Ελληνοϊταλικός Πόλεμος


Ο Νίκος Μπακόπουλος, ένας απ’ τους πολλούς, σε ένα ανέκδοτο κείμενο, με πολύ γλαφυρό τρόπο περιγράφει την πορεία του στο Αλβανικό μέτωπο.
Παναγιώτης Καλογιάννης

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

28η Οκτωβρίου 1940.

Στη μεγάλη και τρανή αυτή νύχτα του φθινοπώρου του 1940 ήτανε γραφτό να στηθεί ένα ορόσημο ιστορικό για την Ελλάδα, το λαό της, την ιστορία της. Εγώ που γράφω τις γραμμές αυτές δεν είμαι ούτε συγγραφέας, ούτε ιστορικός, ούτε ιστοριοδίφης. Είμαι όμως ένας αυτόπτης μάρτυρας που γεύτηκα το πολύ πικρό και, λίγο γλυκό, περιεχόμενο του ποτηριού του πολέμου στην Αλβανία. Γι᾿ αυτό θα περιγράψω όσο μπορώ ποιο γλαφυρά τις απόψεις μου για τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν στο Μέτωπο. […]

    Στις 5 η ώρα το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ένας ξηρός κρότος βλήματος πυροβολικού που έσκασε πάνω στα βράχια του Μάλι - Μάδι αντήχησε σ᾿ όλα τα ξερολάγκαδα και τις ρεματιές και μας αγριοξύπνησε. Αμέσως δεύτερος, τρίτος, πολλοί μα πάρα – πάρα πολλοί κρότοι, εκρήξεις, λιανοτούφεκα, κροτάλισμα πολυβόλων, χειροβομβίδες. Τι γίνεται. Στα όπλα, φωνάζει ο σκοπός. Συναγερμό ο σαλπιγκτής. Αμέσως οι ημιονηγοί βάζουν τα σάγματα στα ζώα και τα αραιώνουν μέσα στο δάσος. Οι αξιωματικοί, ένας μόνιμος πεζικάριος κι ένας έφεδρος του πυροβολικού, απ᾿ την απειρία τους τάχασαν κι έκαναν σα μεθυσμένοι. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ο τηλεφωνητής που επικοινώνησε με το Σύνταγμα μας είπε τα νέα: «Πόλεμος με τους Ιταλούς». […]
    Οι κάτοικοι του χωριού Κρουσταλοπηγή το εγκατέλειψαν φοβούμενοι επιδρομή εχθρική, κι ήρθαν και καταυλίστηκαν λίγο πιο πέρα απ᾿ το δικό μας τον καταυλισμό. […]

    Μείναμε στο Μάλι - Μάδι μέχρι τις 8 Νοεμβρίου οπότε μετακινηθήκαμε κατόπιν διαταγής και μπήκαμε μέσα στην Αλβανία στην περιοχή της Μπίγλιστας δίπλα σ᾿ ένα μικρό χωριό που λέγονταν Βέρνια, στο ύψωμα Λαζιτσίνα, και πιάσαμε θέση μάχης.


    Από τα δεξιά, τα τμήματα μας μάχονταν στις απρόσιτες πλαγιές του Ιβάν. Αριστερά μας, αφού κατέλαβαν την Καπέτσικα, Μπίγλιστα με το έφορο οροπέδιό της μάχονταν στους πρόποδες του Μοράβα στα χωριά Βράντεσι, Μπαμπάν, Χότσιστα κλπ. Αντικειμενικός σκοπός. Κατάληψης Μοράβα, Στενό Τσαγόνι, Γέφυρα Δεβόλη.
    Η Μεραρχία μας αντιμετώπιζε τρείς Μεραρχίες: τη Μεραρχία της Πάρμα, τη Μεραρχία Βενέτσια και, τη Μεραρχία Πιεμόντε. Ας αφήσουμε τις οχυρώσεις του Ιβάν που ήταν ήλεκτρο αυτόματες και καθιστούσαν το ορεινό αυτό συγκρότημα φρούριο δύσκολο. Παρ᾿ όλα αυτά τα τμήματά μας δε δυσκολεύτηκαν να τα καταλάβουν και να ανεμίσουν τη γαλανόλευκη στην κορυφή του Ιβάν στα 1.300 μέτρα. Το ίδιο έγινε και στο Μοράβα. Κατελήφθη το στενό Τσαγκόνι, η γέφυρα Δεβόλη και στις 22 του Νοέμβρη η Ελληνική Κορυτσά.


    Στην κατάληψη της Κορυτσάς […] η 13η Μεραρχία με το πολύ ένδοξο όνομά της αυτοδιαλύθηκε απ ᾿τα μέσα, με δολιοφθορείς πεμπτοφαλαγγίτες αξιωματικούς στα πρόθυρα της κατάληψης της Κορυτσάς. Κι ο ίδιος ο Μέραρχος, παρά λίγο να πιαστεί αιχμάλωτος. Αυτό το περιστατικό ήταν έργο του 2ου Γραφείου (Κατασκοπίας) της Μεραρχίας που δεν ασχολούνταν με τα σοβαρά ζητήματα της στρατιωτικής διαρθρώσεως των μονάδων της Μεραρχίας, αλλά ασχολούνταν με τις προφητείες του Πάτρο - Κοσμά του Αιτωλού και του όσιου Ναούμ. Βλέπετε, η ξένη προπαγάνδα κατόρθωσε να κάνει το θαύμα της την ώρα που επρόκειτο να καταλειφθεί η Κορυτσά. Για την κατάληψή της τελικά, μετά τα γνωστά γεγονότα με τη 13η Μεραρχία, προσετέθη η 10η Μεραρχία, και η Διοίκηση της 13ης ανετέθη στο στρατηγό Σωτήρη Μουτούση. Απ᾿ την εχθρική πλευρά προστέθηκαν άλλες τρεις Μεραρχίες: η Αρέτσο, η Μοδένα και η Μεραρχία αλπινιστών Τριεντίνο.
    Παρ᾿ όλ᾿  αυτά η Κορυτσά κατελήφθη και το Πανελλήνιο ολόκληρο καθώς κι ο παγκόσμιος τύπος έγραφε με πηχυαία γράμματα για τα κατορθώματα του μικρού ελληνικού στρατού. Οι σύμμαχοι εγκωμίαζαν τα κατορθώματα του ελληνικού στρατού στην Αλβανία κι άνοιγαν πρόσχαρα στην Ελλάδα τις αγκάλες τους υποσχόμενοι μεταπολεμικά ηθικές και υλικές απολαβές. Αυτό όμως θα το δούμε αργότερα.
    Ο στρατός μας, φαινομενικά, βρίσκονταν σε συνεχή ανάταση. Ουσιαστικά όμως τον διέκρινε κάποια κατάπτωση όχι από απογοήτευση αλλά από σωματική και ψυχική κούραση, γιατί ο χειμώνας έρχονταν με άγριες διαθέσεις. Το προσεχές μέλλον ήταν απροσδιόριστο. Η ψείρα έκανε την εμφάνισή της, κι᾿ αυτή, με άσχημες προοπτικές. Έτσι πια, ο στρατιώτης το πήρε απόφαση κι᾿ οπλίσθηκε με το θάρρος της υπομονής κι᾿ επιμονής του. […]
    Θα ήταν κλασσική παράληψη να μην περιγράψουμε τι είδαμε στα διάφορα χωριά που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός και ειδικά το Σύνταγμά μας στη διάβα του κυνηγώντας τους Ιταλούς. Το πρώτο χωριό, το Βέρνικ, που κατέλαβε το Σύνταγμά μας 3 χιλιόμετρα μέσα απ᾿ τη μεθόριο ήταν χριστιανικό. Είχε την ορθόδοξη εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών. Στις 8 Νοεμβρίου στη μνήμη των μπήκαμε μέσα. Το βραδάκι πήγαμε αρκετοί στην εκκλησία και κάναμε το σταυρό μας. Μια ματιά που έριξα στα βιβλία είδα ότι ήταν με το Κυριλλικό αλφάβητο πλαισιωμένα και ήταν αδύνατο να διαβάσεις κάτι.
    Την άλλη μέρα πήγαμε αρκετοί στην κωμόπολη Μπίγλιστα. Κατοικούνταν από χριστιανούς και μουσουλμάνους. Εκκλησιές και μιναρέδες αρκετοί. Αλλά όψη βιβλικής καταστροφής. Εγκαταλελειμμένη απ᾿ τον πληθυσμό γιατί τον πήραν μαζί τους οι Ιταλοί υποχωρώντας. Μαγαζιά και εργαστήρια άθικτα κι᾿ εγκαταλελειμμένα. Παντού καταστροφή, λεηλασία, ερείπιο από βομβαρδισμούς κι᾿ απογοήτευση. Ιταλικές αποθήκες άλλες καμένες κι, άλλες άθικτες με στρατιωτικό υλικό. […]
    Προχωρώντας, μετά το Βέρνικ, το Συν/γμά μας κατέλαβε τα υψώματα της Πρόπας και το χωριό Κολομπίρντα. Στο χωριό αυτό πήγαμε να βγάλουμε πατάτες (είχε πολλές αλλά στα χωράφια ακόμα) αλλά βρήκαμε σωρούς στις αυλές των σπιτιών του χωριού που ήταν ακατοίκητο απ᾿ τον πληθυσμό. Πήραμε κι᾿ εμείς από ένα σπίτι που από κάτι τεκμήρια που βρήκαμε έδειχνε ότι ήταν σπίτι γιατρού. Η μέρα ήταν λιακάδα. Στον ουρανό φάνηκαν δύο αεροπλάνα από αντίθετες κατευθύνσεις. Συνεπλάκησαν σε αερομαχία με αποτέλεσμα το ένα απ᾿ αυτά το οποίο ήταν βαρύ βομβαρδιστικό και ήταν Ιταλικό διαλύθηκε στον αέρα, αλλά ο πιλότος του έπεσε με αλεξίπτωτο στην άκρη του χωριού Κολοπέρτα πάνω σε μια αγριαπιδιά (γκορτσιά) τον οποίο απαλλάξαμε απ᾿ τα δεσμά του και τον οδηγήσαμε στο σταθμό Διοικήσεως του Συντ/τος.
    Απ᾿ το στενό του Τσαγκόνι και δίπλα στο ποτάμι το Δεβόλη περνούσε ο δημόσιος δρόμος για την Κορυτσά. Ποιο αριστερά στις προσβάσεις του Μοράβα είναι το χωριό Μπαμπάν και αριστερότερα το χωριό Βράνεστι. Το Μπαμπάν είναι χωριό Μωαμεθανικό με το μιναρέ στη μέση. Στον μιναρέ αυτόν οι Ιταλοί είχαν στήσει το παρατηρητήριο τους, και με την εύστοχη αυτή παρατήρηση τη μέρα ήταν αδύνατη έστω και η πιο μηδαμινή κίνηση των ελληνικών τμημάτων. Η συνεννόηση γίνονταν με ηλεκτρικό οπτικό πεδίο με σήματα Μόρς. Τα σήματα αυτά τα υπέκλεψαν οι δικοί μας και με επίμονες προσπάθειες και εύστοχες βολές το πυροβολικό έριξε το Μιναρέ και απαγκίστρωσε το επί 15 χιλιόμετρα ελληνικό μέτωπο, αυτό που είχε αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Μοράβα.  […]

Χειμώνας και πορεία

    Τι γίνονταν όμως στο υπόλοιπο μέτωπο. Εδώ είχαμε εχθροπραξίες μοναχά. Τι έκαναν οι δικοί μας. Τι έκαναν οι Ιταλοί. Στη χάση και στη φέξη έπεφτε καμιά εφημερίδα στα χέρια μας και μαζεύονταν όλοι οι φαντάροι τούμπα να μάθουν κάτι για το μέτωπο, τους πολεμιστάδες, τους ψειριάρηδες ήρωες και τους άπλυτους ή τους βρωμιάρηδες “ημίθεους”. […] Η ομοψυχία των Ελλήνων έκανε τους πάντες γρανιτένιους και στο μέτωπο και στα μετόπισθεν. Οι άνθρωποι του πνεύματος, οι δημοσιογράφοι, οι ιστοριογράφοι, οι ηθοποιοί ο καθένας με το όπλο του πολεμούσε τον εχθρό όπου κι᾿ όπως μπορούσε. […]

Τι προηγήθηκε στην Πίνδο και στο Ηπειρωτικό Μέτωπο

   Πρώτο. Στην Πίνδο οι Ιταλοί απ᾿ την πρώτη μέρα της κηρύξεως του πολέμου (28-10-’40) εισέβαλαν μέσα στον Ελληνικό χώρο. Αφού εξουδετέρωσαν τις εστίες προκαταλήψεως προχώρησαν αρκετά, βοηθούμενοι απ᾿ τους Ρουμανόβλαχους της Πίνδου με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Μετσόβου, και τη διάσπαση του ελληνικού μετώπου. Στο μέτωπο της Πίνδου παρουσιάστηκε το ρήγμα αυτό γιατί η κυβέρνηση δεν έλαβε τα άμεσα και αναγκαία μέτρα. Τη χαλαρότητα αυτή την πλήρωσε ακριβά ο πληθυσμός της περιοχής, ο στρατός της προκατάληψης, ο μετέπειτα ελληνικός στρατός, και προ παντός η Μεραρχία Ιππικού (ιππικό στις απότομες χαράδρες της Πίνδου! Δυστυχώς αυτή ήταν η επιτελική διάταξη της εποχής) που αυτοδιαλύθηκε –όχι απ᾿ τις επιχειρήσεις αλλά απ᾿ τη βαρυχειμωνιά.

   Στις επιχειρήσεις αυτές της Πίνδου ξετυλίχθηκαν επικές πράξεις θαυμασμού, ηρωισμού και θυσίας. Έπεσαν πολλά ανθρώπινα κορμιά και ζωντανά. Εκεί έπεσε ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός ο ανθυπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. […] Εκεί οι γυναίκες των χωριών της Πίνδου με καρτερικότητα φορτώνονταν στην πλάτη τους τα πολεμοφόδια και τα βλήματα πηγαίνοντας τα στους πολεμιστές της πρώτης γραμμής. Εκεί το ελληνικό μεγαλείο σα φωτεινός φάρος δείχνει στις γενιές του μέλλοντος τι θα πει Ελλάδα: Ελλάδα του ᾿40.
   Δεύτερο: Στην Ήπειρο. Εκεί έπεσε το περισσότερο βάρος του εχθρού. Όλο το βάρος του εχθρού το σήκωσε στην πλάτη της η 8η Μεραρχία (Ιωαννίνων). Το δυναμικό της ήταν όλοι Ηπειρώτες αυτόχθονες κι ο ζήλος για την υπεράσπιση της ιδιαίτερης πατρίδας τους μεγάλος.
   Ένα μόνο Σύνταγμα, το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων, ήταν από άλλη ελληνική περιοχή σα δύναμη προκάλυψης. Όλα τα επιτελικά βάρη τα είχε η 8η Μεραρχία. Και στις 28 Οκτωβρίου αντιμετώπισε το κυριότερο βάρος των ιταλικών φουσάτων που έρχονταν για την Ελλάδα σα σε πανηγύρι με μαντολινάτες και ποδήλατα, κι ακόμα  με καλλυντικά και φκιασίδια.

     Αυτό το στρατό μας έστειλαν οι Καίσαρες της Ρώμης κι αυτοί ήταν οι εντολοδόχοι να κυβερνήσουν τις τύχες των Ελλήνων. Αγνόησαν όμως την πραγματικότητα. Την εγκαρτέρηση του Έλληνα φαντάρου που άφησε σπίτι, γονιούς, αδέλφια και παιδιά κι᾿ ήρθε στα κατσάβραχα των Ηπειρώτικων βουνών να υπερασπίσει τα δίκαιά του, τα όνειρά του, το μεγαλείο της Πατρίδας του. Οι Καισαρικοί φανφαρονισμοί των ηγητόρων τους και η πλύση των εγκεφάλων τους που γίνονταν κάθε μέρα τους έκαναν να μη βλέπουν πιο πέρα.
   Στο μέτωπο της Ηπείρου έλαμψε το δαιμόνιο του Έλληνα. Κι εκεί έγιναν επικά κατορθώματα και πράξεις που έμειναν αλησμόνητες στη μνήμη των Ελλήνων της εποχής. Οι μάχες στα Θεσπρωτικά βουνά στην Γκραμπάλα - Ασσόνισα - Καλπάκι και Κακαβιά γράφτηκαν με ανεξίτηλο μελάνι στις δέλτους της Ιστορίας. Η κυβέρνηση της Αθήνας είναι γεγονός ότι δεν περίμενε αυτά τα πράγματα μπροστά στην υπεροχή του εχθρού, αλλά πάσχιζε μόνο να σώσει την τιμή των ελληνικών όπλων. Αυτό όμως ανέτρεψε η επιμονή της 8ης Μεραρχίας με τους Ηπειρώτες της, και χάρισε στην Ελλάδα τις πρώτες επικές νίκες. […] Ύστερα από διαταγή, η 15η Μεραρχία μετακινούνταν απ᾿ το δεξιό μέτωπο στο κεντρικό στη δύναμη του 2ου Σώματος Στρατού, και στις 6 Δεκεμβρίου ξεκινήσαμε για μια πορεία 20 ημερών που στάθηκαν στη μνήμη όλων μας σαν ορόσημο ιστορικό απ᾿ τις καιρικές κακουχίες.
   Είχε χιονίσει. Το χιόνι ήταν 30 με 40 πόντους. Στις 6 του Δεκέμβρη το βράδυ, νύχτα γύρω στις 8 η ώρα, περάσαμε μεσ᾿ απ’ την Κορυτσά, τους πλατιούς δρόμους της, την πλακόστρωτη μεγάλη πλατεία με το άγαλμα του Σκερτέμπεη, και τις ωραίες οικοδομές της που, κάτω απ᾿ την ανταύγεια του Χειμωνιάτικου φεγγαριού έδειχνε αρχοντούπολη. […] Το βράδυ πάλι πορεία. Πορεία κοπιαστική. Κατηφορίζουμε απ᾿ το υψίπεδο της Κορυτσάς, και τη νύχτα έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Περάσαμε τον Άψο ποταμό πάνω σε κρεμαστή γέφυρα και φτάσαμε σ᾿ ένα χωριό αριστερά της Μοσχόπολης. Χωριό με Έλληνες και με μια ωραιότατη εκκλησία, την Ανάληψη. Την επομένη ήταν του Αγίου Σπυρίδωνα (12 Δεκέμβρη) και πήγαμε πολλοί, και προσκυνήσαμε. Σ᾿ αυτό το χωριό καθίσαμε τρεις μέρες.
   Την τέταρτη μέρα τ᾿ απόγευμα, ξεκινήσαμε με μια ωραία λιακάδα με κατεύθυνση νοτιοδυτική. Φθάσαμε σ᾿ ένα άλλο χωρουδιάκι κατ᾿ απέναντι απ᾿ το Μάλι - Κέλκες. Μόλις νύχτωσε ξεκινήσαμε πάλι. Ο καιρός όμως χάλασε. Βαριά σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό. Βροντές και αστραπές  ξέσκιζαν τον ουρανό που κι αυτός άνοιξε τις καταπακτές κι τα κανάλια του, κι άρχισε να ρίχνει βροχή με το τουλούμι. Η πορεία συνεχίζονταν σ᾿ έναν κατήφορο που ο τόπος έφευγε κάτω από τα πόδια μας απ᾿ το βρόχινο νερό. Η βροχή αυτή μας έκανε όχι μόνο μούσκεμα, αλλά τα ρούχα που φοράγαμε έγιναν ασήκωτα. Κατά τα μεσάνυχτα φτάσαμε στο ποτάμι τον Άψο. Έπρεπε να τον περάσουμε από μια γέφυρα με πέντε τόξα (καμάρες). Το ποτάμι ήταν κατεβασμένο, και νόμιζες ότι το γεφύρι σειόταν κι ήταν έτοιμο να παρασύρει τα πάντα. Φόβος και τρόμος σ᾿ έπιανε. Το γεφύρι αυτό είχε πλάτος 1 ½ με δυο μέτρα και μάκρος γύρω στα 80 με 100 μέτρα.
  Απ᾿ το γεφύρι αυτό όμως έπρεπε να περάσουμε όλα τα τμήματα της 15ης Μεραρχίας. Το κάθε τμήμα με τη σειρά του. Φάγαμε αρκετές ώρες περιμένοντας κάτω από ραγδαιότατη βροχή. Σχεδόν μετά τα μεσάνυχτα περάσαμε το ποτάμι με χίλια καρδιοχτύπια, κι αρχίσαμε την ανάβαση για το Μάλι - Κέλκες. Βροχή ραγδαιότατη κι όσο ανεβαίναμε γινόταν χιονόνερο, κι πιο πάνω χιόνι με ολόκληρα μπαλώματα. Τα ρούχα μας και προ παντός οι χλαίνες μας έγιναν σα σανίδες. Τέλος φθάσαμε σ᾿ ένα ξέφωτο κάπως μέσα σε οξιές και σε χιόνια. Με χίλιες προσπάθειες ανάψαμε φωτιά. Αλλά μας πήρε η μέρα κι ο ουρανός καθάρισε. Ξαστέρωσε. Να σβήσουν αμέσως οι φωτιές, γιατί υπήρχε φόβος απ᾿ τ᾿ αεροπλάνα, δόθηκε διαταγή απ᾿ το Σύνταγμα. Το κρύο αφόρητο κι᾿ η ψείρα όργωνε το κορμί μας. Είχε καταντήσει ποια αφόρητη η κατάσταση αυτή.
  Το βραδάκι ξεκινήσαμε με αντικειμενικό σκοπό το Φράσερι. Βαδίζαμε με απόγνωση. Ο δρόμος ήταν φρεσκοσκαμμένος απ᾿ τους Ιταλούς κι απ᾿ τις βροχές, και τα χιόνια τον έκαναν αδιάβατο. Απ᾿ το δρόμο αυτό πέρασαν μεραρχίες ολόκληρες κυνηγώντας τους Ιταλούς κι είχε καταντήσει πολτός, τόσο που τα ζώα βούλιαζαν ως την κοιλιά. Πολλά απ᾿ τα ζώα δεν άντεξαν και ψοφούσαν μεσ᾿ στο δρόμο. Του αφαιρούσαν το φορτίο, και το κουφάρι του έμεινε κει τυμπανιαίο, εμπόδιο στον κάθε κατοπινό στρατιώτη που θα περνούσε από κει.
  Περάσαμε απ᾿ αυτόν το δρόμο της κόλασης και βρεθήκαμε κατ᾿ απέναντι απ᾿ το περιβόητο Φράσσαρι (Φράσερι Π.Κ.). Ο δρόμος - μονοπάτι περνούσε ανάμεσα από δυο τεράστιους βράχους –μάλλον μετεωρίτες ήταν– και κατέβαινε ένα βαθύ χαντάκι που χωρίζει το χωριό στα δυο.
  Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο ν᾿ ασχοληθούμε με την ελληνικότητα της περιοχής. Το χωριό που αναφέρουμε πιο πάνω αριστερά της Μοσχόπολης λέγεται Μπόρια. Είναι δε ελληνικότατο. Στο χωριό αυτό βρίσκεται η εκκλησία της Αναλήψεως με σκαλιστό τέμπλο και δεσποτικό θρόνο. Σε μικρή απόσταση είναι το χωριό Σβέζδα (Σελασφόρος), εξ ου και ο τίτλος της Μητροπόλεως “Ο Κορυτσάς και Σελασφόρου”. Σε μικρή απόσταση απ᾿ αυτό είναι η Μοσχόπολη που το 1760 αριθμούσε 60.000 κατοίκους, Έλληνες το πλείστον. Είναι χτισμένη σε 1.200 μέτρα ύψος και σήμερα αριθμοί 8.000 κατοίκους. Η Μοσχόπολη είναι η πατρίδα του βαρόνου Σϊμωνος Σίνα, και του στρατηγού Κωνσταντίνου Σμολένσκη. […] Στα υψώματα του Μάλι - Κέλκες μείναμε τρία μερόνυχτα. Το χιόνι ήταν ένα γόνα και παγωμένο. Τ᾿ αντίσκηνα τα στήσαμε πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι, και το πρωί που σηκωθήκαμε –σάμπως κοιμηθήκαμε– σα να βγαίναμε μέσα από μαρμάρινους τάφους έδειχνε η όλη κατάσταση. Το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα. Με τι ν᾿ ανάψουμε φωτιές. Ο τόπος γύρω ήταν γυμνός. Μόνο λίγα κοντά κέδρα ήταν και τα βγάλαμε με τα νύχια. Τα ζώα θεονήστικα όπως ήταν έφαγαν στρωματιές απ᾿τα σάγματα κι, έμειναν τα ξύλα απ᾿ τα σάγματα. Αλλά αυτό μόνο; Μεταξύ τους έφαγαν τις χαίτες τους και τις ουρές τους και φαινότανε σαν ξωτικά των παραμυθιών.
Αυτή την εικόνα παρουσίαζε αυτές τις μέρες η βαρυχειμωνιά που μας μάστιζε κι έκανε στρατό και ζωντανά να υποφέρουν. Το χωριό Φράσερι ήταν μακριά μας γύρω στα 2 ½ χιλιόμετρα αλλά, ήταν καταλυμένο απ᾿ την 11η  Μεραρχία κι έπρεπε ν᾿ αποσυρθεί αυτή για να μπούμε στο χωριό εμείς.
  Εδέησε τέλος κι έφυγε η μεραρχία αυτή κι ετοιμαστήκαμε κι εμείς να μπούμε στο χωριό. Ήταν μεσημέρι κι ο Διοικητής του Συντάγματος έδωσε εντολή να δέσουν τις οπλές (τα νύχια) των ζώων με κομμάτια από τσουβάλια για να μη γλιστράνε. Τόση ήταν η παγωνιά!


   Ήταν 2 η ώρα τ᾿ απόγευμα που ξεκινήσαμε και καταλήξαμε να φθάσουμε στον απέναντι μαχαλά του χωριού στις 6 το βράδυ. Πήγαμε σ᾿ έναν τεκέ (Οθωμανικό μοναστήρι) να μείνουμε. Το τι γίνονταν μέσα σ᾿ αυτό το κτήριο δε λέγεται. Πατείς με πατώ σε. Ως και στο ταβάνι του κτηρίου ανέβηκαν φαντάροι να κοιμηθούν, και το αποτέλεσμα ήταν να πέσει. Το κρύο περούνιαζε, η ψείρα όργωνε τα κορμιά μας και μας ρουφούσε λίγο - λίγο το αίμα μας, η πείνα θέριζε.
  Είχαμε τέσσερις μέρες θεονήστικοι. Τα περισσότερα ζώα ψόφησαν. Στην απελπιστική αυτή κατάσταση η Μεραρχία φρόντισε μόνο τα ζώα. Οι μεταγωγικοί έφερναν μόνο κριθάρι και χαρουπάλευρο για τα ζώα (το χαρουπάλευρο τόφαγαν οι στρατιώτες όλο κι εκεί νάβλεπες τους κοιλόπονους απ᾿το μουχλιασμένο χαρουπάλευρο). Ο σταθμός εφοδιασμού ήταν σ᾿ ένα χωριό Μπόροβα, το λέγαν, κοντά στην Ερσένα. Απόσταση 23 μερών πορείας. Σκέψου και συμπέρανε. Περνούσαν δυο φορές το ποτάμι Άψο κι ανέβαιναν το Γολγοθά του Μάλι - Κέλκες σε φρεσκοσκαμμένους δρόμους. Λάσπη και βούρκος, σωστό μαρτύριο. Αν το ζώο σου έπεφτε έπρεπε να το σηκώσεις ή να το παραμερίσεις ν᾿ ανοίξεις δρόμο. Το μαρτύριο του Φράσερι είναι ανομολόγητο. Η φύση την εποχή εκείνη ήταν ο πιο χειρότερος εχθρός. Οι στρατιώτες απ᾿ το κρύο, την απλυσιά, κι απ᾿ την κάπνα της φωτιάς φαίνονταν σα νεκραναστημένοι βρικόλακες. Όπως ήταν μούσκεμα απ᾿ το νερόχιονο οι μανδύες τους κοκάλιαζαν απ᾿ τ᾿ αγιάζι του Κέλπες, και φαίνονταν σα να φορούσαν ρούχα από σανίδια. Απ᾿ τα γένια και τα μουστάκια τους, κρέμονταν παγάκια σαν κρύσταλλα από πολυέλαιο.
Αυτός ο στρατός, μ᾿ αυτά τα χάλια, δε δυσανασχέτησε, δεν αγκομάχησε, δεν λύγισε. Στάθηκε σα βράχος σκληρότερος απ᾿ τ᾿ Αλβανικά κακοτράχαλα βουνά. Με το χαμόγελο στα χείλη ο Έλληνας φαντάρος ήταν προσηλωμένος στο καθήκον του για την πολυπόθητη Πατρίδα. […].
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι ο πόλεμος μαίνονταν. Ο αφέντης, ο Χειμώνας, ήταν σκληρός κι άκαρδος. Παντού είχε απλώσει τον άσπρο πέπλο του κι έσπερνε την απόγνωση και την απελπισιά. Τα ζώα τα θέριζε το κρύο. Πεινούσαν, έτρωγαν μεταξύ τους τις χαίτες τους και τις ουρές τους. Είδα ζώο πεινασμένο να κόβει με τα δόντια του κρέας απ᾿ το μπούτι άλλου ζώου κι εκείνο ανίκανο ν᾿ αμυνθεί απ᾿ το κρύο, δέχονταν το μοιραίο ανυπεράσπιστο.
  Τέλος δόθηκε διαταγή απ᾿ τη μεραρχία να εγκαταλείψουμε το άχαρο αυτό χωριό και να προχωρήσουμε προς τη ζώνη επιχειρήσεων του Β΄ Σώματος Στρατού (ύψωμα 1200 - Κλεισούρα). Πορεία νυχτερινή για το φόβο των αεροπλάνων, και τούτο γιατί όσο προχωρούσαμε πλησιάζαμε στην γραμμή επιχειρήσεων.
   Ξεκινήσαμε απ᾿ το διαβολοχώρι το Φράσερι γύρω στις 3 το απόγευμα. Όσο νύχτωνε τόσο έσφιγγε η παγωνιά και το μονοπάτι που ακολουθούσαμε γλιστρούσε κι αν δεν πρόσεχες μπορούσε να πας και στον τόπο.
  Στην ομάδα Διοικήσεως του Ουλαμού, σαν Υπαξ/κός που ήμουνα, η υπηρεσία μου είχε χορηγήσει και ζώο για ίππευση (άλογο και σέλα). Στην πορεία αυτή το άλογό μου γλίστρησε, και παραπατώντας βρέθηκε σ᾿ ένα χαντάκι κατρακυλώντας γύρω στα 50 μέτρα. Με κόπο πήγα και πήρα τα πράγματά μου, γυλιό και κουβέρτες, κι αυτό το καημένο έμεινε εξιλαστήριο θύμα της φασιστικής θηριωδίας στο παγωμένο ξεροχάντακα του Φράσερι. Η σέλα το χαλινό του κι όλα τα εξαρτήματα της ιπποσκευής έμειναν όπως ήταν σαν αιώνια ευγνωμοσύνη στον αγωνιστή που έπεσε στη μάχη.
Να μην πολυλογούμε, προχωρώντας κατεβαίναμε. Σε μια απότομη στροφή βρεθήκαμε σ᾿ ένα αξέχαστο αλλά και φαντασμαγορικό θέαμα. Νομίσαμε ότι βρεθήκαμε κατ᾿ απέναντι από ηλεκτροφωτισμένη πολιτεία. Φωτιές. Χιλιάδες, πολλές χιλιάδες φωτιές. Ήταν φανταράκια της πρώτης γραμμής με αναμμένες φωτιές στην απυρόβλητη ζώνη του μετώπου. Ζεσταίνονταν. Έσπαζαν κάπως τα μούτρα της παγωνιάς. Κατά τα ξημερώματα φτάσαμε σ᾿ ένα ρεμοχώρι. Άγνωστο πως λέγονταν αλλά ευτυχώς ήταν άδειο και βρήκαμε ευκαιρία να  ζεσταθούμε. Άλλο ποιο σπουδαίο ήταν ότι βρήκαμε αρκετές χορτονομές για τα ζώα τα οποία έπεσαν με τα μούτρα στο φαΐ. Ήταν 24 Δεκεμβρίου (παραμονή Χριστουγέννων). Προσωρινή ανάπαυλα. Ανήμερα Χριστούγεννα, νηστικοί. Ψωμί δεν υπήρχε. Η εφεδρική γαλέτα μοιράστηκε στο Φράσερι. Ήμασταν 13 μέρες νηστικοί. Είχαμε 8 - 10 οκάδες ρύζι και λίπος για μαγείρεμα, αλλά που ξύλα στο Φράσερι. Τώρα ήταν ευκαιρία να μαγειρέψουμε, γιατί και ξύλα που μάλιστα ήταν στεγνά και χώρος ικανός υπήρχε. Μαγειρέψαμε τέλος το μεσημέρι τα Χριστούγεννα ένα ωραίο πιλάφι ζηλευτό με το μαγειρικό λίπος και τον μπελτέ - σάλτσα αλλά ...ανάλατο!! Ποιο πέρα που μέναμε ήταν μια αρβανίτικη οικογένεια και πήγε ένας αξιωματικός μας και ζήτησε λίγο αλάτι κι η απάντηση ήταν στερεότυπη (Ιτσ᾿σκα μπρε) αρνητική.
    Την επόμενη (26-12-40) το σύνταγμά μας φυσικά και ο ουλαμός μας, έμπαινε στο χορό των επιχειρήσεων στα δεξιά της Κλεισούρας, το ύψωμα 1200, Μάλι - Γαρονίν. Αντίσταση από τους Ιταλούς σκληρή και λυσσώδης. Οι ανατολικές προσβάσεις του 1200 είχαν κυριολεκτικά ανασκαφεί απ᾿ το πυροβολικό, τους όλμους και τις βόμβες των αεροπλάνων. Η πρωτοχρονιά μας βρήκε στις επάλξεις του αγώνα, ενός αγώνα διμέτωπου από εχθρό πάνοπλο και από χειμώνα βαρύ κι άγριο. Όλος ο στρατός υπέφερε πολύ, όμως δεν άκουγες αγκομαχητό από κανέναν. Ένα μυστήριο ανεξήγητο και ανεξιχνίαστο κάλυπτε την άνευ προηγουμένου υπομονή των μαχητών του μετώπου.
   Τι να αντιμετωπίσει ο καημένος ο φαντάρος. Τις απανωτές αντεπιθέσεις των Ιταλών που ήταν αρματωμένοι ως τα δόντια ή το κρύο που ξεφλούδιζε τα πρόσωπα. Από πολλούς φαντάρους άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα των κρυοπαγημάτων (πρήξιμο και γαλάζιασμα των ποδιών και ακατάσχετοι πόνοι). Τρίτο κακό ήταν η ψείρα που σου ξελίγωνε τα σωθικά και σου όργωνε το κορμί. Τέλος η πείνα συμπλήρωνε κι αυτή το κακό. [...] 
   Τα τμήματα προχωρούσαν, κι οι προωθήσεις, προ πάντων των πυρομαχικών, γινόταν μέρα και νύχτα. Οι δρόμοι, μονοπάτια κι όχι δρόμοι, ήταν αδιάβατοι απ’ τη λάσπη, κι έτσι καταντούσε μαρτύριο κάθε κίνηση. Στις 6 του Γενάρη, ανήμερα τα Φώτα, σε κάτι αρβανίτικες αγροικίες βρίσκονταν κι᾿ ένα ορθόδοξο εκκλησάκι κι᾿ εκεί τη μέρα αυτή λειτούργησε ο παπάς του Συντάγματός μας. Η μέρα ήταν λιακάδα. Όλως παραδόξως εμφανίστηκαν στο δυτικό ορίζοντα δυο βαριά βομβαρδιστικά. Το τι έγινε τότε δεν περιγράφεται. Ο παπάς έμασε τα άμφιά του που ήταν φορεμένος, και προσπαθούσε να τα κρύψει με τη χλαίνη. Οι συγκεντρωμένοι φαντάροι σκόρπισαν και καλύφθηκαν απ᾿ τα δένδρα. Ευτυχώς δεν βομβάρδισαν αλλά γύρισαν και χάθηκαν πάλι προς δυσμάς. Αυτό το περιστατικό στις 6 του Γενάρη 1941 το έζησα αυτοπροσώπως. Την ίδια πάλι μέρα το απόγευμα, πηγαίνοντας συνοδεία τρόφιμα και πυρομαχικά στο τμήμα μας, μας κυνήγησε ανηλεώς και αδιάκοπα ένα καταδιωκτικό αεροπλάνο πυροβολώντας μας με το μυδράλιο. Αλλ᾿ ευτυχώς ήταν δάσος και καλυφθήκαμε. Αυτές είναι στιγμές αξέχαστες.

Στην πρώτη γραμμή.
     Το δεξιά της Κλεισούρας, το ύψωμα 1200 και η οροσειρά του Μάλι – Γαρονίν, είναι βουνά αφιλόξενα αλλά όχι κακοτράχαλα όπως τα απέναντι βουνά Νεμέρτζισκα και Τρεμπεσίνα γι᾿ αυτό και πνιγόμασταν απ᾿ τη λάσπη. Την οροσειρά αυτή του Μάλι - Γαρονίν τη σκέπασαν με τα κορμιά τους οι Ιταλοί. Κι αν πεις και για πολεμικό υλικό, ακόμα και σήμερα θα βρίσκονται παλιοσίδερα.
     Σ᾿ αυτή την οροσειρά κατ᾿ επέκταση μέχρι την ακροτελευταία ραχούλα του Μάλι - Σπάθαρι εξελίχτηκαν επικοί αγώνες και μάχες ιστορικές για τους Έλληνες φαντάρους του 1940 - ᾿41. Εκεί θριάμβευσε η ελληνική λεβεντιά. Οι αιχμάλωτοι, ουκ ολίγοι, αγελαδών οδηγούντο στα μετόπισθεν. Απλοί φαντάροι, Ιταλοί, κατώτεροι κι᾿ ανώτεροι αξιωματικοί τους αιχμάλωτοι των απλών και φτωχών Ελλήνων, με σμπαραλιασμένο ηθικό γίνονταν καθημερινά το ρεζίλι των πάντων. Πούσαι καημένε Μουσολίνι να δεις τους "ανδρείους" σου σε φάλαγγα κατ᾿ άνδρα να ροβολάν τον κατήφορο στα ελληνικά μετόπισθεν. Οι περίφημοι κένταυροι, οι λύκοι της Τοσκάνης, οι κοκορόφτεροι, οι "ηρωικοί μελανοχίτωνες και χώρια τα φασιστικά τσακάλια οι μελανοχίτωνες, αυτοί που αποτελούσαν την "ανθούσαν και ανδρείαν νεότητα της "Παλαίντε Ντιτάλια" έφθασαν στο έσχατο κατάντημα της αιχμαλωσίας.


 

    Στο Μάλι – Σπάθαρι […] καθίσαμε στο σημείο αυτό γύρω στις 10 - 12 μέρες. Ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά και τρόφιμα γινόταν ζαλίκα απ᾿ το Χάνι – Μπαλαμπάνι που ήταν στα ριζά της βόρειας πλευράς της Τρεμπεσίνας, και προ της ανηφόρας της δημόσιας οδικής αρτηρίας Ιωαννίνων - Κλεισούρας - Βερατίου. Ήταν κεντρικός Ιταλικός ανεφοδιασμός κι᾿ έπειτα κέντρο ανεφοδιασμού του 2ου Σώματος του Ελληνικού Στρατού.

     Προτού όμως επεκταθούμε στην αφήγηση των πολεμικών επιχειρήσεων θα πρέπει να δώσουμε μια εκτενέστερη εικόνα των γεγονότων της γραμμής Γαρονίν - Σούκας. Στα υψώματα Μάλι - Σεβράνι και Μάλι - Τοπόγιαννη - Βαρυμπόπη και Κούκιαρι, οι ιταλικές απώλειες ήταν τόσο καταστρεπτικές σε σκοτωμένους και σε αιχμάλωτους που κατά τις φημολογίες αλλά κι᾿ απ᾿ τα κατοπινά δημοσιεύματα οι απώλειες των Ιταλών στον τομέα αυτό έφτασαν σε 50 - 70%. Στην Τοπόγιαννη το 28ο Σύνταγμα, (δηλαδή το Σύνταγμά μας, 1ο και 3ο Τάγμα κι, ο ουλαμός ο δικός μας) με αιφνιδιασμό αιχμαλώτισαν ένα τάγμα πρωί - πρωί την ώρα της διανομής ροφήματος, ήτοι 285 στρατιώτες και 12 αξιωματικοί. Οι απώλειες αυτές έφεραν σε δύσκολη θέση τους Ιταλούς και το αποτέλεσμα ήταν να διώξει ο Μουσολίνι τον Σοντού και να βάλει σαν αρχιστράτηγο τον Ούγκο – Καβαλλέρο. […] Προχωρώντας την οροσειρά Γαρονίν - Σπάθαρι περάσαμε στο χωριό Χότοβα (ο θεός να το κάνει χωριό. Δέκα οικήματα όλα κι όλα σε άθλια κατάσταση). Σ᾿ αυτό υπήρχαν μερικοί κάτοικοι. Μεταξύ αυτών κι ένας χότζας συνετός κι᾿ έξυπνος. Στο χωριό αυτό υπήρχε κι᾿ ένα εικονοστάσι στ᾿ όνομα της Αγίας Παρασκευής το μοναδικό που συναντήσαμε σ᾿ όλη την Αλβανία.
   Το χωριό Χότοβα, το θυμάμαι ιδιαίτερα γιατί σ᾿ αυτό πέθανε ο άλλοτε άρρωστος φαντάρος που επί 12 μέρες φιλοξενούσα στη σκηνή μου όταν άρχισε η επίθεση στο 1200 ύψωμα. Ήταν ο μόνος που χάσαμε στο τμήμα μας από δυσεντερία γιατί έφαγε!!! Τι λέτε σεις. Έφαγε ρόβι ψημένο στη φωτιά με το κάλυμμα της καραβάνας. Σωστό δηλητήριο. Το μέρος που τον θάψαμε, και σήμερα να πάω εκεί το θυμάμαι. […] Ποιο κάτω απ᾿τη Χότοβα, άλλα πέντε - έξη σπίτια, είναι το χωριό Χότσινα. Εκεί ήταν παραταγμένη μια μοίρα πυροβολικού που αδιάκοπα σφυροκοπούσε τα τρία Αυγά, ένα γηλοφικό σύμπλεγμα που ανάμεσα σ᾿ αυτά περνούσε η οδική αρτηρία Κλεισούρα - Βεράτι. Η μοίρα αυτή ήταν του Ι Συντάγματος Πυροβολικού της Λάρισας. Αντάμωσα πολλούς γνωστούς πυροβολητές (τον Κώστα Καναπίτσα απ᾿ τις Ράχες), τους αξιωματικούς Χοντρόπουλο Θάνο, Μπαμπίλη, Παντίσκο, και το μόνιμο λοχία τότε Λουκά Λίτσο. Ποιό κάτω ήταν το βαρύ πυροβολικό της Λάρισας. Εκεί αντάμωσα τον Κώστα Κατσικαρώνη απ᾿ τη Στυλίδα και το χωριανό μου Μήτσο Ζαγκανά που με φιλοξένησαν. Εμείς κατεβαίναμε ταχτικά στο χάνι Μπαλαμπάκι και παίρναμε βλήματα απ᾿ τον ανεφοδιασμό και τα πηγαίναμε για τα πυροβόλα στη ράχη μας.


   Επανέρχομαι στο Μάλι – Σπάθαρι. […] Το σημείο αυτό είναι πολύ αγναντερό. Μπροστά μας τα χωματοβούνια κατέβαιναν προς το Βεράτι, προς τις ανατολικές του συνοικίες που διακρίναμε. Δεξιά μας στο βάθος το ποτάμι Άψος. Κατ᾿ απέναντι το όρος Τομόρι κωνικό, και κατάλευκο απ᾿ το χιόνι. Μπροστά μας τα τρία Αυγά, και το Μπούμπεσι όπου ήταν η γραμμή των επιχειρήσεων. Στο Χάνι Μπούμπεσι και τρία Αυγά σκοτώθηκε ο Νίκος ο Μπλούνας απ᾿ τον Αχινό εξιλαστήριο θύμα κι᾿ αυτός του φασισμού.
   Αριστερότερα το Σεντέλι, κι᾿ αριστερά μας κατ᾿ απέναντι ο όγκος της Τρεμπεσίνας. Η κατάλευκη Τρεμπεσίνα, καθημερινά δέχονταν τις βόμβες των ιταλικών βαριών βομβαρδιστικών που όργωναν τις άχαρες πλαγιές της. Πάνω στην Τρεμπεσίνα οι Έλληνες μαχητές με καρτερία δέχονταν όχι μόνο τα πυρά του εχθρού που βέβαια ήταν υπολογίσιμα, αλλά και τα πλήγματα του χειμώνα. Τα κρυοπαγήματα αποδεκάτισαν στρατιώτες κι αξιωματικούς. Μεγάλη πανωλεθρία.
   Απ᾿ το Μάλι - Σπάθαρι κατεβήκαμε στις ανατολικές προσβάσεις του Μπούμπεσι για παν ενδεχόμενο, γιατί το έδαφος προσφέρονταν ευνοϊκά στον εχθρό που με μια μαζική έφοδο μπορούσε να καταλάβει το Μπαλαμπάνι. Στις προσβάσεις αυτές μείναμε μέχρι τέλους Φεβρουαρίου, και κάθε βράδυ είχαμε αιφνιδιασμούς με μαζικούς μεγάλους όλμους που τελικά και το κόλπο αυτό εκφυλίσθηκε.
Έτσι στο τέλος του Φλεβάρη η Μεραρχία μας, 15η, πέρασε στην εφεδρεία. Με νυχτερινές πορείες γυρίσαμε μεταξύ Σούκας και Κούκιαρι για ανάπαυση. Εκεί μας βρήκε η μεγάλη επίθεση στις 9 του Μάρτη. Όσοι έζησαν την επίθεση αυτή των Ιταλών είναι αδύνατο να την ξεχάσουν. Ήταν Κυριακή 9 του Μάρτη. Απ᾿ τα χαράματα ακόμα άρχισαν οι εκκωφαντικές εκρήξεις κι᾿ ο καθένας άκουγε σαστισμένος τη γη να βογκάει και, να τρέμει. Όλοι πλέον κατάλαβαν τους σκοπούς του εχθρού.
    Γύρω στα 300 με 350 ιταλικά κανόνια τίναζαν φλόγες και σίδερο κι αυτό κατά της γραμμής μας σε βάθος και πλάτος. Με μανία και επιμονή στα υψώματα 718 και 7311 ο καταιγισμός του πυροβολικού συνοδεύονταν με γενική επίθεση του εχθρού. Οι ελληνικές δυνάμεις βρέθηκαν προ απροόπτου αλλά κράτησαν τη γαλανόλευκη ψηλά. Θα περίμενε κανένας πως κει πάνω στα υψώματα αυτά που τ᾿ ανασκάλεψε με νύχια πυρωμένα το πνεύμα της οργής δε θ᾿ ανάσαινε ψυχή πια ζωντανή. Κι᾿ όμως να! Μέσα απ᾿ τα χώματα, τις πέτρες, τα κομματιασμένα συρματοπλέγματα, τους ξεκοιλιασμένους γαιόσακους αναδεύτηκαν ανθρώπινα όντα σαν ν᾿ ανασταίνονται βρικολακιασμένοι, να σφίγγουν τ᾿ όπλο στο μάγουλο και να ρίχνουν στο ψαχνό του εχθρού γονατίζοντάς τους. Τα πολυβόλα κροτάλιζαν, οι χειροβομβίδες έσπερναν το θάνατο και τα αεροπλάνα σαν τσούχτρες απ᾿ το κουφαλιασμένο πλατάνι έσπερναν το καυτό μολύβι στους υπερασπιστές των 717 και 731. Τα υψώματα 717, 731, και το ύψωμα Μετζγκοράνι είχαν καθίσει στο στομάχι των Ιταλών. Ο ίδιος ο Μουσολίνι που παρακολουθούσε τις επιχειρήσεις αυτές απογοητεύτηκε.


   Αυτά όμως τα υψώματα, το 717, το 731, προ παντός το 731, το Μπρέγκου - Ράπιτ και, το Κιάφε Λουζίτ γνώρισαν τις απανωτές θύελλες των εφόδων των Ιταλών γιατί έφραζαν το δρόμο της καθόδου προς το Χάνι Μπαλμπάνι. Τα τρία απ᾿ αυτά τα υψώματα ήταν δασωμένα κι αποψιλώθηκαν. Έγιναν φαλακρά απ᾿ τα εχθρικά πυρά. Τα χωματοβούνια ισοπεδώθηκαν γιατί η μανία των ανθρώπων παραμόρφωνε το τοπίο του Θεού. Την ημέρα κείνη (ήταν 13 Μαρτίου) η εχθρική ιταλική αεροπορία, έκανε πάνω από 50 βομβαρδισμούς. Αυτό το κακό βάσταξε ως τις 21 του Μάρτη. Στις 22 του Μάρτη κήρυκες του εχθρού με λευκές σημαίες μπροστά στο 731 ζητούσαν εκεχειρία για τη συλλογή των σκοτωμένων, γιατί με τις πρώτες ανοιξιάτικες καλοκαιρίες άρχιζε η αποσύνθεση και η αποφορά.
   Τις τελευταίες μέρες στο δυτικό πρανές του 731 η σφαγή είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Λέγονταν μάλιστα ότι, μόλις ο Ιταλός παπάς αντίκρισε το φαινόμενο των σκοτωμένων έπεσε κι αυτός ξερός απ᾿ τη λαχτάρα του. Πραγματικά το θέαμα μπροστά στο 731 ήταν φρικιαστικό. Πτώματα στοιβαγμένα, διαμελισμένα και παραμορφωμένα με πληγές που έχασκαν.
   Αγκαλιασμένοι, Ιταλοί με Ιταλούς ή και μ᾿ Έλληνες στις αντεπιθέσεις, σκόρπια μέλη κομμένα και θερισμένα απ᾿ το πυροβολικό. Οι μάχες αυτές χαρακτηρίσθηκαν απ᾿ τους κριτές της ιστορίας αγριότερες του θρυλικού Βερντέν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Ιταλοί βιάζονταν για την εκεχειρία αυτή, θέλοντας να εξαφανίσουν το φρικτό θέαμα των πτωμάτων που τσάκιζε το ηθικό του στρατού τους. Οι δικοί μας όμως αρμόδιοι ήρθαν σε διαφωνία κι έτσι τη νύχτα άρχισαν ξανά οι εχθροπραξίες.
   Ο Μουσολίνι –όπως είπαμε  και ποιο πάνω– που προσωπικά παρακολουθούσε τις επιχειρήσεις αυτές απογοητεύτηκε και, αποχώρησε απ᾿ το μέτωπο για να μεταχειριστεί άλλα τεχνάσματα και μεθοδεύσεις για την έκβαση του πολέμου στην Αλβανία.
   Η μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών είχε καταλήξει σε μεγάλη ήττα σε βάρος τους, μπροστά στα μάτια του Μουσολίνι. 12 ιταλικές έκτακτες μεραρχίες με ισχυρά εφόδια και αεροπλάνα είχαν ριχθεί απέναντι σ᾿ έξη μόνο ελληνικές μεραρχίες όλες κι όλες δίχως αεροπλάνα, πεινασμένες, ξεθεωμένες και δεν τους πήραν ούτε σπιθαμή γης. Το φαινόμενο ξέφυγε τα όρια της λογικής και πέρασε στην περιοχή του θαύματος.

Μετόπισθεν –Παραμονές νέων γεγονότων.
     Ο καιρός γλύκανε κάπως. Άνοιξη. Τα χιόνια έλειωναν και τα νερά κατέβαιναν παρασύροντας και τα αίματα των μαχητών που έπεσαν απ᾿ τη μανία του πολέμου στ᾿ άγρια Αλβανικά φαράγγια.
     Το τοπίο της Αλβανίας στεγνό, σκελετωμένο και, τα σκορποχώρια με τις σταχτιές πλάκες στα σπίτια για σκεπή και τους σταχτιούς τοίχους μοιάζουν σα ρημαγμένα αποκαΐδια δάσους. Κι όμως αυτά –όχι βέβαια στο σύνολό του– φιλοξένησαν έστω κι άχαρα, κορμιά βασανισμένα και ταλαιπωρημένα απ᾿ τα κλωθογυρίσματα της άγριας χειμωνιάτικης νύχτας.
     Το χελιδόνι έψαχνε να βρει δένδρο απελέκητο απ᾿ τον πόλεμο για να κλαρώσει. Ευλογία θεού ήταν ο μήνας της Λαμπρής.
     Μετά το άδοξο τέλος της εαρινής επίθεσης των Ιταλών στο Αλβανικό μέτωπο περιορίσθηκαν πλέον στον τοπικό χαρακτήρα επιχειρήσεων. Στο μεταξύ, στον ορίζοντα των Βαλκανίων φάνηκαν βαριά σύννεφα που προμηνούσαν θύελλες και, εξελίξεις. […].


     Ας ξαναγυρίσουμε να ιστορίσουμε πως εξελίχτηκαν τα γεγονότα. Με την εκδήλωση της εαρινής επίθεσης, το Σύνταγμά μας βρίσκονταν στα ημιμετόπισθεν μεταξύ Κούκιαρι και Βαρυμπόπη.
Ήταν Παρασκευή βράδυ, της πέμπτης βδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής. Το βράδυ, στις εκκλησίες ψέλνονταν ο Ακάθιστος Ύμνος στην Υπέρμαχο Στρατηγό μας. Τον ύμνο αυτόν, που είναι συνδεδεμένος με την ιστορία και την ύπαρξη του Έθνους απ᾿ την εποχή του Ηράκλειου ακόμα, αυτόν τον Ακάθιστο ύμνο κι εμείς, όλο το 28ο σύνταγμα, το βράδυ εκείνο ψάλαμε στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, έξω απ᾿ το Κούκιαρι, στο προαύλιό του, κατόπιν εντολής του Δ)τή Συντάγματος. Ο παπάς του Συντάγματος με μια επίλεκτη και καλλίφωνη νεοσυσταθείσα χορωδία εντυπωσίασε το επιτελείο των αξιωματικών ολοκλήρου του Συντάγματος. Δόθηκε ρητή υπόσχεση του Διοικητή πως την επερχόμενη Κυριακή, 6 του μήνα (Κυριακή 5η των νηστειών), θα τελεσθεί κατανυχτική λειτουργία κι όποιοι ήθελαν μπορούσαν να μεταλάβουν κιόλας.
   Η άλλη μέρα, Σάββατο, κύλισε πολύ καλά γιατί ήταν λιακάδα και στο παρακείμενο χαντάκι ανάψαμε φωτιές και με ζεματιστό νερό επιληφθήκαμε του έργου του ξεπατωμού της ψείρας που όσο ο καιρός ζέσταινε, τόσο περισσότερο και ενοχλητικότερα όργωναν τα ταλαιπωρημένα απ᾿ το χειμώνα κορμιά μας. Κατά το μεσημεράκι μας ήρθε το ταχυδρομείο φορτωμένο σε τέσσερα ζώα για όλο το σύνταγμα. Γράμματα, δέματα κι εφημερίδες.
   Γράμματα είχαμε σχεδόν όλοι μας. Εγώ προσωπικά είχα και δέμα με τσιγάρα, κουλούρα κλπ. αλλά προπαντός τσιγάρα. Έγινε η σχετική διανομή απ᾿ το περιεχόμενο του δέματος και η κατάσταση κατέληξε να μείνουμε όπως και πριν. Ώσπου να πάρουμε το συσσίτιο και να καλοφάμε νύχτωσε κι έτσι τρυπώσαμε στ᾿ αντίσκηνά μας.
   Τα γεγονότα εξελίσσονταν με γοργό ρυθμό στη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Η πάνοπλη Γερμανία διέλυσε και κατέλαβε τα Βαλκάνια. Συμμάχησε με τη φασιστική Βουλγαρία κι ήταν έτοιμη να ξεχυθεί προς νότο.

Πόλεμος και με τη Γερμανία.
   Ξημέρωσε Κυριακή 6 Απριλίου 1941. […] Αφού ξαπλώσαμε στης ανοιξιάτικης βραδινής ατμόσφαιρας το βαρύγδουπο λήθαργο, ήρθε στ᾿ αυτιά μας κάποια έντονη συζήτηση σα φιλονικία.
Η προσοχή μας εντάθηκε στην προσπάθειά μας να ξεχωρίσουμε από που ερχόταν ο θόρυβος αυτός. Διαπιστώσαμε ότι ο νυχτιάτικος αυτός σάλος έρχονταν απ᾿ τ᾿ αντίσκηνο των αξιωματικών μας. Τι γινόταν μ᾿ αυτούς. Γιατί η τόση φασαρία; Περίεργο πράμα. Φάγαμε όλο το κρύο του χειμώνα και τώρα που πήρε η Άνοιξη, και προ πάντων τώρα που η κατάσταση γινόταν μαλλιά κουβάρια που θα ᾿πρεπε η ομοψυχία να μας ένωνε ποιο σφιχτά, τώρα εκδηλώνονταν απειθαρχία στην εθνική συνείδηση κι ασέλγεια στο ματωμένο κορμί της Ελλάδας; Εθνικό λάθος αυτό.
Να τι γινόταν. Είχαμε δυο αξιωματικούς. Ο ένας μόνιμος ανθυπολοχαγός, Πετμεζάς Παναγιώτης το όνομά του. Ο άλλος, Αργυρίου Θεόδωρος,  έφεδρος ανθυπολοχαγός πυροβολικού. Και οι δυο τους συνυπεύθυνοι διοικητές του μικρού τμήματός μας (ουλαμού πυροβολικού δύο πυροβόλων των 6,5) που ήταν συνοδεία πεζικού γι᾿ αυτό και ήμασταν στη δύναμη του 28ου Συντάγματος Πεζικού της 15ης Μεραρχίας Αμυνταίου.
   Η επιθετική στρατιωτική σύνθεση ήταν επιτελική απόφαση της τελευταίας προπολεμικής περιόδου. Αυτό είχε συμβεί και στην 8η Μεραρχία στην Ήπειρο και στο ανεξάρτητο τμήμα της Πίνδου. Γι᾿ αυτό και μας επιστράτευσαν σαν επίλεκτους για τη θωράκιση της γραμμής των πρόσω.
   Στους αξιωματικούς λοιπόν αυτούς η προσοχή μας εντάθηκε όταν ακούσαμε να διαφωνούν έντονα για τη Γερμανική, και την Αγγλική θέση. Η ανησυχία μας μεγάλωσε και ύπνος δε μας έπιανε. Τέσσερις λοχίες ήμασταν μαζί με τον επιλοχία και για μια στιγμή είπαμε να δράσουμε κεραυνοβόλα και να τους δέσουμε, γιατί οι θέσεις που έπαιρναν στην έντονη συζήτησή τους ήταν εκτός της ελληνικής πραγματικότητας και πολύ περισσότερο η θέση του Πετμεζά εκδηλωνόταν εχθρική με την άμεση υποστήριξη των Γερμανών.
   Κατά τις 4 η ώρα, ξημερώνοντας η Κυριακή της 6ης Απριλίου, με το σάκο εκστρατείας και με τη χλαίνη στα χέρια, ο Πετμεζάς έφυγε και τράβηξε για την έδρα του Συντάγματος όπου μαζί με τον υπασπιστή του Συντάγματος, τον παπά, το γιατρό (επίατρος) κι᾿ άλλον ένα λοχαγό δήλωσαν ασθένεια κι αμέσως αναχώρησαν για τα μετόπισθεν. Για θεραπεία άραγες; Ασφαλώς όχι. Γιατί απ᾿ τα προηγηθέντα μεταξύ των δύο αξιωματικών μας, το πράγμα ήταν ξεκάθαρο. Συνομωσία ενάντια στην πληγωμένη Πατρίδα. Η προπαγάνδα της Πέμπτης Γερμανικής Φάλαγγας έκανε τη δουλειά της.
Στις 6 πρωινή ώρα οι σαλπιγκτές του συντάγματος σήμαναν συναγερμό. Μάθαμε τα μαντάτα απ᾿ τον ασύρματο του συντάγματος. Το Σύνταγμα κυκλοφόρησε και ενημερωτικά σημειώματα για το ηθικό του Στρατού. Ανέφερε ότι τα οχυρά Ρούπελ - Λίσσε - Ιστίμπεφ κλπ, οχυρά στο Βουλγαρικό μέτωπο, αμύνονται και κατατροπώνουν τον εισβολέα.

     Αμέσως διατάχτηκε γενική κινητοποίηση για την αναχαίτιση τυχόν επιθέσεων των Ιταλών με την κήρυξη του πολέμου με την Γερμανία.
   Το Σύνταγμά μας κάλυπτε τη γραμμή Τοπόγιαννες – Γαρονίν,  και το ύψωμα 1220 δεξιά της Κλεισούρας στη γραμμή που έδωσε τις φονικές μάχες τον περασμένο Γενάρη.
Αμέσως η 15η Μεραρχία, στην οποία υπαγόμασταν, καθώς και το Σύνταγμά μας, 28ο, με ολονύκτιες πορείες –δύο βραδιές– πιάσαμε πάλι τα κορφοβούνια και τα διάσελα του Γαρονίν. Πάλι στις ματ βαμμένες κορφές, σ᾿ αυτές που πριν τέσσερις μήνες με τα χιόνια του Γενάρη κυνηγούσαμε τους Ιταλούς χωρίς να παίρνουμε ανάσα. Τώρα πια είναι άνοιξη. Το κλαρί είναι φουντωμένο, ο αέρας έμοιαζε ανοιξιάτικος αλλά κι᾿ αποπνικτικός απ᾿ τις αναδυόμενες οσμές των προχειροχωμένων πτωμάτων των Γεναριάτικων μαχών. Αλλά επιβάλλεται να γίνει έτσι, γιατί κινδυνεύαμε να μπλοκαριστούμε απ᾿ τον εχθρό κι από νικητές και θριαμβευτές να πιαστούμε αιχμάλωτοι των γελοίων φρατέλων του Μουσολίνι, και να έρθουν οι πρώτοι έσχατοι κι οι έσχατοι πρώτοι.
Η Μεγάλη Βδομάδα μας βρήκε στο Μάλι - Γαρονίν. Στις 13 τ᾿ Απρίλη των Βαΐων, με τη διόπτρα από ένα περίοπτο υψωματάκι διακρίναμε να κατεβαίνουν ολόκληρες κι ατέλειωτες φάλαγγες του εχθρού σαν πεινασμένα στίφη και, να προτείνουν τον ατσάλινο υπεροπλισμό τους, παρατασσόμενοι μπλουκιδών.
   Παρ᾿ όλα αυτά η 11η Μεραρχία που βρίσκονταν δεξιά μας καίτοι συμπτυσσόμενη έπιασε αιχμάλωτο ένα ολόκληρο εχθρικό σύνταγμα (αλπινιστών) μ᾿ όλους τους αξιωματικούς. Διοικητή κλπ. καθώς και τη σημαία τους. Τη δύναμη αυτή του αιχμάλωτου Συντάγματος τη χρησιμοποίησαν οι δικοί μας σαν ασπίδα καλύψεως απ᾿ τον εχθρό, αλλά παρ᾿ όλα αυτά, πάλι η προπαγάνδα της Πέμπτης Φάλαγγας έκανε τη δουλειά της. Ορισμένοι αξιωματικοί πάλι άρχισαν τη διαπολιτική διάβρωση των μονάδων μας. Με τη μέθοδο αυτή άρχισε η αποσύνθεση. Ολόκληρα Συντάγματα διαλύθηκαν κι άρχισε άτακτη υποχώρηση απ᾿ την πρώτη γραμμή για τα μετόπισθεν. Άρχισε η κατάρρευση του ένδοξου Αλβανικού Μετώπου.
   Φεύγαμε απ᾿ το μέτωπο, κι ο νους μας γύριζε πίσω για συντροφιά σ᾿ αυτούς που έμειναν για πάντα στα αφιλόξενα και κακοτράχαλα βουνά της Αρβανιτιάς, σ᾿ αυτούς που η μοίρα και το ριζικό τους έταξε να φυλάνε την τιμή της Ελλάδας.

Οπισθοχώρηση.
   Απ᾿ το σημείο αυτό η μοίρα του ελληνικού στρατού και της Ελλάδας ολόκληρης έπαιρνε άλλο δρόμο δύσβατο και στενωπό, κι᾿ η μοίρα επιφύλασσε πολλά. Ο Γολγοθάς του μαρτυρίου απλώνονταν μπροστά σκοτεινός και αβέβαιος. Ως τα τώρα φυσούσε ο άνεμος της νίκης. Ο ήλιος έλαμπε στον καταγάλανο ουρανό. Κι αυτό θα ήταν δικαιοσύνη. Θα ήταν νίκη του Θεού, που θ᾿ αναπλήρωνε την αδικία και, θα γιάτρευε όλες τις πληγές. Κι᾿ οι νεκροί θ᾿ αναστέναζαν ξαλαφρωμένοι κάτω απ᾿ το χώμα, βλέποντας τον συμπολεμιστή τους να γυρίζει πίσω εκδικητής.
   Τώρα όμως το νόημα της νίκης έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Διαστάσεις διάλυσης. Αυτό διαπίστωσε και η ηγεσία κάποιας μεγάλης μονάδας. Ο κύριος όμως αυτός ξεκίνησε από άλλα ελατήρια όπως θα δούμε ποιο κάτω. Επανέρχομαι όμως στη συνέχεια.
   Αφού άρχισε η διάλυση στις 15 του Απρίλη, Μεγάλη Τρίτη, το βράδυ πάρθηκε η απόφαση της οπισθοχώρησης απ᾿ το ίδιο μέρος. Δηλαδή Φράσαρι, Μάλι - Κελκες, Γέφυρα Άψου  - Μπόροβα, Ερσέκα. Προτού φτάσουμε στη Μπόροβα περάσαμε τον Άψο (ποτάμι με νερό ως το στήθος και πλάτος γύρω στα 30 μέτρα). Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Περνούσαμε έξω απ᾿ την Μπόροβα. Εκεί συναντήσαμε έναν παπά που έσερνε ένα γαϊδουράκι φορτωμένο με πρόσφορα απ᾿ τη λειτουργία της Μ. Πέμπτης και πήγαινε στο διπλανό χωριό. Ξεφόρτωσε το γαϊδουράκι και μας έδωσε από ένα πρόσφορο. Γύρω στα  26 με 27, όσοι ήμασταν.
   Κλαίγοντας μας αποχαιρέτησε λέγοντας: “Σεις καλά φεύγετε εμείς τι θα γίνουμε;” Όταν φθάσαμε στην Ερσένη νύχτωσε. Μπήκαμε στο δημόσιο δρόμο για το Λεσκοβίκι. Βραδιά Μ. Πέμπτης ξημερώνοντας Μ. Παρασκευή. Στις εκκλησιές ψέλνονταν τ᾿ άγια πάθη του Κυρίου κι᾿ ο στρατός οπισθοχωρώντας κουβαλούσε στον ώμο του το Σταυρό της σταυρωμένης Ελλάδας.
   Η παρέα μας στο δρόμο συμφώνησε ν᾿ αγοράσουν ένα σφάγιο (τράγο) και να τον ψήσουν να τον φάνε. Εγώ όμως κι ένας άλλος αρνηθήκαμε λόγω της βραδιάς που ήτανε (ξημέρωνε Μ. Παρασκευή).    Την άλλη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, προτού φθάσουμε στο Λεσκοβίκι βρήκαμε έναν ανεφοδιασμό με κουραμάνα, ελιές, τυριά, τσιγάρα, λίπη κλπ.
Αφού εφοδιαστήκαμε με ότι ήθελε ο καθένας, φύγαμε. Στο Λεσκοβίκι (απ᾿ εκεί κατάγονταν ο πατέρας του Αλή Πασά) δεν πήγαμε. Περνώντας αριστερά το Οθωμανικό νεκροταφείο κατεβήκαμε στα λουτρά Καβάσιλα κι αφού πλυθήκαμε κάπως, ξεκουραστήκαμε.
   Την άλλη μέρα, Μέγα Σάββατο, δεν το κουνήσαμε, γιατί τα γερμανικά στούκας βομβάρδιζαν συνεχώς. Μόλις και μετά βίας περάσαμε μια θολωτή τοξωτή γέφυρα χτισμένη από βράχο σε βράχο στο Σαραντάπορο (παραπόταμος του Ααίου) που ήταν φουρτουνιασμένος απ᾿ τα χιονόνερα και τα βροχόνερα και σούρχονταν ζαλάδα να τον περάσεις.
   Τώρα βρισκόμασταν αντίκρυ στην Κόνιτσα αλλά λουφάξαμε λόγω των βομβαρδισμών. Την άλλη μέρα ήταν Πάσχα, 20 τ᾿ Απρίλη 1941. Πάσχα λοιπόν. “Σήμερα Δέσπω μ᾿ πασχαλιά, σήμερα άσπρη μέρα” αλλά μόνο ... στο τραγούδι. Στην πραγματικότητα η συνέχεια του μαρτυρίου.  Κατά τις 10 η ώρα φθάσαμε στην Κόνιτσα. Στην Ηπειρώτικη αυτή Πολίχνη που τη διακρίνει η προκοπή κι᾿ η πρόοδος. Είδαμε τα νωπά χνάρια της ιταλικής βαρβαρότητας όταν στις αρχές του πολέμου (αρχές Νοεμβρίου 1940) οι ορδές του Μουσολίνι έφθασαν και κατέλαβαν την Κόνιτσα αλλά έφαγαν την κατραπακιά στο Καλπάκι. Μόλις φθάσαμε στην Κόνιτσα στην τότε ανεγειρόμενη Γεωργική Σχολή καθίσαμε γι᾿ ανάπαυση. Τότε πέρασε έφιππος ο στρατηγός Ανδρέας Μεταξάς και μας παρότρυνε να πάμε στην Πρέβεζα να μπαρκάρουμε για Αλεξάνδρεια.
   Όλοι μας αρνηθήκαμε και, αναφερθήκαμε στην εγκατάλειψη που έκανε η ηγεσία του στρατεύματος απέναντι στους στρατευμένους. […]
   Στα πεδία των μαχών τα παιδιά της Ελλάδας έχυναν το αίμα τους κι η πολιτική ηγεσία της Χώρας εισέπραττε επαίνους και συγχαρητήρια για δήθεν επιδέξιους χειρισμούς κι η στρατιωτική ηγεσία με το αίμα των απλών φαντάρων εισέπρατταν εύφημες μνείες, γαλόνια, αστέρια, και μπιχλιμπίδια. Χώρια το χρήμα. Κι ο απλός στρατιώτης τι εισέπραττε; Απλούστατα, τις κακουχίες το κρύο, το άγχος, την ψείρα, τα κρυοπαγήματα, τα τραύματα, την ταλαιπωρία, την πείνα και, τέλος την προδοσία από πολιτικούς και στρατιωτικούς –πλην ελαχίστων– και γεμάτος με  “εθνική ικανοποίηση” γύριζε στο σπίτι του τώρα  “νικητής και τροπαιούχος”. Παρ᾿ όλ᾿ αυτά, το νόημα της 28ης του Οκτώβρη του 1940 προβάλλεται στην Ιστορία της Ελλάδας με το γνώρισμα μιας φυλής ανθρώπων που με πάθος προσδιορίζουν το νόημα της ελευθερίας. Κι᾿ αυτό ακριβώς ήταν που σήμαινε η σάλπιγγα πάνω στα ελληνικά βράχια κείνη τη φθινοπωρινή αυγή.  
   Ο επίλογος για τους Ιταλούς με την εισβολή στην Ελλάδα ήταν ο ακόλουθος. Νεκροί 13.755, τραυματίες 50.874, κρυοπαγημένοι 12.368. αγνοούμενοι 25.067 (τα στοιχεία είναι παρμένα από στατιστικά του ΟΗΕ).

Επιστροφή απ᾿ το Μέτωπο.
    […] περάσαμε τον Πηνειό ποταμό, και βαβίζοντας νυχτώσαμε στο Μαλακάσι. Προμηθευτήκαμε ψωμί και κοιμηθήκαμε στον πάτο του χωριού. Απέναντι προς το βόρειο μέρος περνούσε ο δημόσιος δρόμος Καλαμπάκας - Γιάννενα. Όλη τη νύχτα ατέλειωτες Γερμανικές φάλαγγες προχωρούσαν για Κατάρα - Γιάννενα. Με άλλη παρέα, όπως πάντα, φτάσαμε στο Χάνι Μουργκάνι όπου και η ομώνυμη γέφυρα.
Εκεί ήταν πολύς, πάρα πολύς στρατός. Χιλιάδες μπορώ να πω. Τη γέφυρα την είχαν οι Γερμανοί και δεν άφηναν ούτε μύγα να περάσει. Καθίσαμε εκεί τρεις μέρες σαν αιχμάλωτοι. Η πείνα μας έσφιξε για καλά κι᾿ αναγκαστήκαμε στα παρακείμενα χωράφια να μάσουμε λάχανα να βράσουμε.
   Τέλος τη Δευτέρα μετά του Θωμά, 28 Απριλίου ανά 100 μας άφησαν και περάσαμε τη γέφυρα. Από ᾿κει κατευθείαν στην Καλαμπάκα στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί ο δήμαρχος με δυο κοπέλες του Ερυθρού Σταυρού έδιναν στον κάθε περαστικό φαντάρο μια κουραμάνα, λίγες ελιές, τυρί και τσιγάρα. […] Περνώντας την Καρδίτσα φάγαμε από ένα γιαουρτάκι σκέτο. Κοιμηθήκαμε έξω απ’ την πόλη. Την επόμενη μέρα, Τρίτη 29 Απριλίου, φτάσαμε στο χωριό Κέδρος. Εκεί όλως τυχαία συναντήσαμε ένα συνάδελφο του πυροβολικού που γνωριστήκαμε στη Χότσιστα, στο Μάλι Σπάθαρι της Αλβανίας. Αυτός έπαθε ελαφρά κρυοπαγήματα και ευρισκόμενος σε αναρρωτική άδεια τον πήρε η κατάρρευση και τώρα βρίσκονταν στο μικρό κοπάδι του. Μόλις μας είδε είπε της μάνας του και μας έβρασε γάλα. Έπειτα ζύμωσε ψωμί δυο κουλούρες, και μια κοντά στην άλλη τις έψησε στη γάστρα κι αυτός ο ίδιος έπιασε κι έσφαξε ένα αρνί ίσια με 10 -12 οκάδες και το έψησε. Τον βοηθήσαμε κι εμείς. Μάλιστα προσφερθήκαμε να του το πληρώσουμε κι᾿ αυτός δεν δέχονταν με κανένα τρόπο. […]
    Τέλος ξημέρωσε η τελευταία μέρα της τραγικής πορείας. Ήταν μέρα Παρασκευή 2 του Μάη. Φεύγοντας φτάνουμε στη Στυλίδα. Εκεί χωριζόμαστε με τους Ραχιώτες (Δούκα και Καναπίτσα) και γω μαζί με το Νίκο Αλεξόπουλο απ᾿ την Παλιοκερασιά τραβήξαμε για Άνυδρο. Κατά τις 11 η ώρα το μεσημέρι έφτασα σπίτι χωρίς να βρω τους γονείς μου εκεί. Μόνο τη μεγάλη την αδελφή μου την Κατίνα βρήκα η οποία αμέσως επελήφθη του έργου του ξεψειριάσματος.
   Δεκαεφτά μέρες πορεία απ᾿ την καρδιά της Αλβανίας ως την καρδιά της Ελλάδας τη Ρούμελη που είναι το χωριό μου. Δεν ήταν η σωματική κούραση και η ταλαιπωρία που με βασάνιζαν, αλλά η ψυχική κούραση και κατάπτωση γιατί όλοι οι φωτεινοί ορίζοντες που έδειχναν το μέλλον ξάστερο, με την επερχόμενη εχθρική κατοχή διαλύονταν, και συσσώρευαν μαύρα κι άραχνα σύννεφα έτοιμα να καταποντίσουν κάθε ελληνική ύπαρξη.

  Παραλειπόμενα.

    Η αφήγηση κι η περιγραφή τέλειωσε, αλλά με την παρένθεση αυτή θα δώσω ορισμένες εξηγήσεις απαραίτητες στον αναγνώστη να καταλάβει και να βγάλει το δικό του συμπέρασμα γιατί πολλοί, σχεδόν το σύνολο των μαχητών της Αλβανίας την εκστρατεία αυτή τη θεωρούν άλλοι σαν τυχαία, που η τύχη βοήθησε να φτάσει ο στρατός εκεί που έφθασε, κι άλλοι  ν᾿ αποδίνουν τα γεγονότα στην αντοχή και την οξυδέρκεια που γενικά χαρακτηρίζει τον Έλληνα. Το ιδιάζον Βαλκανικό ιδανικό, χωρίς να ξεχωρίζουν ότι τα στρατευμένα ελληνόπουλα, είχαν κλείσει μέσα στην ψυχή τους με πάθος ιερό το αίσθημα της ελευθερίας και πως για άλλη μια φορά καταμεσής στον εικοστό αιώνα έδωσαν μάχη σκληρή σ᾿ αυτό το χώμα που τα ᾿θρεψε με εθνική ομοψυχία. Αυτές οι αρετές των πολεμιστών στην Αλβανία ανέδειξαν την 28ην Οκτωβρίου σα μέρα αντίστασης κατά του φασισμού. Ο φασισμός με τη βία παλεύει να σταθεί.
   Αξίζει να σημειωθεί το παρακάτω. Όταν ο Ελληνικός Στρατός κατέβαινε απ᾿ την Αλβανία, παρά τις προδοτικές ενέργειες ορισμένων αξιωματικών, έπαιρνε τους δρόμους και τα μονοπάτια για τα σύνορα προς την πατρίδα, αποδεκατισμένος απ᾿ το χειμώνα, την πείνα, την ψείρα και το θανατικό, το ηθικό του το κρατούσε ακμαίο. Μονάχα στα χείλη του διακρίνονταν μια ζάρα πικρή. Η πίκρα της Προδοσίας. […]

Επίλογος και Συμπεράσματα.

Ο Νίκος Μπακόπουλος, ο οποίος μας χάρισε τις Μαρτυρίες, στην εξορία.

   Όλα όσα έχουν γραφεί ποιο πάνω είναι η πραγματική αλήθεια. Μα όμως, κάποιος άλλος νόμος φαίνεται πως όριζε τα πράγματα του κόσμου τούτου. Νόμος που παραφυλάει τον άνθρωπο, τον αναγελάει και τον μαχαιρώνει στην πλάτη.

Νόμος που δικαιώνει ένα θηρίο. Τι τ᾿ όφελος, τα παχιά τα λόγια. Να η αλήθεια αδιάντροπη, ξεστήθωτη και ξετσίπωτη στο δρόμο. Στο δρόμο της ζωής. Μέσα στις λαβωμένες ψυχές των Ελλήνων που ξαγρυπνούσαν πίσω απ᾿ τα τραχιά αξύριστα πρόσωπά τους, μέσα στα γουβιασμένα μάτια τους κλονίζονταν κάτι το βαθύ. Εκεί πάνω ψηλά στο μέτωπο που είχαν αντιπαλέψει μάταια, και που τώρα κυλιότανε κατασπαραγμένος χάμω σα σφαχτάρι, ο κόσμος μονομιάς είχε αδειάσει από νόημα. Έγινε πιο ξένος. Εχθρικός. Ένα πελώριο αίσχος. Όλα πια έχαναν την αξία τους το είναι τους.

   Το αίμα που έσταζε απ᾿ τα κουφάρια των Ελλήνων τα ιερά έγραψε τη σελίδα αυτή της Ιστορίας. Αλλά κι αν ξαναπαραστεί ανάγκη το Ελληνικό Φιλότιμο θα είναι παρόν.
   Η παρούσα αφήγηση τελείωσε στα τέλη του μήνα Απρίλη του 1982 έτους.


                                         ο αφηγητής 
                                         Νίκος Μπακόπουλος
                                         Καραβόμυλος Φθιώτιδας


   

1. Σημειώσεις: Περιγραφή της εαρινής επίθεσης στο ύψωμα 731 ( διάβασε εδώ ).

ΥΓ: Οι φωτογραφίες απ'το μέτωπο πάρθηκαν από το διαδύκτιο.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.