Ο Κωστής Παπακόγκος είναι γνωστός στο σουηδικό αναγνωστικό κοινό με τις ποιητικές του συλλογές.
Ο Καπετάν Άρης, κυκλοφόρησε σε 12.000 αντίτυπα, είναι το βιβλίο που τον έκανε ευρέως γνωστό, στη Σουηδία. Ο ελληνισμός της χώρας αυτής, τον γνώρισε μέσα από το περιοδικό της Ομοσπονδίας Ελληνικών Συλλόγων, το οποίο του είχε ζητήσει συνεργασία.

Στα τέλη του 1999, με πρωτοβουλία του περιοδικού, έδωσε συνέντευξη για τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Η συνέντευξη δεν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό αυτό ποτέ, ούτε δόθηκε κάποια εξήγηση.

Έκτοτε ο ποιητής σταμάτησε οποιαδήποτε συνεργασία με το εν λόγω περιοδικό.

   
  Πέθαναν για να ζήσουν οι άλλοι·
  με τον καιρό όμως πέθαναν οι άλλοι
  κι επέζησαν οι νεκροί.
 
  Στη χαρά τα πουλιά λαλούσαν
  χιλιάδες γλώσσες· στον κίνδυνοι
  μονάχα εσπεράντο.

Αντίλαλοι της Ιθαγένειας


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΣ, Γκρεμόχορτα, ποιήματα

Ο Κωστής Παπακόγκος κατάγεται από το Παχτούρι της κεντρικής Πίνδου, γεννημένος εν έτει 1936. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδίδεται το 1956. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 μεταναστεύει στη Σουηδία και εγκαθίσταται μόνιμα εκεί, όπου πολιτογραφείται ως συγγραφέας, έχοντας εξασφαλίσει έτσι τα προς το ζην από το συγγραφικό του έργο ( το οποίο εκτός από ποίηση περιλαμβάνει και πεζογραφία), σύμφωνα με τους κοινωνικούς όρους της σουηδικής δημοκρατίας.
Ανάμεσα στις 16 ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει ως τώρα, ξεχωρίζουν τα Γκρεμόχορτα, απ΄τις ελάχιστες που μίλησαν τη μητρική γλώσσα του ποιητή. Οι πολλές μιλούν την ξένη- σουηδική, ισλανδική, αγγλική και ινδική! Αυτή η αξιοθαύμαστη πολυγλωσσία υποκρύπτει ίσως την αντίληψη περί οικουμενικότητας, που ενδημούσε άλλοτε στους κόλπους της Αριστεράς, μέσα στους οποίους ο ποιητής γαλουχήθηκε, αλλά μπορεί, και την αντίληψη ότι η ποίηση δεν έχει πατρίδα. Όμως έχει και παραέχει, και  η ποίηση και ο ποιητής. Και τούτο θαρρώ πως τα Γκρεμόχορτα περίτρανα διακηρύσσουν.

Γκρεμόχορτα

Εκδόθηκαν αρχικά στα σουηδικά (1984), κι αναρωτήθηκα ευθύς πως θα ήταν ο μονολεκτικός τους τίτλος σ΄ αυτή τη γλώσσα, αλλά και λέξεις όπως μονιά, ραχοκοκαλιά, πετράλωνο, αγριλιά, λιομαζώχτρα, καραγκούνα, δαφνηπόταμο, στραγαλίνι, καλογιάννος, μπολίδα, χοχλάδι, φωτογόνι..., πως μεταγράφονται σε άλλη γλώσσα; Επηρεασμένος κι απ΄τον Έλιοτ, που λέει: "η ποίηση μας υπενθυμίζει αδιάκοπα όλα εκείνα τα πράγματα που μπορούν να διατυπωθούν σε μια μονάχα γλώσσα και παραμένουν αμετάφραστα..."

Και με την ευκαιρία της πιο πάνω παράθεσης των νεοελληνικών λέξεων σπεύδω να πω τη σκέψη πως: τα Γκρεμόχορτα, στην παρούσα έκδοση και εκδοχή, πρέπει να ξαναγράφτηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους από τον ποιητή, και ευτυχώς, γιατί στη σουηδική μικρός θα ήταν ο τόπος και η μοίρα τους.

Η συλλογή απαρτίζεται από 155 τρίστιχα, χωρισμένα σε εφτά ενότητες. Κάθε ενότητα εισάγεται με ένα χαρακτηριστικό τρίστιχο, ενώ η συλλογή κλείνει με ένα ελεγειακό τρίστιχο απολογισμού. Το είδος αυτό προϋποθέτει ποιητική ωριμότητα εκ μέρους του γράφοντος, αλλά και την αργή και συγχρονισμένη προσπάθεια εργαστηρίου διπλής αποστάξεως, ώστε το αποτέλεσμα να περιέχει την καθαρότητα και τους βαθμούς του αποστάγματος. Το μεστό, περιεκτικό και ακαριαίο της σύνθεσης κάθε τρίστιχου, απαιτεί πολύ λεπτούς λεκτικούς συνδυασμούς, καθώς και ψυχική ρώμη, νοσταλγική διάθεση, απολογιστικό πνεύμα. Θα έλεγα δε, πως ταιριάζουν πιο πολύ στο είδος των Χαϊκού, μολονότι δεν διαθέτουν την αυστηρή συλλαβική δομή τους. Είναι όμως πιο ελεύθερα, με μεγαλύτερη ευλυγισία, μετρική ποικιλία και θεματική ευρύτητα. Μπορούν και κινούνται με άνεση μεταξύ ελεύθερου και έμμετρου παραδοσιακού στίχου. Αίφνης, ξυπνούν δημοτικούς τριγμούς οι πάρα κάτω στίχοι:

   
  Κάτω στο δαφνηπόταμο με τα φεγγάρια ή
 
  Κόκκινος ουρανός σα να ΄σφάξαν δαμάλια ή
 
  Μοσχοκυπάρισσο της νύχτας με τ΄αναμμένα μήλα.

Ο Παπακόγκος κατάφερε να οδηγήσει τα τρίστιχα σε υψηλά αισθητικά οροπέδια, αποφεύγοντας κάθε ρητορική παγίδα, έτσι ώστε αυτές οι μικρές δόσεις γραφής να μοιάζουν συχνά με πυκνώματα, που διαιωνίζονται ενσωματωμένα στη λαϊκή θυμοσοφία, ως κτήμα της. Μ'  αυτό τον τρόπο, θα έλεγα η ποίηση πως μοιάζει με επιστροφή των "κλοπιμαίων", αν δεχτούμε τον "κακοποιό" χαρακτήρα που της αποδίδει ο Χ. Μπλούμ: "η ποίηση είναι ( με την στενή έννοια) ένα είδος κλοπής από τα κοινά αγαθά".

Είναι πολλοί που ζουν την ξενιτιά με τρόπο αμετανόητο, και συχνά προσφεύγουν στον αντιλογισμό της, επικαλούμενοι τους αντιπάλους της ιθαγένειάς τους με πολλούς τρόπους. Ένας τους και η λόγια ποίηση:

   
  Σα συλλογίζονταν την πατρίδα στα ξένα
  του μάτωναν τ΄ ακροδάχτυλα
  ήταν από σάρκες τα χώματα του χωριού του

Από τις κρίσεις των σουηδών βιβλιοκριτικών, που  παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, συμπεραίνεται ότι δεν έγιναν σημαντικές στιχουργικές παρεμβάσεις, πέραν του ότι τα τρίστιχα, καθώς ξαναχύθηκαν στα καλούπια της νεοελληνικής, απόχτησαν χροιά εντοπιότητας και φωνή εναρμονισμένη με τις πηγές της γραφής τους. Στους στίχους τους λικ(χ)νίζεται ένας σχεδόν εξονυχιστικός "πατριωτισμός", όπου ο νόστος, ως μια διαρκής εκκρεμότητα, απαιτεί τα λύτρα του ξενιτεμού.
Εκείνο που επισημαίνουν ακόμη, και το οποίο μας βρίσκει σύμφωνους, είναι πως αυτή η ποιητική μορφή του τρίστιχου έχει την ιδιότητα να κινητοποιεί σπάνια γλωσσικά αποθέματα, φρεσκάροντας ξεχασμένες διατυπώσεις, μέσα στη σύγχρονη επέλαση της τεχνοκρατικής ισοπέδωσης και γενίκευσης. Τούτο, ίσως, ερμηνεύει και το φαινόμενο της σποραδικής χρήσης αυτής της φόρμας από τους πρωτοπόρους του ελεύθερου στίχου ποιητές μας, ενώ πυκνώνει και γίνεται όργανο εκφραστικής λιτότητας και οικονομίας στους απογόνους τους.

Ο Παπακόγκος, σε πολλά απ΄τα τρίστιχά του, δεν αρκείται μόνο στις βιωμένες εμπειρίες της πατρίδας, που έχουν γίνει πλέον σκληρές μνήμες, αλλά προσφεύγει και στο παραδομένο από την ιστορία παρελθόν του παρελθόντος, είτε της αρχαιότητας, είτε των χρόνων της σκλαβιάς. Έτσι, το στίγμα του ορίζεται με τρόπο αδιαμφισβήτητο.
Κι ο ίδιος γίνεται ένας "στιγματισμένος" έλληνας, όπως τόσοι και τόσοι πριν απ΄ αυτόν. Γιατί κάθε πατρίδα είναι γκρεμός!
Για τούτο τα τρίστιχα μοιάζουνε μ΄ ατραπούς πολύστροφους, που ανηφορίζουν στο βουνό, αλλά και μ΄ ένθερμα ερωτικά "ραβασάκια". Πετρόχτιστα, με φράση που περιδινείται, φωνή που καταπνίγεται από κάποια γλωσσική διευκόλυνση, κυρίως εκείνα που είναι πιο πολύ δεμένα με την εποχή της γραφής τους. Φαίνεται πως κι εδώ κάνει την εμφάνισή του το μεγάλο πρόβλημα των ποιητών, διεκδικώντας το μερίδιό του, δηλαδή ο δισταγμός ανάμεσα στο νόημα και τον ήχο.
Αλλά κάθε άνοδος, κάθε πέταγμα, προκαλεί και την ανάδρομη κίνηση, την οποία κάθε γνήσιος ποιητής ακολουθεί. Κι ο Παπακόγκος κλείνει τη συλλογή του έτσι, με ένα γεμάτο μελαγχολία αποφασιστικό τρίστιχο πλήρους αυτογνωσίας:


   
  Δένδρα πουλιά λιογέρματα φωνές βαρκούλες
  ζαρκάδια κι επανάσταση, πως γίνεται
  να καταντήσουν λέξεις μέσα στο ποίημα!

Νίκος Αντωνάτος. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 19 Οκτώβρη 2008.