Ο συμπάροικός μας, Κωστής Παπακόγκος, "ξαναχτύπησε".
    Κυκλοφόρησε, στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, την ποιητική του συλλογή "Η ΕΒΔΟΜΗ ΛΙΑΧΤΙΔΑ" .
    Η έβδομη λιαχτίδα είναι σύμβολο του δρόμου από τούτο τον κόσμο στον άλλο...

    Μηχανικούς της ψυχής τους είπε. / μετά τους έστειλε στη Σιβηρία / να χτίσουν με τα κόκαλά τους πύργους.

    Το εξώφυλλο είναι της Μαριάν Όντιερ-Ρούς.

    Η συλλογή, με τίτλο Den sjunde solstrålen, πρωτοεκδόθηκε στα σουηδικά το 2010, από τον εκδοτικό οίκο Tranan.

Γιατί οι αναμνήσεις ακόμα στάζουν αίμα

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

 

     Λάμπουν τα δένδρα κόκκινα στο Γράμμο
     απ᾿ το φθινόπωρο του εμφύλιου.
     αίμα πίνουν οι ρίζες τους ακόμα.

Γιατί οι αναμνήσεις ακόμα στάζουν αίμα

     Ο Κωστής Παπακόγκος γεννήθηκε το 1936  στο Παχτούρι. Παιδί συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση ως Αετόπουλο στα βουνά της κεντρικής Πίνδου. Με την κήρυξη της δικτατορίας του 1967 εγκαταστάθηκε στη Στοκχόλμη, όπου ζει μόνιμα.

     Εγώ κρατάω ζωντανούς τους νεκρούς
     κι άμα πεθάνω εγώ θα τους κρατήσουν άλλοι.
     μαζί με αυτούς κι εμένα.

     Έβδομη ηλιαχτίδα είναι το σύμβολο για το δρόμο που ακολουθεί ο άνθρωπος για τον άλλο κόσμο. Πράγματι απ᾿ το πρώτο μέχρι το τελευταίο ποίημα της νέας του συλλογής, ο Κωστής Παπακόγκος προβληματίζεται κι έντονα συμμετέχει σ᾿ αυτή τη μετάβαση: Ένας ο θάνατος και τόσοι εμείς / μα πως να τον βάλουμε στην μπουκάλα; / Εκείνος πανταχού παρών, εμείς απόντες. Συμπαραστάτες στη διαδικασία αυτή όλα τα ένθεα όντα, από τις θρήσκες πεταλούδες μέχρι τον ίδιο τον Θεό, που υπήρξε ο πρώτος άθεος στον κόσμο.
    Είναι φανερό πως ο κατεξοχήν κοινωνικός λυρισμός του Παπακόγκου βασίζεται και υμνολογεί τόσο τα πολιτικά όσο και τα ιδεολογικά πάθη ενός ολόκληρου λαού – καημούς που βάρυναν τα όνειρα και τους αγώνες του από γενιά σε γενιά.

     Χιόνια στην Πίνδο. πατημασιές
     από τρύπια τσαρούχια.
     Αποδώ πέρασε η Ιστορία.

     Βαθύς μελετητής της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφύλιου –μεταξύ άλλων έχει στο ενεργητικό του τις ιστορικές βιογραφίες Καπετάν Άρης (1975) και Καπετάν Μάρκος (1999)– ο Κωστής Παπακόγκος μέσω της ποίησής του αναπέμπει σπονδές στις ατελέσφορες ιδέες και τις θυσίες των ανταρτών που σημάδεψαν τη ζωή όλων, ακόμα κι αυτών που δεν τα έζησαν. Ένας απ᾿ τους χιλιάδες μάρτυρες κι ό ίδιος, αναρωτιέται αλλά κι αποκαλύπτει τις τραγωδίες που βίωσε: Σα να μη φτάνει που στραγγίσαμε / να φθάσουμε ώς εδώ, μερικοί από μας/ ονειρεύονται και ζωή μεταθανάτια.
    Με την ίδια ακριβώς δομή κι εδώ ο ποιητής, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του, περνά διαδοχικά από τα στάδια του αποχαιρετισμού όσων αγάπησε στην αιώνια σχέση του τίποτα και των πάντων στον ταπεινό οβολό για τη διαδρομή, σαν υπέρτατη τιμή, στον κορβανά του ψυχοπομπού του. Με τα ίδια ακριβώς λακωνικά τρίστιχα που διατηρούν ταυτόχρονα αυτοτελή νοηματική υπόσταση και σύνδεση οργανική μεταξύ τους, δίνει έναν απολογισμό ζωής μέσα στο κέλυφος της λέξης. Εκεί κατέχει θέση ξέχωρη το καντήλι που καίει μέσα του με λάδι ελληνικής ελιάς, η μορφή της μητέρας, οι αντιστασιακοί αγώνες μας, ο έρωτας, ο θάνατος, η απόγνωση, όπως κι ένας θεός που είναι η αθλιότητα του δρόμου...
    Ήδη απ᾿ τις πρώτες σελίδες της συλλογής απασχολούν τον ποιητή τα άγη και οι αγωνίες των ιδεών και της τέχνης. Πικρό το ποίημά του για τους υπερβόρειους ομότεχνους που έχτισαν με τα κόκαλά τους πύργους στη Σιβηρία. Πρόκειται για τους μηχανικούς της ψυχής, όπως χαρακτήρισε ο Ιωσήφ Στάλιν τους λογοτέχνες.
    Το επόμενο ποίημα υποδηλώνει τη «χημεία» που λειτουργεί ανάμεσα στον αναγνώστη και τις λέξεις: Τρεις μέρες σ᾿ ακολουθάει ο καλός στίχος / την τέταρτη σε κεντάει αλαφρά κι αρχίζει / να ρέει το αίμα σου στο ποίημα. Εδώ υπάρχει επίσης μια υπαρξιακή αγωνία που διατρέχει την Έβδομη λιαχτίδα ώς το στερνό της τρίστιχο, μια απρόβλεπτη εκφραστική που εκτείνεται απ᾿ τους αιωνόβιους δρυμώνες του Βορρά ώς της πατρίδας τ᾿ άγιο χώμα:

     Απ᾿ το ξωκλήσι ακούγονταν το σήμαντρο:
     η γραφομηχανή του θεού που ετοίμαζε
     προσκλήσεις για τον εσπερινό του.

     Το βιβλίο αποτελείται από 155 τρίστιχα ποιήματα χωρισμένα σε εφτά ενότητες και ταξινομημένα θεματικά κατά σελίδα. Όπως λόγου χάρη η ενότητα που αναφέρεται στα ελγίνεια μάρμαρα:

     Αρχόντισσες οι καρυάτιδες στην Αθήνα
     και η αδελφή τους στο Λονδίνο ζητιανεύει
     να σώσει το Βρετανικό Μουσείο.

     Τ᾿ άγαλμα απαρηγόρητο.
     απ᾿ τον κομμένο του φαλλό
     αίμα στάζουν οι αιώνες.

     Η ποίηση του Κωστή Παπακόγκου, με το βαθύ της φιλοσοφικό υπόστρωμα, την κλασική λιτότητα κι αυστηρότητα, την εφευρετικότητα και την αμεσότητα που τη χαρακτηρίζει θα πρέπει να διαβαστεί απ᾿ όλους τους έλληνες, κυρίως τους νέους μας λογοτέχνες. Οι δυο αγάπες του, ποίηση και ιστορία, στις οποίες αυτός ο χαλκέντερος ερημίτης του Βορρά αφιέρωσε τη ζωή του μας αφορούν όλους στο έπακρο.
     Κάπως έτσι γονιμοποιούνται τα έργα:

     Το κάθε ποίημα κρύβει ένα άλλο ποίημα
     βαθειά στον κάλυκά του
     γονιμοποιημένο απ᾿ τη γύρη του αναγνώστη.

 

                                                                                      
Πηγή: Εφημερίδα ΠΡΙΝ, Κυριακή 7-9-2014