....

Ο Κωστής Παπακόγκος ζει και δημιουργεί στη Σουηδία από το 1967. Στην ποίησή του αναδύεται ο αγώνας, η πάλη και η θυσία του Έλληνα στη δεκαετία του '40 για υψηλά ιδανικά –Ειρήνη και Ελευθερία. Θυσίες που δεν βρήκαν ανταπόδοση. Ο Τοξότης, αναδημοσιεύει γράμμα-κριτική για τον Κωστή Παπακόγκο, του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστήμιου Αθηνών Μ. Γ. Μερακλή. Ο Μ. Μερακλής γεννήθηκε το 1932 στην Καλαμάτα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Γοττίνης της Γερμανίας. Το 1975 εξελέγη τακτικός καθηγητής λαογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο οποίο διετέλεσε και πρύτανης (1981 - ’82). Χρημάτισε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, και είναι πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Πολυγραφότατος, έχει δημοσιεύσει πολλά άρθρα σχετικά με τη λαογραφία και τη φιλολογία. Έχει εκδώσει, επίσης, βιβλία που αναφέρονται στα δυο αυτά θέματα.

Παναγιώτης Καλογιάννης

 

Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τον Κωστή Παπακόγκο

Κύριε Παπακόγκο,

Ο φίλος Κώστας μου έδωσε τα τέσσερα τελευταία ποιητικά βιβλία σας: Ιθάκη (2010), Χιονισμένος λύχνος (2012), Η έβδομη λιαχτίδα (2014), Νυχτερίδες (2015).

   Θυμάμαι ότι πριν χρόνια είχα διαβάσει ποιήματά σας, που με είχαν συγκινήσει αισθητικά και ιδεολογικά. Σας είχα στείλει ένα γράμμα, στο οποίο, νομίζω ότι θυμάμαι καλά, σας έλεγα ότι θα μιλούσα για σας εκτενέστερα. Δυστυχώς έδωσα γενικές υποσχέσεις, με ειλικρινή προαἰρεση πάντα, που όμως δεν τήρησα, καθώς συνεχώς βρισκόμουν μέσα σε μια τύρβη, που αναστάτωνε προθέσεις και προγραμματισμούς μου. Και τώρα πλήθυναν τα χρόνια που κουβαλώ. Ας είναι η επιστολή μου αυτή κάτι σαν μικρό υποκατάστατο της παλαιάς υπόσχεσής μου.

     Έχετε μια ποιητική ευαισθησία που γνώρισε πολλές δονήσεις από την ιστορία, ιδίως των δεκαετιών του 1940 και 1950 στην Ελλάδα. Στην Ιθάκη σας είδα να συγκινείστε, ποιητικά καθαρά εδώ, και με τον αρχαίο μύθο. Έτσι «Η μάνα του Ελπήνορα» σας είναι ένα (υπέροχο άλλωστε) ποίημα που εμπλουτίζει τον ομηρικό, τον απλώνει, ώστε να αγκαλιάζει και άλλες περιστάσεις. Τη «Μάνα του Ελπήνορα» τη συσχετίζω με τη δική σας, προσωπική περίπτωση.
    Ίσως και ολόκληρη η Ιθάκη έχει ένα ανάλογο υπόστρωμα, εμβολιασμένο βέβαια με τις δραματικές προσωπικές εμπειρίες σας. Υπάρχει κι εδώ ένας γυρισμός στην Ιθάκη, διαφορετικός από εκείνο του Ομήρου αλλά και του Καβάφη. Ξενιτεμένοι και αυτοεξόριστοι, ξαναγυρίζουν, αλλά βρίσκουν ένα Θιάκι παραμορφωμένο, με νέους μνηστήρες που είναι όμως, αυτοί, ανίκητοι.

 Kostis Papakogos

Κωστής Παπακόγκος, πριν μερικά χρόνια. Φωτο, Irene Larsson

    Ίσως επηρεασμένος κι από τον εαυτό μου, σας φαντάζομαι σαν έναν (από λίγους) που πιστεύουν στη ζωντάνια των νεκρών. Γιατί κι άλλοι ζωντανοί, στο βάθος, όπως γίναμε τώρα, αργοπεθαίνουν. Ενώ οι δικοί σας, του Αγώνα, νεκροί, ολοένα σας δίνουν το παρών! Λέτε στην Έβδομη Λιαχτίδα: Είτε στ’ απόσκια περπατάτε / είτε στο ανέσπερο φως / ζηλεύω τη ζωντάνια σας, νεκροί μου. Πολύ περισσότερο τους συναντάμε στην Ιθάκη: Όταν σήμαναν οι καμπάνες ράγισε / το δειλινό σα λαμπογυάλι / κι έδραμαν μεσ’ απ’ τους καπνούς / ιδροκομένοι / οι χάλκινοι ανδριάντες / των σκοτωμένων ή στον Χιονισμένο λύχνο: Στα νερά διάβαζαν οι νεκροί, / τα κόκαλά τους έτρεμαν σαν κατάρτια. Ή στο ποίημα «Στιγμές» από την ίδια συλλογή: Κοιτούσα πίσω απ’ το τζάμι συνεπαρμένος / απ’ τις μορφές των νεκρών / που αναβόσβηναν στην πρασινάδα.

    Συνεπαρμένος νιώθω κι εγώ από την ποιότητα των στίχων σας. Δεν είναι μόνο η αφοσίωσή σας σ’ εκείνους. τους στηρίζετε και σε μια, έστω και λαβωμένη, πίστη, το βλέπω π.χ. στην υπέροχη «Ιφιγένεια», στον χιονισμένο λύχνο, όπου και οι στίχοι: μετά το θάνατο δεν υπάρχουν πια / καλοί ή κακοί, παρά μονάχα πράξεις. και οι πράξεις ειν’ εφτάψυχες, ακόμα / κι αν αποκεφαλίστηκαν με δωρικό τσεκούρι. Η Ιφιγένεια ακόμα και τώρα βγαίνει στον κάμπο και είναι η κόρη του μυλωνά απ’ το Μπερμπάτι, που πάει να βοσκήσει τη γιδούλα της. Τη μετρώ μία από τους δικού σας (στην καρδιά σας) ζωντανούς νεκρούς. Αγαπάτε τη συντροφιά μ’ αυτούς (σας δίνουν μια Παρηγόρια για να ζείτε) μέχρι ταυτίσεως: ο νεκρός αυτός εισ’ εσύ / ύστερα από πενήντα χρόνια
    Την Έβδομη λιαχτίδα την αφιερώνετε στη μνήμη της μητέρας σας. Και σκέπτομαι τη «Μάνα του Ελπήνορα». Συναντώ ακόμα το λάδι ελληνικής ελιάς στο καντήλι, και στον «Ελπήνορα» σε μιαν ελιά μπήκε η μάνα του να ξαποστάσει μετά από τόση μάταια αναμονή. Τα δυο κυπαρίσσια στο κοιμητήρι υποδηλώνουν πως χάσατε και τους δυο γονείς. Η ιδιότυπη πίστη σας στην αθανασία των (δεδομένων) νεκρών ισχύει και για τη μητέρα σας: Η μνήμη της μητέρας είναι αστέρι / που’ σβησε πριν χιλιάδες χρόνια. Ωστόσο / κρατάει το φως του ακόμα και ζεσταίνει.

   Η σχέση σας με τους νεκρούς έχει γίνει ένα ποιητικό και μουσικό μοτίβο σε παραλλαγές και ομορφαίνει μυσταγωγικά την ποίησή σας; Γίναν πουλιά οι σκοτωμένοι μα την τέχνη / του αντάρτη δεν ξεχνούν. όπου βρεθούν / σφυρίζουν κλέφτικα μεταξύ τους. Θα έλεγα ακόμη, ότι ο θάνατος της μητέρας κάνει ευκρινέστερη μια διάθεση να ζεστάνετε κάπως και μια σχέση με ένα υπερβατικό όν: Είμαι σίγουρος πια πως συναντιέμαστε / εφτά φορές τη μέρα, Κύριε,/ μα κάνει ο ένας πως δε βλέπει τον άλλο. Η ομολογία σας αυτή σχετίζεται, λέω, με τη χριστιανική εκδοχή. Αυγή. οι χιονοσκέπαστες κορφές ροδίζουν / σαν τα μπουμπούκια της μηλιάς. Μάνα,/ καιρός να σηκωθείς νυφούλα απ’ το χώμα. Δεν γνωρίζω πως έλεγαν τη μητέρα σας, πιθανολογώ πάντως πως λεγόταν Κατίνα: Αν έλεγαν την εποχή μας κυρά Κατίνα / άλλος θάταν ο κόσμος. κάθε αυγή / θα τάιζε τα περιστέρια στην ποδιά της.

    Τα ποιήματα των Νυχτερίδων τα γράψατε στα χρόνια της εφτάχρονης χουντικής νύχτας. Αυτή εξάντλησε, σαν να βλέπω, τη χαρμολύπη, με την οποία ζούσατε τους σκοτωμένους. Όλα έγιναν μέσα σας μαύρα. Και σαν να είναι οι ζωντανοί νεκροί σας, για πρώτη φορά, θαμμένοι. Σαν να το λέτε κιόλας: Οι νεκροί μου κουράστηκαν πρέπει να ησυχάσουν!
    Η χούντα έφυγε, έγιναν άλλα, όχι κατ’ ανάγκη στην Ελλάδα, χειρότερα. Πιστεύω εντούτοις, ότι η πίστη σας θα τους ξαναζωντανέψει στην ψυχή σας. Και ίσως κάποτε κάποιοι θα τους διαδεχθούν στον αγώνα εναντίον ενός μισοπεθαμένου κόσμου, λέγοντας όπως και σεις: οι νεκροί μου θ’ απολυμάνουν / τα δαχτυλικά σας αποτυπώματα / με τα δικά μου χέρια.
    Οι πιστοί δεν είναι πολλοί. Αλλά είναι. Και θα είναι. Και ίσως κάποτε γίνουν οι περισσότεροι, αρχίζοντας έστω, με πίστην ως κόκκον σινάπεως.


   Μιχάλης Γ. Μερακλής

 

   Πηγή: Μανδραγόρας, Τεύχος 55

 

   <<προηγούμενο | >>