δικαίωμα αυτό στους κατοίκους της χώρας αυτής. Θα προσδιορίσει και θα προτείνει λύσεις για τα πρακτικά και διοικητικά προβλήματα που πιθανόν να υπάρχουν. Δεν είναι στις αρμοδιότητες της επιτροπής να εκτιμήσει εάν πρέπει ή όχι αν δοθεί το δικαίωμα αυτό σε κάποια χώρα.

Μετανάστες και δικαιώματα.

Το γενικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη. Σε μελικούς δήμους οι οικονομικοί μετανάστες αποτελούν το 20% των δημοτών. Επειδή αυτοί στερούνται σουηδικής υπηκοότητας, είναι αποκλεισμένοι, δεν ασκούν, οποιαδήποτε επιρροή στη διαμόρφωση των τοπικών συνθηκών όπως το δικαίωμα ψήφου στους δήμους διασφαλίζει στους σουηδούς υπηκόους. Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να είναι εγκατεστημένοι στην χώρα, ίσως στον ίδιο δήμο, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά θέλουν να διατηρήσουν την σύνδεση με την πατρίδα τους που η υπηκοότητα διασφαλίζει.
Με την απόδοσή τους στην εργασία και πληρώνοντας φόρους συμβάλουν ώστε να ωφελείται η σουηδική κοινωνία στο σύνολό της και ειδικά ο δήμος εγκατάστασής τους.

Από δημοκρατικής άποψης, φαίνεται λογικό και εύλογα μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν πρέπει να αποκλεισθούν, να έχουν την δυνατότητα να επηρεάζουν άμεσα τις προσπάθειες των δήμων που μπορεί να τους αφορά άμεσα. Μπορεί να πρόκειται π.χ. για την σχολική εκπαίδευση, δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου το περιβάλλον διαβίωσης. Εάν οι οικονομικοί μετανάστες αποκτήσουν το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές, μπορεί να αυξηθεί το ενδιαφέρον τους για τον κοινωνικό προβληματισμό. Αυτό μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση για καλύτερη προσαρμογή και άνεση διαμονής.

Ένα  επιχείρημα που ανέκυψε ενάντια στην πρόταση δικαιώματος ψήφου για μη σουηδούς υπηκόους είναι ότι οι δήμοι μοιράζονται την ευθύνη με το την κεντρική εξουσία για ένα μεγάλο αριθμό κοινωνικών καθηκόντων και γι αυτό δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε κρατικές και δημοτικές υποθέσεις. Οι θεμελιώδεις λόγοι που συνηγορούν να μην χορηγηθεί σε μη σουηδούς δικαίωμα ψήφου σε κοινοβουλευτικές εκλογές μπορεί να ισχύουν και για τις δημοτικές εκλογές. Δεν έχω πεισθεί ότι αυτό είναι ανθεκτικό (βιώσιμο) επιχείρημα. Οι αποφάσεις που παίρνονται σε χωριστά εκλεγμένα συμβούλια πολύ λίγο επηρεάζουν τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις.

Στη συνέχεια, έχει υποστηριχθεί ενάντια στο δικαίωμα του εκλέγειν από μετανάστες, ότι δεν πρέπει να ισχύει σε ανθρώπους που δεν υπάρχει ομοιότητα συναισθημάτων/ενδιαφερόντων με τη χώρα (samhörighet), και ότι η απόκτηση της ιθαγένειας και η παραβίαση της σχέσης μεταξύ της ψηφοφορίας και της ιδιότητας του πολίτη, θα συμβάλει στην υποβάθμιση της ουσίας της ιθαγένειας. Τέτοιες απόψεις κατά τη γνώμη μου δεν έχουν την ίδια βαρύτητα στις δημοτικές και στις εθνικές εκλογές.

Στην ιδέα του δικαιώματος ψήφου σε μη σουηδούς, κατοίκους της χώρας, έχει υπάρξει το επιχείρημα της απόκτησης σουηδικής υπηκοότητας ώστε να εξασφαλισθούν πλήρη δικαιώματα. Ο απαιτούμενος χρόνος προσαρμογής στη χώρα για να έχει κάποιος το δικαίωμα να ζητήσει σουηδική υπηκοότητα είναι επτά χρόνια για όσους δεν προέρχονται από χώρες του βορά, και τρία χρόνια και σκανδιναβούς πολίτες.  Έχει υποστηριχθεί ότι η μείωση του απαιτούμενου, σήμερα, χρόνου παραμονής θα μπορούσε να ικανοποιήσει τον ίδιο σκοπό όπως η καθιέρωση δικαιώματος ψήφου σε δημοτικές εκλογές.

Θεωρώ ότι θα πρέπει να δείξουμε κατανόηση σε όσους, ακόμη και αν σκοπεύουν να μείνουν στη χώρα για πολλά χρόνια, θέλουν να διατηρήσουν την επαφή τους με την πατρίδα τους, δυνατότητα που η υπηκοότητα προσφέρει.

Ανακεφαλαιώνοντας θέλω να εκφράσω την άποψή μου, και να πω ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι που συνηγορούν υπέρ του να δοθεί το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές, σε όσους δεν έχουν σουηδική υπηκοότητα.

Από την συνοπτική παρουσίαση του θέματος, γίνεται φανερό ότι αρκετές θέσεις αρχής πρέπει να εξετασθούν, πριν αποφασίσουμε εάν μια τέτοια μεταρρύθμιση μπορεί να πραγματοποιηθεί. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να ορισθεί μια ειδική επιτροπή που θα εξετάσει το πρόβλημα. Η αποστολή, τα καθήκοντα, της επιτροπής εργασίας σκανδιναβικών χωρών είναι περιορισμένα. Αφ ενός τα καθήκοντα περιορίζονται σε μετανάστες από άλλες βόρειες χώρες, αφ ετέρου δεν περιλαμβάνεται στα καθήκοντά τους να αποφανθούν, εάν μπορεί να δοθεί το δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Κατά την άποψή μου, λόγω της ειδικής σημασίας που έχει το πρόβλημα αυτό από δημοκρατικής άποψης, είναι εύλογο ότι θα πρέπει μια τέτοια έρευνα να αρχίσει αμέσως.

Εάν από την έρευνα προκύψει ότι, δεν συντρέχουν πρακτικά και διοικητικά εμπόδια για μια τέτοια μεταρρύθμιση στις εκλογές του 1976, θα πρέπει η επιτροπή να παρουσιάσει το αποτέλεσμα της έρευνας σε τέτοιο χρόνο, ώστε το ερώτημα να μπορέσει  να υποβληθεί στο κοινοβούλιο το φθινόπωρο του 1975.
Η έρευνα της επιτροπής θα πρέπει να συμπεριλάβει μετανάστες από όλες τις χώρες, Σκανδιναβικές και μη, όπως και δυνατότητα εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε δημοτικά νομαρχιακά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Ο σουηδός υπήκοος έχει το δικαίωμα να εκλέγεται.

Για να μπορέσουν οι μετανάστες αν ασκήσουν την επιρροή τους σε τοπικές αποφάσεις, δεν απαιτείται μόνο το δικαίωμα ψήφου αλλά και να μπορούν να εκλέγονται σε κοινοτικά συμβούλια και διοικητικά συμβούλια (nämnder). Η έρευνα θα πρέπει επίσης να ερευνήσει εάν οι μετανάστες θα έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.

Θα πρέπει να εξετασθεί, επίσης, κάτω από ποιές προϋποθέσεις πρέπει να δοθεί το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
Δεν είναι λογικό, άτομα που παραμένουν για μικρό χρονικό διάστημα στη χώρα, και δεν έχουν κανένα δεσμό με τη χώρα, να μπορούν να επηρεάζουν κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επιδρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Είναι φυσιολογικό, οι μετανάστες να έχουν παραμείνει στη χώρα αρκετό διάστημα ώστε να έχουν  γνωρίσει και κατανοήσει τις σουηδικές συνθήκες. Έχουν παρθεί μέτρα να εντατικοποιηθεί η διδασκαλία σουηδικής γλώσσας για ξένους. Δεν υπάρχει φυσικά κανένας λόγος να φοβόμαστε ότι, τα πολιτικά κόμματα θα προτείνουν υποψήφιους που δεν κατέχουν την σουηδική γλώσσα.
Οι λόγοι που συνηγορούν για δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις δημοτικές εκλογές έχουν την ίδια βαρύτητα, δεν εξαρτώνται από την αρχική χώρα προέλευσης. Γι  αυτό θεωρώ ότι η μεταρρύθμιση που θα περιλαμβάνει μόνο μετανάστες από χώρες που και οι σουηδοί υπήκοοι έχουν αντίστοιχα δικαιώματα δεν είναι κατάλληλη λύση.

Στη συνέχεια αναφέρεται στα τεχνικά προβλήματα που παρουσιάζονται, και την εντατικοποίηση όποιων ενεργειών κρίνονται απαραίτητες ώστε να υπάρχει ένα ανεπτυγμένο μηχανογραφικό σύστημα.

 

Η επιτροπή αξιολόγησε, μεταξύ άλλων:

Στατιστικά στοιχεία για μετανάστες στη Σουηδία.

Στην περίοδο 73/74 υπήρχαν 397.000 αλλοδαποί γραμμένοι στα εκκλησιαστικά βιβλία, αριθμός που αναλογεί στο 4,9% του συνολικού πληθυσμού.( 8,1 εκατομμύρια). Από αυτούς είχαν πολιτογραφηθεί σαν σουηδοί υπήκοοι την ίδια περίοδο 240.000.
Ο πληθυσμός αυξήθηκε από την μετανάστευση μετά το τέλος του πολέμου ( 1944 /1970) με 650.000 άτομα, που αντιστοιχεί στο 8% του συνολικού πληθυσμού. 

Befolkning

Από τον πίνακα φαίνεται η σημαντική αύξηση της εξωτερικής μετανάστευσης στο τέλος της δεκαετίας ΄60 αρχές΄70. Αρκετοί από αυτούς που μεταναστεύουν, εισέρχονται στη χώρα, ήταν προηγούμενα μετανάστες. Ο ερχομός μεταναστών σε αντίθεση με τον αριθμό που φεύγουν από τη χώρα διαφέρει κατά πολύ από χρόνο σε χρόνο μετά το ΄44.

Η συζήτηση του θέματος στη βουλή και έρευνες.

Το 1968 με επερώτησή τους στη βουλή βουλευτές του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ζήτησαν συμπληρωματικά στοιχεία στην νομοθεσία του 1966 με εντολή να εξετασθεί και να ερευνηθεί το δικαίωμα ψήφου σε μη σουηδούς υπηκόους  εγκατεστημένους στη Σουηδία κύρια στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές ακόμα και στις εθνικές. Οι ερωτώντες τόνισαν συνοπτικά ότι: Η δημοκρατία είναι ανεπαρκής όταν οι μετανάστες στερούνται το δικαίωμα ψήφου.

Η συνταγματική επιτροπή βρήκε ότι οι ερωτώντες παρουσίασαν αξιοσημείωτες απόψεις. Η συνταγματική επιτροπή υπογράμμισε ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο θέμα, και η εξέταση του θέματος θα έπρεπε να περιορισθεί στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Θεώρησε, επίσης, ότι θα πρέπει να γίνουν οι βασικές προετοιμασίες ώστε να ψηφισθεί σχετικό νομοσχέδιο.

 

1971.
Με επερώτησή τους βουλευτές του Κεντρώου κόμματος, ζήτησαν τη διερεύνηση του ζητήματος των εκτεταμένων πολιτικών δικαιωμάτων για τους μετανάστες. Οι επερωτώντες επικαλέσθηκαν μεταξύ άλλων ότι αυξημένα πολιτικά δικαιώματα για μετανάστες, κατά πρώτο στις δημοτικές εκλογές, θα ήταν ένα σημαντικό βήμα στο δρόμο για αυξημένη δημοκρατία και κοινωνική ισότητα.

 

1972.
Το Λαϊκό κόμμα απευθύνεται στη βουλή το 1972, με επερώτησή του. Οι επερωτώντες βουλευτές επεσήμαναν ότι η πολιτική επιρροή που ασκεί ο πολίτης, είναι σημαντική προϋπόθεση προσαρμογής στη χώρα. Έχουν συμβάλει στη σουηδική αγορά εργασίας και θα έπρεπε να έχουν ένα μέρος της ευθύνης. Θα πρέπει να έχουν λόγο στη διάθεση των πόρων που και αυτοί συνέβαλαν για να παραχθούν.
Είναι πολύ σωστό που το δικαίωμα ψήφου των μεταναστών έχει επισπευτεί. Απαιτήσεις πολιτικής επιρροής ήταν ένας σημαντικός λόγος που συνηγορούσε για την μείωση του απαιτούμενου χρόνου απόχτησης υπηκοότητας.

Προετοιμασία βασικού νόμου, 1972.

Η επιτροπή για μελέτη βασικού νόμου ερευνώντας το δικαίωμα ψήφου, έχει μελετήσει εάν θα πρέπει να αναγνωρισθεί στους εγκατεστημένους στη χώρα ξένους υπηκόους το δικαίωμα συμμετοχής τους σε δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές.
Η επιτροπή κατέληξε να μην προτείνει, να  περιληφθεί κάποια μορφή συμμετοχής για μη σουηδούς υπηκόους σε δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Πολλοί είναι οι παράγοντες που καθόρισαν  την συγκεκριμένη θέση.
Δεν υπάρχει κάποιος σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε κρατικές και δημοτικές υποθέσεις, αυτός είναι ο κύριος λόγος, που συνηγορεί να μην δοθεί το δικαίωμα αυτό σε μη σουηδούς υπηκόους. Φαίνεται ότι η μεταρρύθμιση αυτή θα επιφέρει μεγάλα πρακτικά προβλήματα όπως π.χ. ποιοί ανάμεσα στους μετανάστες θα έχουν το δικαίωμα αυτό. Εάν το δικαίωμα ψήφου είναι ουσιαστικό για την προσαρμογή των μεταναστών στη Σουηδία, θα μπορούσε να δοθούν πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε συντομότερο χρόνο από ότι σήμερα.

Νομική υπόσταση των μεταναστών.

Οι μετανάστες στη Σουηδία από νομικής άποψης δεν είναι μια ομοιόμορφη ομάδα. Υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες για τους εγκατεστημένους μετανάστες στη χώρα από τους τουρίστες. Ακόμα και οι εγκατεστημένοι στη χώρα μετανάστες από νομικής άποψης είναι αρκετά ανομοιογενείς. Κατά κάποιο τρόπο διαφέρει το νομικό καθεστώς σε ορισμένες θέεις από την εθνικότητα, επειδή ορισμένα δικαιώματα κατά προτίμηση αυτά που είναι οικονομικού χαρακτήρα, εξαρτώνται από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ της Σουηδίας και άλλων χωρών. Ειδικές συμφωνίες υπάρχουν ανάμεσα στις βόρειες χώρες, για τους κατοίκους των χωρών αυτών που βρίσκονται στη Σουηδία. Επίσης, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα σε αυτούς που έχουν άδεια παραμονής, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι εξισωμένοι με τους σουηδούς υπηκόους.

Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ σουηδών και ξένων υπηκόων.

Οι μετανάστες στη Σουηδία, όσον αφορά βασικές αρχές, είναι εξομοιωμένοι με τους σουηδούς σε ότι αφορά βασικές ανθρώπινες ελευθερίες και δικαιώματα.
Ο ξένος απολαμβάνει το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, θρησκευτικής πίστης, το δικαίωμα να οργανώνεται στον ίδιο βαθμό με τον σουηδό υπήκοο και έχει το ίδιο δικαίωμα με τον σουηδό να λαμβάνει γνώση δημόσιων εγγράφων. Έχουν την ίδια προστασία για το πρόσωπό τους και την περιουσία τους, και μπορούν στον ίδιο βαθμό με τον σουηδό να προσφύγουν στο δικαστήριο ή άλλη δημόσια υπηρεσία. Οι μετανάστες έχουν ουσιαστικά τα ίδια δικαιώματα για νομική βοήθεια με τον σουηδό. Είναι εξομοιωμένοι στην εύρεση κατοικίας και στο δικαίωμα εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Σε ότι αφορά κοινωνικές παροχές οι εγκατεστημένοι στη χώρα μετανάστες έχουν κατά κύριο λόγο τα ίδια δικαιώματα με τους σουηδούς. Έχουν το ίδιο δικαίωμα με τους σουηδούς για κοινωνική βοήθεια, συμπληρωματική σύνταξη, ιατρική περίθαλψη, ασφάλεια για εργατικό ατύχημα, ασφάλιση ανεργίας, παιδικό επίδομα, επίδομα κατοικίας. Δεν έχουν δικαίωμα, ακόμα, λαϊκής σύνταξης.
Δύο είναι οι κύριες διαφορές ανάμεσα σε μετανάστες και σουηδούς.
1. Σύμφωνα με τον νόμο για μετανάστες ( 1954:193) οι ξένοι υπήκοοι δεν έχουν το δικαίωμα άνευ όρων να εισέρχονται, παραμένουν και να εργάζονται στη χώρα.
2. Οι ξένοι υπήκοοι δεν δικαιούνται να ψηφίσουν σε γενικές εκλογές.

Δικαίωμα εισόδου παραμονής και εργασίας στη Σουηδία.

Οι βασικές προϋπόθεσες  για τα δικαιώματα μεταναστών να έρθουν, να παραμείνουν και να εργασθούν στην Σουηδία αναγράφονται στο νόμο για τους μετανάστες.
Οι χώρες του βορά έχουν ήδη από το 1959, μια κοινή, ελεύθερη αγορά εργασίας, που σημαίνει ότι οι πολίτες των χωρών αυτών ελεύθερα μπορούν να εγκαθίστανται σε μια άλλη χώρα του βορά. Ο έλεγχος διαβατηρίων μεταξύ των χωρών αυτών έχει καταργηθεί για τους υπηκόους τους. Για πολίτες άλλων χωρών απαιτείται διαβατήριο και για ορισμένες περιπτώσεις ( Ανατολική Ευρώπη, Ασία και Αφρική) θεώρηση για παραμονή στη χώρα μέχρι τρείς μήνες. Για διάρκεια παραμονής μεγαλύτερη από τρείς μήνες απαιτείται άδεια παραμονής, εξαιρούνται όσοι είναι κάτω των είκοσι χρόνων και ο κηδεμόνας τους έχει κατάλληλη εξουσιοδότηση.

Για να εργασθεί οποιοσδήποτε, που δεν είναι υπήκοος χώρας του βορά, απαιτείται άδεια εργασίας που κατά κανόνα πρέπει να έχει εγκριθεί πριν την είσοδο στη χώρα. Αν κάποιος είναι παντρεμένος με σουηδό υπήκοο, δεν χρειάζεται άδεια εργασίας αλλά άδεια παραμονής.
Αν κάποιος με κατάλληλη εξουσιοδότηση έμεινε στη χώρα τουλάχιστο δύο χρόνια μπορεί να πάρει άδεια διαμονής. Η άδεια διαμονής αντικαθιστά την άδεια παραμονής και εργασίας και δεν χρειάζεται ανανέωση. Ό κάτοχος άδειας παραμονής μπορεί να ειπωθεί ότι αποχτά το μέγιστο των δικαιωμάτων χωρίς να έχει σουηδική υπηκοότητα. Την άδεια διαμονής δεν χρειάζονται οι σκανδιναβοί.

Σύμφωνα με την σύμβαση της Γενεύης, που η Σουηδία υπέγραψε, για το νομικό καθεστώς του πρόσφυγα, οι πολιτικοί πρόσφυγες έχουν κατά κάποιο τρόπο μια προνομιακή μεταχείριση στην Σουηδία. Μετανάστης που εισέρχεται στη χώρα επικαλούμενους πολιτικούς λόγους, και κρινόμενος σαν πολιτικός πρόσφυγας, παίρνει άδεια παραμονής γι αυτό το λόγο.

Απέλαση, αποφασίζεται από την αστυνομία. Ο πλέον συνηθισμένος λόγος απέλασης είναι η στέρηση διαβατηρίου και άδειας εισόδου στη χώρα ή δεν έχει χρήματα για να συντηρηθεί και να επιστρέψει ξανά στην πατρίδα του.

Απόρριψη αίτησης, απέλαση, ( förpassning) αποφασίζεται από την υπηρεσία μετανάστευσης, μπορεί να εφαρμοσθεί σε μη κατοίκους του βορρά που βρίσκονται στη χώρα χωρίς άδεια. Μετανάστης, και σκανδιναβός, που δικάζεται και φυλακίζεται για ποινικό αδίκημα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός χρόνου, συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία εγκληματικού τύπου και μπορεί με απόφαση δικαστηρίου να απελαθεί (förvisning) από τη χώρα.

Απέλαση με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Länsrätt) ασυνήθιστο μέχρι τώρα, χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο όταν, κάποιος μετανάστης δεν συντηρεί τον εαυτό του κατά τρόπο τίμιο, είναι εθισμένος σε κατανάλωση οινοπνευματικών ποτών, χρήστης ναρκωτικών, με αποτέλεσμα να κρίνεται επικίνδυνος για την  ασφάλεια άλλων ή διάγει ένα χονδροειδώς προσβλητικό τρόπο ζωής.

Πολιτική απέλαση, επιβάλλεται από την κυβέρνηση. Τέτοιου είδους απέλαση μπορεί να γίνει όταν απειλείται η ασφάλεια της χώρας ή βρίσκεται στα ενδιαφέροντα της κυβέρνησης.

Δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.

Δεύτερη βασική διαφορά μεταξύ μετανάστη και σουηδού υπηκόου είναι ότι, οι μετανάστες δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές, ούτε δυνατότητα να εκλεγούν στη βουλή ή σε συμβούλια τοπικής αυτοδιοίκησης.

Δικαίωμα στην ελευθερία και προσωπική ασφάλεια.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό συμβούλιο, και την συνεπικουρούμενη από την Σουηδία συνθήκη του 1950 για την προστασία των ανθρωπίνων και βασικών δικαιωμάτων, παρέχει το σουηδικό νομικό σύστημα στους μετανάστες προστασία για ελευθερία και δικαιώματα, που σε διεθνές επίπεδο ο καθένας έχει ασχέτως τον τόπο διαμονής του.

Η νομική προστασία των σουηδών είναι νομοθετημένη, και μπορεί επισήμως να ειπωθεί ότι η προστασία για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα είναι ισχυρότερη από την προστασία που παρέχεται σε ξένους που διαμένουν στη χώρα, των οποίων τα νομικά δικαιώματα προστασίας αναφέρονται (καταφεύγουν) σε διατάξεις χαμηλότερου βαθμού.
Ο κατάλογος προσωπικής ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον καινούργιο νόμο, είναι αντικείμενο δημόσιας έρευνας και ελέγχου, όπου μεταξύ άλλων θα αντιμετωπίσει το ζήτημα εάν υπάρχει δυνατότητα να συμπεριληφθεί στο βασικό νόμο η προστασία των μεταναστών.

Εκτός από αυτό το ειδικό καθεστώς για σουηδούς υπηκόους, υπάρχουν διαφορές στο ουσιαστικό δίκαιο για το εξεταζόμενο θέμα.
Ο ξένος μπορεί, σύμφωνα με σχετικό νόμο για ξένους, να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο προσωπικής κράτησης που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σουηδούς. Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να συλληφθεί ή να υποβληθεί σε εποπτεία.
Ακόμα, η ελευθερία κίνησης των ξένων μπορεί να περιορισθεί, σε συγκεκριμένους χώρους,  για λόγους ασφάλειας και άμυνας.
Δεν μπορεί ξένος υπήκοος να είναι εκδότης ή υπεύθυνος έκδοσης περιοδικού.

Δικαιώματα για άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων.

Σύμφωνα με τη νομοθεσία ( 1968:555) για να ασκήσει ο ξένος οικονομικές δραστηριότητες ή για να δραστηριοποιηθεί κάποια ξένη επιχείρηση στη Σουηδία χρειάζεται ειδική άδεια.
Αυτός που έχει άδεια διαμονής δεν χρειάζεται την ειδική αυτή άδεια. Εξαιρούνται επίσης και οι κάτοικοι άλλων σκανδιναβικών χωρών.

Invandrare

Ο πίνακας δείχνει τον συνολικό αριθμό κατά εθνικότητα, ποσοστό στο σύνολο των αλλοδαπών, ποσοστό εθνικοτήτων.
Ο αριθμός που αναφέρεται στην Κορέα, αφορά σχεδόν στο σύνολό του, υιοθετημένα παιδιά.

Απόκτηση σουηδικής υπηκοότητας.

Η δυνατότητα απόκτησης σουηδικής υπηκοότητας είναι ένα ακόμη δικαίωμα για αλλοδαπούς εγκατεστημένους στη Σουηδία. Σουηδική υπηκοότητα μπορεί να δοθεί με τέσσερες τρόπους: από γέννηση, ταυτότητα, πολιτογράφηση και αίτηση.
Ο δρόμος που είναι ανοιχτός για κάποιον ξένο εγκατεστημένο στη Σουηδία, και επιθυμεί να πάρει υπηκοότητα είναι η πολιτογράφηση.
Σύμφωνα με την νομοθεσία του ( 1950:382) για απόκτηση υπηκοότητας, πρέπει να πληρούνται τέσσερες προϋποθέσεις ώστε ένας αλλοδαπός να γίνει σουηδός υπήκοος.

  • να έχει γίνει 18 χρόνων.
  • επτά χρόνια συνεχούς παραμονής στη Σουηδία.
  • να έχει επιδείξει καλή διαγωγή κατά τη διάρκεια της παραμονής του.
  • να μπορεί να συντηρήσει την οικογένειά του.

Επιπλέον ζητείται στις περισσότερες περιπτώσεις από τον αιτούντα να απαλλαγεί από την προηγούμενη υπηκοότητά του. (Πολιτογράφηση υπό προϋποθέσεις).

Σχετικά με την προϋπόθεση των επτά χρόνων αδιάκοπης παραμονής, δίνεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις εξαίρεση π.χ για κατοίκους σκανδιναβούς, χρειάζονται τρία χρόνια, για ένα ξένο που έχει μείνει τέσσερα χρόνια στη χώρα και είναι παντρεμένος με σουηδό υπήκοο τρία χρόνια.
Στον νόμο δεν προδιαγράφεται γνώσεις της σουηδικής γλώσσας σαν όρος για πολιτογράφηση, αλλά στις νομοπαρασκευαστικές εργασίες εκφράζεται ( δηλώνεται) ότι η γνώση της σουηδικής γλώσσας θα έχει μεγάλη σημασία στην εξέταση πολιτογράφησης.

Γέννηση από γάμο όπου ο πατέρας είναι σουηδός υπήκοος, αποκτά το παιδί υπηκοότητα ανεξάρτητα από τη χώρα γέννησης του παιδιού γενεαλογία -αρχή ιθαγένειας σε αντίθεση με τη εδαφικότητα, σύμφωνα με την οποία υπηκοότητα αποκτάται από γέννηση στο έδαφος της χώρας, ανεξάρτητα από την υπηκοότητα των γονιών. Tο παιδί αποκτά υπηκοότητα από γέννηση, έστω και αν δεν έχει προηγηθεί γάμος, εφόσον η μητέρα είναι σουηδή υπήκοος. Ταυτότητα σημαίνει ότι παιδί γεννημένο χωρίς οι γονείς του να είναι παντρεμένοι, όπου ο πατέρας είναι σουηδός και η μάννα αλλοδαπή. Το παιδί αποκτά αυτόματα την σουηδική υπηκοότητα αν οι γονείς του παντρευτούν.

Κάθε αλλοδαπός ηλικίας 21 -23 χρόνων, που ζει στη Σουηδία αδιάκοπα από 16 χρόνων, εκτός αυτού αν στο παρελθόν είχε κατοικίσει σε κάποια άλλη χώρα του βορρά για τουλάχιστον πέντε χρόνια με αίτησή του στη νομαρχία μπορεί να πάρει σουηδική υπηκοότητα.

Πόρισμα.

Η επιτροπή ερευνώντας διεξοδικά το ερώτημα εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών, εκφράσθηκε θετικά. Νομοθετήθηκε το δικαίωμα αυτό, το 1975, και για πρώτη φορά οι μετανάστες το άσκησαν στις εκλογές του 1976.
Ο Τοξότης θα αναφερθεί -προσεχώς-, στο σκεπτικό της απόφασης αυτής.

 

Παναγιώτης Καλογιάννης, 31 Ιούλη 2010.


Πηγές:

-"Kommunal rösträtt för invandrare SOU 1975:15", υπεύθυνος HANS GUSTAFSSON.
-Σχέδια νόμου, σχετικά με το θέμα.
-Hammar, T. (1979) Det första invandrarvalet, LiberFörlag, Stockholm.

Επιστροφή

 

 

 

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας