.

«ως πότε παλικάρια»


Οι πολιτικοί άρχοντές μας –«άριστοι» πάντα– και οι κάθε είδους προστάτες τους, όχι μόνο δεν προσπαθούν να διορθώσουν το μπάχαλο που οι ίδιοι δημιούργησαν με τις πολιτικές τους, αλλά αντίθετα διευρύνουν παραγωγικά, διοικητικά, δημογραφικά, θεσμικά κ.α. προβλήματα. Οι κύριοι αυτοί, άλλοι εκ του Harvant προερχόμενοι και άλλοι εξ Εσπερίας, εκτός από την βαθιά κοινωνική κρίση που προκάλεσαν, ευθύνονται για την οικονομική κρίση που άλλους οδήγησε στην ένδεια, άλλους στην ξενιτειά και, σε εθνικό επίπεδο, στην ολοκληρωτική απώλεια της φαινομενικής, της κολοβής εθνικής μας ανεξαρτησίας. Ακόμα χειρότερα. Με σημαία τους την πολιτική του κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία, συρρικνώνουν συστηματικά την Ελλάδα και την Κύπρο. Με το δόγμα της αστικής τάξης η οποία δεν έχει/έχασε εθνικές φιλοδοξίες, «η Κύπρος κείται μακράν», αφαιρείται ένας πρόμαχος του Ελληνισμού. Και, αν πέσει η Κύπρος ο Ελληνισμός θα γονατίσει ιστορικά, και θα διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξή του.

   200 χρόνια, όμως, είναι υπέρ αρκετά για να συγκρίνουμε τις ομοιότητες και τον ρόλο των κοτζαμπάσηδων στον καιρό της τουρκοκρατίας, με τους Μαυρογιαλούρους πολιτικούς. Μας «είπαν ψέματα πολλά» σε όλα αυτά τα χρόνια. και αν δεν σταματήσουμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου τη στιγμή που καταργείται το κράτος δικαίου, ισοπεδώνεται το κράτος πρόνοιας, δεν ισχύει η ισονομία και ξεθεμελιώνεται η ανάπηρη δημοκρατία, αν δεν ξεδιπλώσουμε ξανά «σημαίες και ταμπούρλα», αν δεν αρχίσουμε να ανησυχούμε και να αντισταθούμε ενεργά στον ιστορικό εφιάλτη που είναι ante portas, είναι θέμα χρόνου να μας σκεπάσει η φτερούγα του νέο οθωμανισμού.

    Γιατί, στην ιστορία διαβάζουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι “άρχοντες” πρόθυμα έδωσαν την πατρίδα τους και το λαό τους ως αντάλλαγμα για τη δική τους καλοπέραση και επιβίωση.

 

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Σεπτέμβρης 2021

 

   Ο Τοξότης αναδημοσιεύει, από την ιστοσελίδα www.edromos.gr, ένα κείμενο του Νίκου Σβορώνου που πρωτοδημοσιεύθηκε στά γαλλικά στό περιοδικό L’ autre Grèce, 10, ̓Απρίλιος 1973, μέ τόν τίτλο «La guerre d’ Indépendance». Αναδημοσιεύθηκε στά ἑλληνικά, στό φυλλάδιο τοῦ Μορφωτικοῦ Κέντρου Παρισιοῦ μέ τόν τίτλο «Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821», στίς 25 Μαρτίου 1975, καί στήν ἐφημερίδα Αὐγή, στίς 25 Μαρτίου 1976.

 

Για την Επανάσταση του 1821
του Νίκου Γ. Σβορώνου

Εδῶ καί δύο χρόνια, στήν ἐπέτειο τῶν ἑκατόν πενήντα χρόνων ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, διαβάζαμε στόν παρισινό τύπο διακήρυξη τριάντα τριῶν πολιτικῶν κρατουμένων τῶν φυλακῶν τῆς Αἴγινας, πού καλοῦσε τούς Ἕλληνες «νά ἐμπνευστοῦν ἀπό τό 1821 καί νά ἀποτινάξουν τό ζυγό τῆς δικτατορίας». Τήν ἴδια στιγμή, μέ ἕνα κείμενο πού κυκλοφόρησαν στήν Αθήνα, ἕκατόν τριάντα τρεῖς προσωπικότητες ἐτόνιζαν: «Ἡ λαϊκή ἐξέγερση τοῦ 1821 ἔγινε ἐναντίον τῆς τυραννίας καί ἀποσκοποῦσε νά πραγματοποιήσει ταυτόχρονα καί ἀδιαίρετα τήν ἐθνική ἀνεξαρτησία καί τή λαϊκή κυριαρχία, ξαναζωντανεύοντας τίς πανάρχαιες δημοκρατικές παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων». Ἡ ἐπέτειος αὐτοῦ τοῦ γεγονότος μᾶς ὑποχρεώνει νά ξαναθυμηθοῦμε τόν πραγματικό του χαρακτήρα καί νά ὑπογραμμίσουμε τό ἰδεολογικό του περιεχόμενο.

    Αὐτό τό νόημα δίνουν οἱ σημερινοί Ἕλληνες στόν ἕορτασμό τῶν ἑκατόν πενήντα χρόνων τῆς Ἐπανάστασης, πού γιά μιά ἀκόμα φορά γίνεται τό κατεξοχήν σημεῖο ἀναφορᾶς στήν Ἱστορία τοῦ τόπου. Πράγματι, στήν Επανάσταση ἀναφέρεται τό ἔθνος κάθε φορά πού οἱ περιστάσεις τό παρακινοῦν νά συγκεντρωθεῖ γιά νά καθορίσει τόν προσανατολισμό του καί τή γραμμή πού θά ἀκολουθήσει προσπαθώντας νά ξεπεράσει τά ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά ἐμπόδια πού δυσκολεύουν τήν πορεία του. Γιατί ἡ ἐξέγερση αὐτή, μέ τόν περίπλοκο χαρακτήρα της, πού θά προσπαθήσουμε νά καθορίσουμε, ἀποτέλεσμα μιᾶς μακρόχρονης οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς ἐξέλιξης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, φανέρῶσε στό ἔθνος ὅλα τά οὐσιαστικά προβλήματα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί πού περιμένουν ᾱκόμα καί σήμερα τή λύση τους. Ἡ προσπάθεια, λοιπόν, γιά νά συλλάβουμε τόν χαρακτήρα καί τό νόημα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, νά καταστρώσουμε ἕναν σύντομο ἀπολογισμό τῶν 150 αὐτῶν χρόνων καί νά ἀπαριθμήσουμε τά κυριότερα προβλήματα πού ἀντιμετώπισε τό ἔθνος, τίς ἐπιτυχίες καί τίς δυσκολίες του, νά ποιά εἶναι ἡ κοινή ἀπαίτηση ὅλων τῶν Ἑλλήνων πού βρισκόμαστε πάντα σέ ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας.

 

Τό ἐθνικό πρόβλημα καί οἱ κοινωνικές τάξεις

    Ακόμα καί μιά βιαστική ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς νεότερης Ἑλλάδας δείχνει πώς ἀπό τήν πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἴσως καί πιό πρίν, καί σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ὥς τό 19ο αἰώνα, καί κατά κάποιον τρόπο ὥς καί σήμερα, καίριο πρόβλημα τῶν Ἑλλήνων παραμένει πάντα τό ἐθνικό πρόβλημα. Τό ζήτημα αὐτό ἔχει δύο πλευρές ἐξίσου σημαντικές γιά τούς Ἕλληνες: Τήν ἀπελευθέρωση ὅλων τῶν ἕλληνικῶν ἐδαφῶν, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα κράτος ἐλεύθερο καί κυρίαρχο, ἀλλά καί τήν ἑδραίωση ἑνός ἀνεξάρτητου βίου, δίχῶς ξένες ἐπεμβάσεις. Τά κοινωνικά καί πολιτικά προβλήματα εἶναι, λοιπόν, σφιχτά δεμένα, ὑποταγμένα θά ἔλεγα, στό σημαντικό ἐθνικό αὐτό πρόβλημα πού σημάδεψε γιά πολύ καιρό τήν ἰδεολογία τῶν Ἑλλήνων.

   Πραγματικά, κατά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς Τούρκους καί τή σχετικά γρήγορη σταδιακή ἐπέκταση στά Βαλκάνια (ἡ Μικρά ̓Ασία εἶχε κατακτηθεῖ ἀπό καιρό), οἱ κατακτητές βρέθηκαν μπροστά σέ λαούς μέ ἄρκετά ἐξελιγμένη ἐθνική συνείδηση, πού δέν ἔπαψαν, ὁ καθένας μέ τόν τρόπο του, νά ἀντιστέκονται. Γιά νά περιοριστοῦμε ἐδῶ στήν ἑλληνική διάσταση τοῦ φαινομένου, μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἡ ἐνεργητική καί παθητική ἀντίσταση στόν κατακτητή χαρακτηρίζει ὅλη τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, καί πώς αὐτή ἡ ἀντίσταση παίρνει ποικίλες μορφές, πού προσδιορίζονται κυρίως ἀπό τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες διαβίωσης τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων πού τήν ἐκφράζουν ἤ πού τήν ἐνσαρκώνουν. Ἡ ἑλληνική κοινωνία, ὅπως ἄλλωστε καί κάθε κοινωνία τῆς ̓Ανατολικῆς Εὐρώπης, παρέμεινε κυρίως ἀγροτική, παρατείνοντας τίς κοινωνικές δομές τοῦ Μεσαίώνα ἕως τά μέσα περίπου 200 χρόνια μετά, αναγνώσεις μιας επετείου τοῦ 18ου αἰώνα. Οἱ τοῦρκοι κατακτητές καρπώνονται ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς γῆς, εἴτε ὡς τιμάρια, ζιαμέτια ἤ χάσια, ἕνα εἶδος στρατιωτικῶν φέουδων, εἴτε ὡς τσιφλίκια: γεωργική ἐκμετάλλευση μεγάλης ἕκτασης, πού καλλιεργεῖται ἀπό δούλους ἤ κολίγους.

   Πέρα ἀπό τούς Τούρκους, οἱ ἄρχουσες ὁμάδες τῶν Ἑλλήνων ἧταν: α) ὁ ἀνώτερος κλῆρος, στόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι εἶχαν παραχωρήσει ὁρισμένα προνόμια, καί β) ὁρισμένα κατάλοιπα τῆς βυζαντινῆς ἀριστοκρατίας, συγκεντρωμένα γύρω ἀπό τό Πατριαρχεῖο, πού ἀσκοῦσαν τά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα, ὅσα προορίζονταν γιά τούς λαϊκούς. Αὐτή ἡ τελευταία ὁμάδα εἶχε τή δυνατότητα νά μορφώνεται καί νά μαθαίνει ξένες γλῶσσες, καί ἀπ ̓ αὐτήν στρατολογοῦσε ἡ ὀθωμανική διοίκηση τούς ὑπαλλήλους πού τῆς ἦταν ἀπαραίτητοι γιά τίς ἐξωτερικές ὑποθέσεις. Τούς ἐμπιστευόταν τίς εὐθύνες τοῦ δραγουμάνου τοῦ στόλου, κατόπιν τοῦ δραγουμάνου τῆς Πύλης, πού κατέληξε νά γίνει ὁ πραγματικός ὑπουργός τῶν ̓Εξωτερικῶν τῆς Αὐτοκρατορίας, καί κατόπιν, ἀπό τό τέλος τοῦ 17ου καί κυρίως ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 18ου αἰώνα, τούς ἐμπιστευόταν τή διοίκηση τῶν ἡμιανεξάρτητων παραδουνάβιων χωρῶν. Αὐτή ἡ ὁμάδα ἐξελίχθηκε σέ κλειστή κάστα, τούς Φαναριῶτες. Χάρη στήν κοινοτική αὐτοδιοίκηση πού ἐφάρμοζαν οἱ ̓Οθωμανοί γιά ὅλους τούς ὑπηκόους τῆς Αὐτοκρατορίας, μωαμεθανούς καί μή, σχηματίστηκε σιγά-σιγά στίς ἐπαρχίες ἕνα σῶμα προκρίτων, οἱ δημογέροντες τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, πού λέγονταν κοτσαμπάσηδες, γέροντες, πρωτογέροντες, ἄρχοντες, κτλ. ̓Εκλεγμένοι ἤ διορισμένοι μέ περιορισμένο δημοκρατικό σύστημα, εἴτε τιμηματικό, εἴτε ὀλιγαρχικό, ἀνάλογα μέ τίς περιοχές, κατέληξαν, στίς περισσότερες περιπτώσεις, νά σχηματίσουν μιάν ἄλλη κληρονομική κάστα. Μποροῦμε νά ποῦμε πώς ὅλες αὐτές οἱ κυρίαρχες ὁμάδες ἀποτέλεσαν, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, μιά κοινῶνική τάξη, ἑτερογενές συμπίλημα βέβαια, πού εἶχε ὡστόσο κοινά σημεῖα: τόν ὀργανικό δεσμό μέ τή διοικητική μηχανή τῶν κατακτητῶν• τήν λίγο-πολύ κοινή οἰκονομική βάση (κυρίως ἡ γῆ• τό μεγαλύτερο μέρος πού δέν εἶχε περάσει στα χέρια τῶν Τούρκων τούς ἀνῆκε). Ιδιαίτερα ἡ Ἐκκλησία ἦταν ὁ σπουδαιότερος ἰδιοκτήτης γῆς στήν Αὐτοκρατορία, ἔχοντας ἐπιτύχει νά διατηρήσει τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀγαθῶν πού κατεῖχε στή βυζαντινή ἐποχή. Τέλος, ἕνα σημαντικό τμῆμα τῶν δημοσιονομικῶν ἐσόδων περιερχόταν στήν κατοχή τους, μέσω τοῦ συστήματος ὑπενοικίάσης τῆς ὑπηρεσίας εἴσπραξης τῶν φόρων. Καί οἱ οἰκονομικές ἐπιχειρήσεις ἀκόμα, προνομιακές μερικές φορές, ὅπως τό ἐμπόριο τοῦ Εὔξεινου Πόντου, ἄποτελοῦσαν γιά τίς ὁμάδες αὐτές πηγές πλουτισμοῦ.

   Πλάι σ ̓ αὐτό τό εἶδος τῆς «ἀριστοκρατίας» μέ τά ἰδιότυπα χαρακτηριστικά, ὑπῆρχαν ἐπίσης οἱ ἀστικές ὁμάδες, βιοτέχνες, μικροί ἔμποροι καί τεχνίτες, πού ἦσαν ἄλλωστε διάσπαρτοι σέ πόλεις οἱ ὁποῖες, ἐκτός ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, εἶχαν λιγοστό πληθυσμό, μικρή σημασία, καί, οἱ  περισσότερες, ἡμιαστικό χαρακτήρα. ̓Αφήνουμε ἔξω ἀπό τήν ἀπαρίθμηση ἕναν πολύ μικρό ἀριθμό ἐμπόρων, ἐγκατεστημένων ἀπό τό 16ο αἰώνα στίς ἑλληνικές παροικίες τοῦ ἐξωτερικοῦ καί κυρίῶς στή Βενετία.

   Τόν κύριο ὄγκο τοῦ πληθυσμοῦ ἀποτελοῦσαν οἵ χωρικοί, στήν πλειοψηφία τους ἀκτήμονες. Δουλοπάροικοι, μισακάρηδες ἤ κολίγοι στίς μεγάλες ἰδιοκτησίες τῶν Τούρκων ἤ Ἑλλήνων καθώς καί ἕνας πολύ περιορισμένος ἀριθμός μικροϊδιοκτητῶν, ἐγκατεστημένων κυρίως στίς ὀρεινές περιοχές.

 

Γένεση τῆς ἀστικῆς τάξης

   Μιά βαθιά μεταμόρφωση τῆς ἑλληνικῆς κοινῶνίας συντελεῖται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰώνα. ̓Οφείλεται στήν ὁρμητική ἐπέκταση τοῦ δυτικοῦ ἐμπορίου καί στήν ἄμεση ἀντανάκλασή του στήν ̓Ανατολική Μεσόγειο πού ἐπανακτᾶ, γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε ἐδῶ, μεγάλη οἰκονομική σημασία. Τό γεγονός πού ἑνδιέφερε ἰδιαίτερα τούς Ἕλληνες, εἶναι ἡ μετατόπιση τοῦ ἐμπορικοῦ ἄξονα τῆς Μεσογείου, πού πραγματοποιεἴται αὐτή τήν ἐποχή. Οἱ ἐξεγέρσεις τῶν πασάδων, πού διοικοῦσαν τίς ἀπομακρυσμένες νότιες περιφέρειες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀνάγκασαν τούς Εὐρωπαίους, ̓Ιταλούς, ̓Ολλανδούς, ̓Αγγλους καί Γάλλους νά ἐγκαταλείψουν τά λιμάνια τής Συρίας καί νά ἐγκαταστήσουν τίς ἐμπορικές τους έταιρεῖες βορειότερα. Ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Σμύρνη, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ ̓Άρτα, τά Γιάννενα, τά νησιά τού Αίγαίου, ἀργότερα ἡ Πάτρα, γίνονται τά πιό σημαντικά λιμάνια στή Μεσόγειο. Ὁ νέος έμπορικός ἄξονας λοιπόν περνάει ἀπό τίς ἑλληνικές χώρες. Ὅπως εἶναι φυσικό οί Ἕλληνες, λαός ναυτικός καί ἐμπορικός, ἐκμεταλλεύτηκαν τή συγκυρία αὐτή.

   Αρχικά ύπάλληλοι καί μεσάζοντες τών ξένων ἐμπόρων, διεξάγουν τό ἐσωτερικό ἐμπόριο, διαμετακομίζοντας στά λιμάνια πρός ἐξαγωγή αγαθά άπό τό ἐσωτερικό τής Αὐτοκρατορίας·ἐξελίσσονται σέ ἀνεξάρτητους ἐμπόρους καί πρός τό τέλος τού 18ου καί στήν ἀρχή τού 19ου αἰώνα, τίς παραμονές τής ̓Επανάστασης, ἀνταγωνίζονται πιά τούς ξένους ἐμπόρους.

   Έτσι δημιουργήθηκε καί ἀναπτύχθηκε στήν Ἑλλάδα μιά ἀστική τάξη·μιά νέα τάξη μέ ἰδιότυπο ἐπίσης χαρακτήρα.

   Ποιά στάση κράτησε καθεμιά ἀπό τίς όμάδες αὐτές ἀπέναντι στό καίριο πρόβλημα πού ἔθετε ἡ κατοχή; Δέν ὑπάρχουν ἀπλές καί κατηγορηματικές ἀπαντήσεις. Πρέπει νά ἐρευνήσουμε τό πρόβλημα ἀπό ὅλες του τίς πλευρές καί ἀνάλογα μέ τις ἐποχές, καί συγκεκριμένα: α) Κατά τήν πρώτη περίοδο τής Τουρκοκρατίας ὥς τό 18ο αίώνα· β) Κατά τή δεύτερη περίοδο ὥς από τό 18ο αἰώνα ὥς τήν ̓Επανάσταση τού 1821.

   Πραγματική ήγετική δύναμη τού έθνους ὥς τό 17ο αἰώνα στάθηκε ή Εκκλησία. Γύρω της συγκλίνει ή κωνσταντινουπολίτικη ἀριστοκρατία καί οί πρόκριτοι τής ἐπαρχίας. Τό κοινωνικό αὐτό σύνολο έχει ἐπαμφοτερίζουσα στάση ἀνάλογη μέ τή θέση του μέσα στήν Αὐτοκρατορία. ̓Από τή μιά πλευρά, καθώς ἐξαρτάται ἀπό τούς κατακτητές, στούς ὀποίους όφείλει τήν ἵδια τήν ύπαρξή του καί τά οἰκονομικά του προνόμια, δέχεται τό συμβιβασμό μαζί τους καί ἐκφράζει ἔνα πνεύμα προσαρμογής στίς καινούριες συνθήκες πού δημιούργησε ἡ κατάκτηση. ̓Από τήν ἄλλη, ἡ έθνική συνείδηση, τροφοδοτούμενη ἀπό τήν ἐθνική καί θρησκευτική ἀντιπαράθεση καί άπό τήν κοινωνική καί οἰκονομική καταπίεση πού ἀσκοῦσαν οί Τούρκοι ἀκόμα καί σ’ αὐτά τά προνομιούχα στρώματα, τά ὡθεί συχνά σέ καθαρά ἐπαναστατική συμπεριφορά. ̓Η ̓Εκκλησία ἰδιαίτερα ἐνδιαφερόταν νά διαφυλάξει τήν ὀρθοδοξία, πού ἐκείνη τήν ἐποχή, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, συγχεόταν μέ τό ἔθνος καί μέ τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ὑπηρεσίες της στή λύση τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος εἶναι πολύ σημαντικές. Σ’ ὅλη τήν πρώτη αὐτή περίοδο τῆς προσαρμογῆς στήν κατάκτηση καί τῆς ὀργάνωσης τοῦ ἕθνους βρίσκεται ἐπικεφαλῆς μιᾶς παθητικῆς ἀντίστασης, πού παίρνει συχνά ἐνεργητικότερες μορφές, ἐργάζεται γιά νά περιορίσει τόν ἐξισλαμισμό, δημιουργεῖ παντοῦ σχολεῖα. Ἡ ἰδεολογία της εἶναι βέβαια συντηρητική μά φιλελεύθερη: δέν λείπουν ἄλλωστε καί οἱ ἀνακαινιστές, ὅπως ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Β ́ καί ὁ Κύριλλος Λούκαρις, οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦν στήν ἀνανέωση τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας πού θά ἐκδηλωθεῖ ὅλοφάνερα στό 17ο αἰώνα. Στίς γραμμές τῆς Ἐκκλησίας συγκαταλέγονται οἱ νεομάρτυρες, ἥρωες τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης ταυτόχρονα. Οἱ μεστοί σέ πατριωτικό λυρισμό στίχοι πού διαβάζουμε στήν ἀκολουθία ἑνός νεομάρτυρα τό πιστοποιοῦν:

                              Δέχου, ὦ Τριάς προσκυνητή
                              δέχου, ὦ θεάνθρωπε Λόγε
                              τούς Νεομάρτυρας τούτους
                              οὕς προσάγει σου γένος αἰχμάλωτον
                             ..................
                              καί ἐλευθερίαν ἀντίδος...

   Απέναντι σέ τοῦτο τό εὐέλικτο πνεῦμα ἀναμονῆς καί προετοιμασίας ἀντιτίθεται ἡ αὐθόρμητη ἀντίσταση τῶν χωρικῶν. ̓Από τήν ἀρχή τῆς κατάκτησης δημιουργεῖται ἕνα κίνημα ὁλοένα καί πιό ἰσχυρό ἔξω ἀπό τήν ἑλληνική καί τήν τουρκική διοίκηση. Πρόκειται γιά τό κίνημα τῶν κλεφτῶν. Οἱ κλέφτες ἦταν ἀντάρτες πού γιά νά ἀποφύγουν τήν καταπίεση τῶν τούρκων καί ἑλλήνων ἀφεντάδων κατάφευγαν στά βουνά καί δημιουργοῦσαν ἔνοπλες συμμορίες, πού μάχονταν συνεχῶς τίς ἀρχές καί προστάτευαν τούς χωρικούς. Οἱ ἀρχές, παρά τίς ἐπανειλημμένες προσπάθειες δέν πέτυχαν ποτέ νά τούς ὑποτάξουν καί ὑποχρεώθηκαν συχνά νά συμβιβαστοῦν μαζί τους. ̓Ενσωμάτώσαν ὁρισμένες συμμορίες κλεφτῶν σέ εἰδικό στρατιωτικοαστυνομικό σῶμα, τούς ἁρματολούς, ὅπου ὑπηρετοῦσαν μόνο Χριστιανοί ἐπιφορτισμένοι μέ τήν τήρηση τῆς τάξης στήν ὕπαιθρο. Τό πέρασμα ὅμως ἀπό τήν κατάσταση τοῦ κλέφτη σ’ ἐκείνη τοῦ ἁρματολοῦ, ἤ ἀντίστροφα, ἀποτελοῦσε συνηθισμένο φαινόμενο. Αὐτό τό κίνημα, πού ἐνσαρκώνει τήν ἔνοπλη ἀντίσταση τοῦ ἔθνους καί συγχρόνως τίς κοινῶνικές διεκδικήσεις τῶν χωρικῶν, χωρίς, βέβαια, νά ἔχει κάποια ὀργάνωση σέ ἐθνικό ἐπίπεδο καί χωρίς ξεκάθαρη πολιτική ἤ κοινωνική ἰδεολογία, δέν μποροῦσε νά ἀπειλήσει σοβαρά τήν κατεστημένη τάξη, ἀλλά βοήθησε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο κίνημα γιά νά διατηρηθεί ζωντανή ἡ ἐθνική συνείδηση καί τό πνεῦμα τῆς ἐξέγερσης. [Καί ἀπό ἕνα σημεῖο καί πέρα παίρνει καθαρά ἐθνικό χαρακτήρα – π.χ., στήν περίπτωση τοῦ Βλαχάβα (1808) – (Σ.τ.Μ.: η φράση αυτή δεν υπάρχει στο γαλλικό πρωτότυπο)].

 

Ἡ διάδοση τῶν ἐπαναστατικῶν ἰδεῶν

   Ἡ κατάσταση ἀλλάζει ριζικά ἀπό τό 18ο αἰώνα, κυρίως κατά τή δεύτερη πεντηκονταετία. ̓Άς ξαναθυμηθοῦμε σύντομα τά οὐσιώδη χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἡ Ἐκκλησία διατηρεῖ ἀναμφίθολα μεγάλη δύναμη καί ἀποτελεῖ τό ἠθικό συνεκτικό στοιχεῖο ὅλου τοῦ ἔθνους, ἀλλά ἡ πραγματική πολιτική ἰσχύς, μέσα στά πλαίσια τῆς κατοχῆς πάντα, περνάει στούς Φαναριῶτες καί στούς πρόκριτους,τίς πρῶτες ὁμάδες πού ἀπέκτησαν ἐσωτερική συνοχή καί πού ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος κατεστημένου. Ἡ νέα ἀστική ἐμπορική τάξη ὀρθώνεται τώρα ἑνάντιά τους γιά νά διεκδικήσει καί αὐτή τή θέση της στήν καθοδήγηση τοῦ ἔθνους. Οἱ μηχανορραφίες ἀνάμεσα στούς Φαναριῶτες ἤ τίς πλούσιες οἰκογένειες τῶν προκρίτων καί τῶν ἀνθρώπων τους, πού δέσποσαν στούς περασμένους αἰῶνες, μετατρέπονται τώρα σέ πραγματικές πολιτικές διαμάχες, ἀκόμα καί κοινωνικές, ὅπου παίρνουν ἐνεργό μέρος οἱ συντεχνίες τῶν βιοτεχνῶν, τῶν ἐμπόρων καί τῶν ναυτικῶν, μερικές φορές καί οἱ χωρικοί. Αὐτές οἱ διαμάχες, πού πρέπει νά μελετηθοῦν σέ βάθος, πράγμα πού δέν ἔχει γίνει ὥς τώρα, δέν παρουσιάζουν βέβαια παντοῦ τά ἴδια χαρακτηριστικά· σέ μερικές περιοχές γίνονται ἀληθινές ἐξεγέρσεις ἐναντίον τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν καί καταστέλλονται τελικά μέ τή βοήθεια τῶν Τούρκων. Είναι ἡ περίπτωση τῆς Σάμου (1806-1507), τῆς Ὕδρας (1800-1802) καί τῶν Σπετσῶν. ̓Αλλά στίς περισσότερες περιπτώσεις οἱ διαμάχες αὐτές καταλήγουν σέ συμβιβασμό. Στήν Κωνσταντινούπολη, στά ἀστικά κέντρα τῆς βόρειας Ἑλλάδας, στά Ψαρά, οἱ ᾱστοί ἔγιναν δεκτοί πλάι στούς παλιούς πρόκριτους, στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινότητας.

   Η πνευματική ἀνανέωση, ὁ ὑλικός πλουτισμός καί κάποιο ξεκαθάρισμα τῆς ἰδεολογίας, αὐτό πού ὀνομάζουμε «νεοελληνική ἀναγέννηση», συνοδεύουν αὐτές τίς μεταλλαγές. ̓Ακόμα κι οἱ Φαναριῶτες συνεισφέρουν στή διαδικασία αὐτή. Τό ἰδανικό τους στηριζόταν σέ δύο ἀρχές: δημιουργία μιᾶς εὐλύγιστης καί συμβατικῆς ἠθικῆς ἀλλά συνάμα καί μιά τάση γιά ἀπόκτηση ἐπιστημονικῶν καί τεχνικῶν γνώσεων πού διευκόλυναν τήν πρόσβαση στά ἀξιώματα, πράγμα πού τούς ἀνάγκαζε νά εὐνοοῦν τήν παιδεία, νά ἱδρύουν σχολεῖα καί νά ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ τή δυτική ἐπιστήμη. Τό πνεῦμα ἀνεκτικότητας, ἡ «πεφῶτισμένη δεσποτεία», ἄς ποῦμε, μερικῶν, ἐπέτρεψε γιά κάποιο χρονικό διάστημα ἀκόμα καί τή διάδοση προοδευτικῆς ἰδεολογίας. Τήν ἀπαρχή ὅμως μιᾶς ἀληθινῆς ἀναγέννησης τῆς νεοελληνικῆς σκέψης πρέπει νά τήν ἀναζητήσουμε στά οἰκονομικά κέντρα, πού ἀναδείχθηκαν ἐπίσης σέ πνευματικά κέντρα, τῆς βόρειας Ἑλλάδας καί στίς ἐμπορικές παροικίες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖες πρόσκεινται στή νεαρή ἀστική τάξη. Τό χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς ἀναγέννησης εἶναι πώς στηρίζεται στή συνεχή ἐπαφή τῆς ἑλληνικῆς σκέψης μέ τό δυτικό διαφῶτισμό. Ἡ μελέτη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δέν γίνεται μονάχα γιά χρησιμοθηρικούς λόγους, συμβάλλει στήν ἀνανέωση τῆς θεωρητικῆς σκέψης. Οἱ ἕλληνες διανοούμενοι ἀνακαλύπτουν καί πάλι, ὕστερα ἀπό τόσους αἰῶνες, τόν ὀρθολογισμό τῶν προγόνων τους. Μελετᾶνε ἤ μεταφράζουν Μαλεμπράνς, Λάιμπνιτς, Βόλφ, Λόκ, Σπινόζα, Βολταῖρο, Ρουσσώ, τούς ἐγκυκλοπαιδιστές καί προσπαθοῦν, ἀδέξια μερικές φορές, ἀλλά συχνά μέ ἑπιτυχία, νά προσαρμόσουν τήν καινούρια αὐτή ἰδεολογία στά δεδομένα τῆς χώρας τους. Γιατί, εἶναι εὐνόητο, ὅλη αὐτή ἡ νέα ἰδεολογία περιστρέφεται γιά τούς Ἕλληνες γύρω ἀπό τό ἐθνικό πρόβλημα, πού τίθεται τώρα σέ ἄλλες βάσεις. Γιά πρώτη φορά τό ἐθνικό πρόβλημα ἀπομακρύνεται καί διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ἰδέα τῆς ὀρθοδοξίας χωρίς ὥστόσο νά ἀποχωριστεῖ ἐντελῶς. Σύντομα οἱ ἕλληνες διανοούμενοι καί ἔμποροι, πού ἦταν ἐγκατεστημένοι στά μεγάλα κέντρα τῆς Εὐρώπης, θά διαποτιστοῦν ἀπό τίς ἐπαναστατικές ἤ φιλελεύθερες ἰδέες, πού διαδόθηκαν ἀπό τή Γαλλική ̓Επανάσταση καί τή δημοκρατική Γαλλία. Ἡ ἐθνική ἰδεολογία θά πλουτιστεῖ μέ νέο πολιτικό καί ἰδεολογικό περιεχόμενο. Οἱ ἀντικειμενικοί της σκοποί θά ξεκαθαρίσουν: ἀνάκτηση τῆς ἐλευθερίας καί δημιουργία κυρίαρχου κράτους. Καί ἡ στρατηγική συγκεκριμενοποιεῖται: οἱ Ἕλληνες μόνοι τοὺς πρέπει νά πάρουν τήν πρωτοβουλία τοῦ ἀπελευθερώτικοῦ ἀγώνα. Ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία εἶναι ἔπαναστατικός.

   Μέ λίγα λόγια, ἡ ἑλληνική ἀστική τάξη συμμερίζεται στό σύνολό της τήν ἰδεολογία τῆς δυτικῆς ἀστικῆς τάξης ἐκτός ἀπό μερικές μικροδιαφορές. Τό ἐθνικό της ἰδανικό ἐγγράφεται στό φιλελεύθερο καί πατριωτικό κίνημα πού διαπερνᾶ καί ζωογονεῖ τά ἔθνη τῆς Εὐρώπης καί τῆς ̓Αμερικῆς.
   Ἐξάλλου, ἡ κατάσταση στήν ̓Ανατολή ἔπειθε τούς Ἕλληνες γιά τό πόσο πραγματοποιήσιμη ἧταν αὐτή ἡ νέα ἐθνική ἰδεολογία. ̓Από τή μιά μεριά, οἱ Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ πόλεμος τοῦ 1768-1774 καθώς καί τοῦ 1788-1792, πού ἐγκαινίασαν τό διαμελισμό τῆς ̓Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἔθεσαν οὐσιαστικά τό ̓Ανατολικό Ζήτημα. ̓Από τήν ἄλλη μεριά, ἡ δραστηριότητα τῆς δημοκρατικῆς Γαλλίας καί τοῦ Ναπολέοντα στήν ̓Ανατολή: ́Η κατοχή στά Ἑπτάνησα (1797), ἡ δημιουργία στρατιωτικῶν σωμάτων ἀπό Ἕλληνες καί ̓Αρβανίτες ( ̓Αλβανούς), πού ἔλαβαν μέρος στούς Ναπολεόντειους πολέμους καί στά ὁποῖα ὑπηρέτησαν πολλοί κλέφτες, οἱ μελλοντικοί ἥρωες τῆς Επανάστασης τοῦ 1821. Τέλος, ἡ ἐσωτερική ἀναρχία τῆς ̓Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ διαρκεῖς ἀποστασίες τῶν διοικητῶν στίς περιφερειακές περιοχές (Πασβάνογλου, ̓Αλῆ Πασᾶς καί ἄλλοι) πού ἐπιτάχυναν τήν ἀποσύνθεση.

 

Ἡ ὀργάνώση τοῦ ξεσηκωμοῦ

   Ἔτσι λοιπόν, ὁρισμένες ὁμάδες Ἑλλήνων, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί σέ ἐπαφή μέ τίς στοές τῶν μασόνων, ἄρχισαν νά σχηματίζουν παρόμοια κινήματα μέ προοπτική τήν ἑτοιμασία τῆς ἐθνικῆς ἑξέγερσης. Ὁ Ρήγας Φεραῖος (1757-1798) εἶχε ἀνοίξει τό δρόμο: ἔχοντας κέντρο τήν πλούσια παροικία τῆς Βιέννης διέδιδε τήν ἰδέα τῆς δημιουργίας μιᾶς βαλκανικῆς δημοκρατίας ὑπό τήν ἡγεσία τῶν Ελλήνων. Καταστρώνει τή μεγάλη χάρτα τῆς δημοκρατίας τῶν ὀνείρων του, καί ἐπεξεργάζεται τήν πολιτική της διοίκηση, ἐμπνευσμένη ἀπό τό γαλλικό σύνταγμα τοῦ 1793. Ὁ Ῥήγας παραδόθηκε στούς Τούρκους ἀπό τίς αὐστριακές ἀρχές καί ἐκτελέστηκε στή φυλακή τοῦ Βελιγραδίου μαζί μέ μερικούς ἀπ ̓ τους συντρόφους του.

   Αλλά τό κίνημα συνεχίζεται. ̓Άλλες ὀργανώσεις, πού δημιουργήθηκαν στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα, προεκτείνουν τό ἔργο του. Τό «Ἑλληνόγλωσσον Ξενοδοχεῖον», πού ἱδρύθηκε τό 1809 στό Παρίσι καί ἡ «Ἑταιρεία τῶν Φιλομούσων», πού ἱδρύθηκε τό 1812 στήν ̓Αθήνα καί ὕστερα ἡ «Φιλική Εταιρεία», ἡ πιό σημαντική μυστική ὀργάνωση, πού ἱδρύθηκε στήν Ὄδησσό τό 1814 καί ἔμελλε νά ὀργανώσει γύρω της ὅλες τίς δυνάμεις τοῦ ἔθνους καί νά ἀρχίσει τήν ἐπανάσταση. Παρά τίς διαφορετικές ἀποχρώσεις ἀκόμα καί τίς ἀντιθέσεις πού μπορεῖ κανείς νά παρατηρήσει γενικά ἀνάμεσα σ ̓ αὐτές τίς ὀργανώσεις καί εἰδικά στό ἐσωτερικό τῆς καθεμιᾶς, παρουσιάζουν ὡστόσο ἕνα κοινό βασικά χαρακτήρα. Ἐκεῖνοι πού παίρνουν τήν πρωτοβουλία γιά τήν ἵδρυσή τους εἶναι οἱ ἔμποροι καί οἱ προοδευτικοί διανοούμενοι. Γιά ὅλες αὐτές τίς ὀργανώσεις τό ἰδανικό τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τό ἰδανικό τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας εἷναι συνυφασμένα καί ἁδιαίρετα. Δέν πρόκειται λοιπόν ἐδῶ οὔτε γιά τήν ἐπίσημη ἰδεολογία τῆς Ἐκκλησίας οὔτε τῶν Φαναριῶτῶν σάν κοινωνικῆς ὁμάδας, οὔτε καί τῶν προκρίτων τῶν ἑπαρχιῶν.

   Ἡ Ἐκκλησία, πού στήν ἀρχή εἶναι δύσπιστη, υἱοθετεῖ ἀργότερα καθαρά ἐχθρική στάση ἀπέναντι στίς ἰδέες πού προπαγανδίζουν τήν ἐξέγερση κι ἀπέναντι στήν ἴδια τή φιλοσοφία πού τίς στηρίζει• τέλος ἐγκαταλείπει τήν παλιά της ἀνεκτικότητα. Καταδίκες καί ἀναθέματα τῶν νέων ἰδεῶν καί καταδίωξη τῶν ὁπαδῶν τους διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 18ου αἰώνα. Καταδικάζεται ἡ φιλοσοφία τοῦ Μαλεμπράνς, ἡ σκέψη τοῦ Βολταίρου, οἱ μασόνοι καί οἱ γάλλοι «ἄθεοι», κι ᾱκόμα καταδικάζεται κάθε κίνημα ἐχθρικό πρός τίς τουρκικές ἀρχές οἱ ὁποῖες ἀνακηρύσσονται «νόμιμες». Σέ πολλές περιπτώσεις, οἱ πρόκριτοι τῶν ἐπαρχιῶν συμμετέχουν στήν καταδίωξη τῶν κλεφτῶν, κυρίως μετά τήν ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου στά 1770, πού καταστέλλεται μέ ἀγριότητα. Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἡ επαναστατική ἐπίλυση τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος κερδίζει συνεχῶς ἔδαφος καί προσεταιρίζεται ὀλοένα καί πλατύτερα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐδῶ ἀναμφίβολα μπορεῖ κανείς νά ἐπισημάνει τή σημασία πού εἶχαν οἱ συντονισμένες ἑνέργειες τῆς Ἑταιρείας. Ἔχοντας ἱδρυθεῖ ἀπό μεσαίους ἐμπόρους, δέν ἀπευθυνόταν ἀρχικά παρά σέ φιλελεύθερους διανοούμενους ἐμπόρους καί ἐπιχειρηματίες, στούς πιό γνωστούς κλέφτες, σέ τεχνίτες καί σέ πιό λαϊκά στρώματα. Μόνο γύρω στό 1819, ὅταν φάνηκε πώς ἡ ἑπανάσταση ἦταν ἀναπόφευκτη καί ἐπικείμενη, ἡ Ἑταιρεία ἀνοίχτηκε σέ ἄτομα πού ἀνῆκαν σέ ἄρχουσες ὁμάδες, τούς Φαναριῶτες, τούς προεστούς, τούς ἱερωμένους. Παρά τό ὅτι λείπει ἀκόμα μιά σοβαρή μελέτη γιά τήν κοινῶνική σύνθεση τῆς Ἑταιρείας καί γιά τίς πολιτικές καί κοινωνικές τάσεις πού ἐκδηλώθηκαν στούς κόλπους της, ὡστόσο ὁρισμένες ἐνδείξεις μᾶς ἐπιτρέπουν νά διακρίνουμε τούς διάφορους ἀλληλοσυγκρουόμενους προσανατολισμούς: ἀστικός φιλελευθερισμός, δημοκρατικό ἤ ἐπαναστατικό πνεῦμα, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στούς διανοούμενους, ὀλιγαρχικές τάσεις, μιά στρατηγική πού ὑποστηρίζει τήν ἄμεση ἔνοπλη δράση, μιά δεύτερη στρατηγική ἀναμονῆς, πού τονίζει τήν ἀναγκαιότητα μορφωτικῆς καί πολιτικῆς προετοιμασίας καί τά ἐχέγγυα τῆς ὑποστήριξης ἀπό ξένες δυνάμεις.

   Ὡς πρός τό τελευταῖο αὐτό σημεῖο, Φαίνεται πώς οἱ κυριότερες τάσεις (φιλορωσική. φιλογαλλική, φιλοαγγλική), οἱ ὁποῖες ἐκδηλώθηκαν ἀνοιχτά κατά τήν ἐπανάσταση καί κατά τά πρῶτα χρόνια τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ὑπῆρχαν ἤδη. Ὅλες αὐτές οἱ τάσεις ἀντιστοιχοῦν πράγματι στίς διάφορες ὁμάδες πού συναποτελοῦν τήν ἑλληνική ἀστική τάξη τῆς ἐποχῆς, καθώς κάθε ὁμάδα, τή στιγμή τῆς συγκρότησής τῆς, συνδέεται μέ τή μιά ἤ τήν ἄλλη δύναμη πού ἐμπορευόταν στήν ̓Ανατολή. Γιατί ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς τάξης τῶν ἐμπόρων εἶναι ὅτι δημιουργήθηκε, ὅπως εἴδαμε, χάρη στήν οἰκονομική δραστηριότητα αὐτῶν τῶν δυνάμεων καί ὅτι δέν μποροῦσε ν ̓ ἄποδεσμευθεῖ ἀπό τά ἐμπόδια πού τῆς ἔβαζαν οἱ Τοῦρκοι, παρά ἄν δεχόταν τήν προστασία τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἀπ ̓ αὐτές τίς δυνάμεις.

   Απ’ τήν ἄλλη πλευρά, ἡ εὐρύτατη γεωγραφική κατάτμηση καί οἱ μεγάλες οἰκονομικές ἀνισότητες ἀνάμεσα στά συστατικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς τάξης, οἱ διαφορετικές συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ζοῦσε ἡ καθεμιά τους, εὐνοοῦσαν τήν ποικιλομορφία τῆς πολιτικῆς καί κοινωνικῆς ἰδεολογίας τοὺς. Τό μεγαλύτερο τμῆμα ἐκείνης, πού θά μπορούσαμε νά ὀνομάσουμε μεγαλοαστική τάξη, ἦταν ἐγκατεστημένο στό ἐξωτερικό. Μόνο ἡ μεσαία ἐμπορική τάξη καί οἱ ἐξαρτημένοι ἀπ ̓ αὐτήν μικρέμποροι, παρέμεναν μέσα στή χώρα καί ὑπέμεναν τήν ἄμεση καταπίεση τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καί τίς συνέπειές της. Εἶναι, λοιπόν, φυσικό νά συναντᾶ κανείς μέσα σ ̓ αὐτή τήν τελευταία ὁμάδα ἕνα πιό ριζοσπαστικό πνεῦμα. Μεγάλος ἀριθμός ἀπ ̓ τούς πιό μετριοπαθεῖς σημαντικούς ἐμπόρους, εὐνοοῦν ἕνα συμβιβασμό, μιά συμφωνία συνύπαρξης μέ τίς συντηρητικές ὁμάδες τῶν προυχόντων. ̓Άλλωστε, ἡ ἐλπίδα ὑποστήριξης ἀπ ̓ τή Ῥωσία, μιᾶς δύναμης φεουδαρχικῆς, ἱδρυτικοῦ μέλους τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἐλπίδα πού εἶχαν ἔντεχνα διαδώσει οἱ ἀρχηγοί τῆς Ἑταιρείας, διευκόλυνε αὐτή τή συμφωνία. ̓Αξίζει νά σημειώσουμε, πώς στά 1820 ἐπικεφαλῆς τῆς Ἑταιρείας βρισκόταν ὁ ὑπασπιστής τοῦ Τσάρου, ̓Αλέξανδρος Ὑψηλάντης, καί πώς ἀπό τό 1819 ἀξιόλογος ἀριθμός ἀπό προεστούς καί Φαναριῶτες εἶχαν γίνει μέλη της.

 

Ὁ δύσκολος πόλεμος

   Χάρη στή συγκυρία (ἀποστασίες τῶν πασάδων στίς ἐπαρχίες τῆς ̓Ασίας, ἀποστασία τοῦ ̓Αλῆ Πασᾶ τῶν Ιωαννίνων, ἄνακάλυψη τῶν ἀνατρεπτικῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑταιρείας ἀπό τίς τούρκικες ἀρχές καί ἀπειλή ἄμεσης κατασταλτικῆς δράσης), ὁ πυρήνας τῶν πιό ἀποφασισμένων Φιλικῶν κατόρθωσε νά ὑπερνικήσει τούς δισταγμούς καί νά κηρύξει τήν Επανάσταση. Δέν πρόκειται νά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ σέ γεγονότα γνωστά σέ ὅλους, στά ἀνδραγαθήματα, στόν ἡρωισμό καί τίς θυσίες τῶν ἔπαναστατῶν, τραγουδημένα ἀπό ἕλληνες καί ξένους ποιητές καί δοξασμένα ἀπό τήν τέχνη ὅλων τῶν λαῶν· δέν ἔχουμε ἄλλωστε ἐδῶ οὔτε τό χρόνο οὔτε καί τήν ἱκανότητα. Φτάνει νά θυμίσουμε μέ λίγα λόγια τά πιό βασικά. Στίς 22 Φεβρουαρίου μέ 16 Μαρτίου 1821, ὁ ̓Αλέξανδρος Ὑψηλάντης διέσχιζε τόν Προῦθο, ἔμπαινε στό Ἰάσιο καί ἀνακήρυττε τήν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης στή Βλαχία. Αὐτό τό κίνημα, πού ἀπέτυχε νά προσεταιριστεῖ τόν ντόπιο πληθυσμό, καταπνίχτηκε γρήγορα καί δέ χρησίμευσε παρά σάν ἀντιπερισπασμός γιά τήν Ἐπανάσταση πού ξέσπασε τό Μάρτη τοῦ 1821 στήν Ἑλλάδα. Παντοῦ οἱ Φιλικοί ἔπρεπε πρῶτ’ ἀπ ̓ ὅλα νά ὑπερνικήσουν τούς δισταγμούς τῶν προεστῶν, καί μάλιστα σέ ὁρισμένα νησιά οἰ ἐξεγέρσεις ἐναντίον τους προηγήθηκαν ἀπ ̓ τόν ξεσηκὠμό ἐνάντια στούς Τούρκους. ̓Από τό 1821 ὥς τό 1824 οἱ ἐπαναστατικές δυνάμεις, ἀποτελούμενες ἀπό κλέφτες καί παλιούς ἁρματολούς στήν ξηρά καί νησιώτικα ἐμπορικά πλοῖα, καλά ἐξοπλισμένα, στή θάλασσα, πέτυχαν σπουδαῖες νίκες. Ὁ ἀγώνας, πού ἁπλώθηκε στήν ἀρχή ὥς τόν Ὄλυμπο καί τή Μακεδονία καί στά νησιά τοῦ Αἰγαίου, περιορίστηκε σύντομα στήν Πελοπόννησο, στή Στερεά Ἑλλάδα καί στά πιό κοντινά νησιά τοῦ Αἰγαίου. Μόνο τό 1824, ὅταν μπῆκε στόν πόλεμο ὁ ἀντιβασιλιάς τῆς Αἰγύπτου Μεχμέτ ̓Αλῆς καί ἔστειλε στήν Ἑλλάδα τό γιό του Ἰμπραήμ (με τακτικό στρατό καί μέ σημαντική ναυτική δύναμη, ὀργανώμένο στόλο κατά τά δυτικά πρότυπα), ἡ Ἐπανάσταση πέρασε κρίσιμες στιγμές. Ἡ ἐπανάσταση στήν Κάσσο καί στήν Κρήτη καταπνίχτηκε. Ἡ Πελοπόννησος λεηλατήθηκε δύο χρόνια (1825-1827). Μέ τήν πτώση τοῦ Μεσολογγίου (1826) καί τῆς Ακρόπολης τῆς ̓Αθήνας, οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν κύριοι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας.

   Παρ ̓ ὅλ ̓ αὐτά, οἱ ἐπαναστάτες συνεχίζουν ἀκούραστα τόν ἀγώνα. Ὁ Κολοκοτρώνης στήν Πελοπόννησο. Ὅ Καραϊσκάκης στή Στερεά Ἑλλάδα. Ὁ Μιαούλης κι ὁ Σαχτούρης στή θάλασσα ἐμψυχώνουν τήν ἀντίσταση. Ἐπειδή μιά μελλοντική στρατιωτική λύση φαινόταν ἀβέβαιη, ἡ ̓Αγγλία, ἡ Ρωσία καί ἡ Γαλλία, οἱ δυνάμεις δηλαδή πού εἶχαν ἄμεσο ἐνδιαφέρον γιά το Ανατολικό Ζήτημα, ἀναγκάστηκαν νά παρέμβουν γιά νά βρεθεῖ μιά πολιτική λύση σ ̓ αὐτή τή σύγκρουση πού ἀπειλοῦσε τά οἰκονομικά τους συμφέροντα καί τήν πολιτική ἰσορροπία, τόσο δύσκολο νά ἀποκατασταθεῖ στίς περιοχές τῆς ̓Ανατολικῆς Μεσογείου.

   Πραγματικά, ἡ Ἑλληνική ̓Ἐπανάσταση δέν ὑπῆρξε ἕνα ἀπομονωμένο φαινόμενο. Στά 1820 εἶχαν ξεσπάσει στήν Εὐρώπη καί στή Νότιο ̓Αμερική καί ἄλλα ἐπαναστατικά κινήματα ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ χαρακτήρα. Στή Νότιο ̓Αμερική, οἱ ἀποικίες τῆς Ἱσπανίας ἐξεγέρθηκαν. Οἱ λαοί τοῦ Πεδεμοντίου, τῆς Νάπολης καί τῆς Ἰσπανίας εἶχαν ξεσηκωθεῖ ἐνάντια στόν ἆπολυταρχισμό. Ὅλα αὐτά τά κινήματα κλόνιζαν σοβαρά τίς ἀρχές τῆς νομιμότητας καί τῆς ἰσορροπίας στήν Εὐρώπη ὅπως τίς εἷχε ἐπιβάλει τό συνέδριο τῆς Βιέννης στά 1815 καί ὅπως ἡ Ἱερή Συμμαχία (Αὐστρία, Ρωσία, Πρωσία), ἀκολουθούμενη ἀπό τήν ̓Αγγλία καί τή Γαλλία, ἐννοοῦσε νά διασφαλίσει. Σύμφωνες μεταξύ τους, σ ̓ αὐτό τό σημεῖο, οἱ δυνάμεις κατάφεραν νά καταπνίξουν πολύ γρήγορα τά φιλελεύθερα ἐπαναστατικά κινήματα στή Δυτική Εὐρώπη. ̓Αποδοκίμασαν, ἐννοεῖται, καί τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, πού τή συνέχεαν μέ τά κινήματα αὗτά. ̓Αλλά ἡ ἁμοιβαία δυσπιστία τους καί οἱ βαθιές τους ἀσυμφωνίες στό ̓Ανατολικό Ζήτημα, κυρίως ἀνάμεσα στή Ρωσία καί τή Μεγάλη Βρετανία, δέ διευκόλυναν μιά συνεννόηση γιά τή γραμμή πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν στήν ἀντιμετώπιση τῆς ἑλληνικῆς ὑπόθεσης.

   Τό ζήτημα περιπλεκόταν ἀκόμα πιό πολύ ἀπό τόν εἰδικό καί πολύπλοκο χαρακτήρα τοῦ ἑλληνικοῦ κινήματος. Βέβαια, ἦταν ἕνα κίνημα ἐθνικό: ἀλλά καί κίνημα ἑνός χριστιανικοῦ λαοῦ ἐνάντια στό μουσουλμάνο κατακτητή, τοῦ ὁποίου δέν ἦταν εὔκολο νά ὑποστηριχθεῖ ἡ νομιμότητα. Τέλος, ἦταν κίνημα ἑνός λαοῦ πού σ ̓ ἐκείνη τή ρομαντική ἐποχή καί μόνο τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του εἴχε τόση ὑποβλητική δύναμη πού ξεσήκωσε ὁμόφωνη τήν παγκόσμια κοινή γνώμη, τήν ὁποία οἱ κυβερνήσεις, ἀκόμα καί οἱ πιό ἀπολυταρχικές, ἔπρεπε νά ὑπολογίζουν. Οἱ φιλελεύθεροι ὅλων τῶν χωρῶν, ἐκεῖνοι πού πρῶτοι ξεσήκωσαν αὐτό τό φιλελληνικό ρεῦμα, πρόβαλλαν κυρίως τόν ἐθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος· ὁ ἀγώνας τῶν Ἑλλήνων ἦταν καί δικός τους ἀγώνας καί ἔπαιρνε. χαρακτήρα ἐκδίκησης ἐνάντια στίς ἀντιδραστικές δυνάμεις πού εἶχαν καταστείλει τά εὐρωπαϊκά ἀπελευθερωτικά κινήματα. Οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων πάλι ὀνειρεύονταν τήν ἀνάσταση τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας, ἐνῶ οἱ συντηρητικοί καί οἱ βασιλόφρονες, πού βλέπανε πίσω ἀπ ̓ τήν ἑλληνική ἐξέγερση τίς ραδιουργίες τῶν φιλελεύθερων, ἀπέφευγαν ἀρχικά νά πάρουν θέση ἤ παρέμεναν ἐχθρικοί. Τελικά, ὅμως, ἡ ἑλληνική ὑπόθεση κέρδισε ἕνα μεγάλο τμῆμα τους, προτάσσοντας τό χριστιανικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος, χωρίς ὡστόσο καί νά ἐγκαταλείψουν τήν πολεμική τους ἐνάντια στούς φιλελεύθερους. Ἔτσι, ἡ ἑλληνική ὑπόθεση ἀποτελοῦσε ἕνα θέμα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς διαμάχης ἀνάμεσα στίς ἀνταγωνιζόμενες κοινωνικές δυνάμεις τῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης.

   Δίνουμε παρακάτω δύο κείμενα παρμένα ἀπό τίς φιλοβασιλικές καί συντηρητικές ἐφημερίδες τῆς Γαλλίας, πού μᾶς δίνουν μιά ἰδέα τοῦ κλίματος πού ἐπικρατοῦσε τότε. «Ἔχει, νομίζω, ᾱποδειχτεῖ», καταλήγει ἕνας ἀπ ̓ τούς ἀρθρογράφους,«ὅτι ἡ ἐξέγερση αὐτή ἔχει χαρακτήρα πολύ περισσότερο φιλελεύθερο παρά ἀντιτουρκικό. Εἶμαι κάπως δύσπιστος στούς Νεοέλληνες. Θυμᾶμαι τήν ἀρχαία ἑλληνική ἀπιστία ἴσως ἐδῶ ταιριάζει πάλι νά ποῦμε: Φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας». Ἕνα ἄλλο παρόμοιο ἀπόσπασμα εἶναι πιό εὔγλωττο. Χτυπάει κυρίως τούς φιλελεύθερους, πού ἐνῶ εἶναι λυσσαλέοι ἐχθροί τῆς θρησκείας «παρουσιάζονται τώρα ὑποκριτικά, σάν ὑπερασπιστές τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀγανάκτησή μας πρέπει νά στραφεῖ ἐνάντια στούς φιλελεύθερους, τούς πρωταίτιους τῆς τραγωδίας καί τούς μόνους ὑπεύθυνους γιά τό αἷμα πού χύθηκε». Καί ὁ ἀρθρογράφος συνεχίζει: «Δέ θά ὑποχωρήσουμε. Δέν εὐχόμαστε νά νικήσουν οἱ Ἕλληνες. Στή δικιά τους ἥττα δέ βλέπουμε παρά μόνο τή συρρίκνωση τῆς σφαίρας ἐπιρροῆς τοῦ ἐπαναστατικοῦ πνεύματος καί τῆς διαβολικῆς συνωμοσίας τῶν δικῶν μας ἐπιτροπῶν πού τήν κατευθύνουν, ἐνῶ στό θρίαμβο τοῦ Σουλτάνου βλέπουμε μιά προτροπή γιά ὅλους τούς ἐστεμμένους τῆς Εὐρώπης νά κόψουν ἐπιτέλους τίς κεφαλές τῆς Λερναίας Ὕδρας».


Το Ελληνικό Κράτος

   Οἱ κυβερνήσεις ὅμως ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἤξεραν πολύ καλά πώς ἡ Λερναία Ὕδρα τῆς παγκόσμιας κοινῆς γνώμης καί πολλά κεφάλια εἶχε, ἀλλά καί τή δυνατότητα νά τά ἀναπαράγει. Ἔτσι, ὕστερα ἀπό συνεχή διαβούλια, ἡ Ρωσία, ἡ ̓Αγγλία καί ἡ Γαλλία σύμπηξαν στά 1827 τήν «Τριπλή Συμμαχία», πού ἀνέλαβε νά μεσολαβήσει ἀνάμεσα στούς ἐπαναστατημένους καί στήν Πύλη, μέ σκοπό τήν αὐτονομία τῆς Ελλάδας ὑπό τήν ὑποτέλεια τοῦ Σουλτάνου, καί τή σύναψη ἄμεσης ἀνακωχῆς ᾱνάμεσα στά ἀντίπαλα στρατόπεδα. Ὁ Σουλτάνος ἀπέρριψε τήν πρόταση, κι αὐτό προκάλεσε τήν ἔνοπλη ἐπέμβαση τῶν συμμαχικῶν πλοίων στό Ναυαρίνο (20 ̓Οκτωβρίου 1827) καί τήν ἓξουδετέρωση τοῦ τουρκο-αιγυπτιακοῦ στόλου. Οἱ στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις οὐσιαστικά εἶχαν τελειώσει: ἡ ἑλληνική ὑπόθεση γινόταν πλέον διπλωματικό ζήτημα.

   Ἡ ἥττα τῶν Τούρκων ἀπό τούς Ῥώσους στόν πόλεμο τοῦ 1828, ἐπέβαλε τή συνθήκη τῆς ̓Ανδριανούπολης (1829) μέ τήν ὁποία ἡ Τουρκία ἀναγνώρισε τήν αὐτονομία τῆς Ἑλλάδας. Στήν πρώτη αὐτή ρώσικη νίκη, ἀπάντησε ἡ βρετανική διπλῶματία μέ τό πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου τό 1830, πού πρότεινε τή δημιουργία ἑνός ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, μέ κληρονομική μοναρχία, προστατευόμενο ἀπό τήν ̓Αγγλία, τή Γαλλία καί τή Ρωσία. Μέ τή συνθήκη τοῦ Μαΐου τοῦ 1832, ἡ Πύλη ἀναγνώριζε κι αὐτή τήν ἀνεξαρτησία τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, πού τά ὅριά του θά καθορίζονταν ἀπό τίς προστάτιδες δυνάμεις καί πού θά εἶχε μονάρχη ἕναν χριστιανό πρίγκιπα τῆς ἐκλογῆς τους.

   Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση κατέληξε στήν ἀπελευθέρωση ἑνός ἐλάχιστου τμήματος τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί στήν ἑγκαθίδρυση μιᾶς ἀπόλυτης μοναρχίας.

Δέν ἦταν ἡ λύση πού εἶχαν ὀνειρευτεῖ οἱ πρωτεργάτες τοῦ ἐθνικοῦ ξεσηκωμοῦ. Οἱ πολιτικές τους προοπτικές διαφαίνονται στά ἀλλεπάλληλα συντάγματα, πού ἦταν διαποτισμένα ὅλα ἀπό δημοκρατικό πνεῦμα. Εἶναι εὔκολο νά ἐπικρίνουμε τά τεχνικά ἐλαττώματα αὐτῶν τῶν συνταγμάτων, ἀτέλειες πού ἀναγνωρίζουν ὅλοι οἵ εἰδικοί. Ἡ σημασία τῶν κειμένων αὐτῶν, πού ἄλλωστε οὐδέποτε ἐφαρμόστηκαν, βρίσκεται ἀλλοῦ· εἶναι ὅτι ἐκφράζουν τό ἰδανικό τῆς τεράστιας πλειοψηφίας τοῦ ἕλληνικοῦ λαοῦ, πού ὀνειρευόταν, ἔστω καί ἀκαθόριστα, νά ἐγκαταστήσει ἕνα πολίτευμα πού ἐξασφάλιζε τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ πολίτη, ἕνα κράτος δικαίου, πράγμα πού ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τίς πολυάριθμες μαρτυρίες τῶν ἁπλῶν ἀρχηγῶν τοῦ ἄτακτου στρατοῦ, τῶν κλεφτῶν, καθώς καί τῶν μορφωμένων, ὅπως τοῦ Κοραῆ.

   Αλλά ἀπό τήν ἀρχή τῆς ̓Ἐπανάστασης, οἱ ἐσωτερικές διαμάχες γιά τήν διεύθυνση τοῦ ἀγώνα καί γιά τήν πολιτική ὀργάνωση τοῦ νέου κράτους πού θά δημιουργόταν, διαμάχες πού κατέληξαν σέ πραγματικούς ἐμφύλιους πολέμους, ἔδειχναν πώς ἦταν δύσκολο νά ἐπιβληθεῖ ἕνα φιλελεύθερο πολίτευμα. Οἱ ἐπαναστάτες, οἱ φιλελεύθεροι τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ἀπωθήθηκαν σύντομα ἀπό τίς μετριοπαθεῖς καί συντηρητικές ὁμάδες, πού τό πρῶτο τους μέλημα ἦταν νά καταδείξουν τόν ἐθνικό καί χριστιανικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος, ἀντίθετα μέ τά «δημαγωγικά» καί «στασιαστικά» κινήματα τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἕλληνική ἀστική τάξη πού εἶχε πρωτοστατήσει στήν ἐξέγερση ἦταν ἀδύνατη ἀκόμα, καί ὑποχρεώθηκε νά συμβιβαστεῖ μέ τούς πρόκριτους. Ὅλες οἱ κοινωνικές ὁμάδες ἀναζητοῦσαν στηρίγματα στίς ξένες δυνάμεις μέ τίς ὁποῖες εἶχαν κοινά συμφέροντα. Ἡ ἀπό τά ἔξω λύση γινόταν, ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές, ἀναπόφευκτη.


Ἡ μισοτελειωμένη ἐπανάσταση

    Ὡστόσο, ἡ ̓Επανάσταση, πού ἔβαλε τά πρῶτα θεμέλια γιά ἕνα ἑλληνικό κράτος, ἀποτελεῖ ἀκόμα καί σήμερα μία ἀπό τίς σημαντικότερες στιγμές τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γιατί ἡ σημασία της ξεπερνάει κατά πολύ τά ἑλληνικά πλαίσια. Στάθηκε τό πρῶτο σημαντικό πλῆγμα στίς ὀπισθοδρομικές δυνάμεις τῆς Ἱερῆς Συμμαχίας καί πέτυχε τήν πρώτη νίκη τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἄν ὄχι καί τῶν φιλελεύθερων ἰδανικῶν. Γιά τούς Ἕλληνες ἔθεσε, ὅπως εἴπαμε κιόλας, ὅλα τά οὐσιαστικά προβλήματα πού θά προσδιορίσουν τό μέλλον τους:

   α) Τό πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς ἀπελευθέρωσης. Χρειάστηκε ἕνας αἰώνας τεράστιων θυσιῶν γιά νά ἐπιτύχει ἡ Ἑλλάδα τά σημερινά της σύνορα, ἐνῶ βασανίζεται ἀκόμα ἀπό τό πρόβλημα τῆς Κύπρου.

   β) Στό κοινωνικό ἐπίπεδο, τό οὐσιαστικό πρόβλημα πού ἔθεσε ἡ Επανάσταση, τό πρόβλημα τῶν χωρικῶν, βρῆκε τή λύση του, μερική καί ἀμφισβητούμενη, στόν 20ό αἰώνα μονάχα.

   γ) Στό πολιτικό ἐπίπεδο, καυτό καί ἐπίκαιρο πρόβλημα, μιά γρήγορη ἐπισκόπηση στήν ἐξέλιξη τῆς χώρας μᾶς ἐπιτρέπει νά ἐπισημάνουμε ἕνα θεμελιῶδες δεδομένο, πού ἀποτελεῖ ἴσως τή βάση καί τῆς σημερινῆς κατάστασης. Εἶναι κάποια δυσπιστία ἀπέναντι στό λαό, φόβος, θά ̓λεγα, τῶν ὁμάδων πού κάθε φορά καλοῦνται νά πάρουν τήν πρωτοβουλία γιά νά ἐγκαταστήσουν ἕνα φιλελεύθερο καθεστώς στήν Ἑλλάδα. Ὅλα τά φιλελεύθερα κινήματα στήν Ελλάδα, ἀρχίζοντας ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, περνώντας ἀπό τίς ἐξεγέρσεις τοῦ 1843 καί τοῦ 1862 (πού ἔγιναν γιά νά ἐπιβάλουν τό σύνταγμα καί τό κοινοβουλευτικό σύστημα), ἀπό τό κίνημα τοῦ 1909 (πού ἀποτελεῖ τή νίκη τοῦ φιλελευθερισμοῦ στήν Ἑλλάδα), ὅλα αὐτά τά κινήματα, μέ τά ὁποῖα ἐπιβλήθηκε ἡ ἑλληνική ἀστική τάξη, πραγματοποιήθηκαν ἀπό τό στρατό· οἱ λαϊκές δυνάμεις παραμερίστηκαν προσεκτικά, συχνά καί μέ καταπιεστικά μέτρα. Ἔτσι, ὁ ἑλληνικός πολιτικός κόσμος χρησιμοποιοῦσε τό στρατό σάν δύναμη κρούσης γιά νά ἐπιβάλει τίς ἰδέες του. ̓Από αὐτή τήν ἄποψη, ὁ στρατός ἀποτελοῦσε ἀκόμα ἐθνική δύναμη καί παρέμενε ἐνσωματωμένος στό ἔθνος. ̓Αλλά ἀπό τή δικτατορία τοῦ Γεῶργίου Β ́ καί τοῦ Μεταξᾶ στά 1936, μέ τήν ἀπομάκρυνση τῶν δημοκρατικῶν ἀξιωματικῶν, διαδικασία πού ἔγινε πιό ἔντονη τήν ἐποχή τῆς γερμανικῆς κατοχῆς καί τῶν ἐμφύλιῶν πολέμων πού ἀκολούθησαν, ὁ στρατός αὐτός, ἤ καλύτερα, ἡ ὁμάδα πού διεύθυνε αὐτόν τό στρατό, μεταμορφώθηκε σέ σῶμα πραιτωριανῶν πού δέν εἶχε πιά δεσμούς μέ τό ἔθνος. Γιά μιά ἀκόμα φορά οἱ δισταγμοί τῶν φιλελεύθερων δυνάμεων τοῦ ἐπέτρεψαν νά δράσει γιά λογαριασμό του καί μέ τήν ξένη βοήθεια νά ἐπιβάλει τή δική του δικτατορία. Ἡ ̓Ελλάδα διανύει αὐτή τή στιγμή τήν ἐποχή ἑνός ἐγκληματικοῦ παραλογισμοῦ.

   Άν τά ἱστορικά γεγονότα μᾶς βοηθοῦν νά δοῦμε κάπως καλύτερα τό παρόν, τό δίδαγμα πού μᾶς δίνουν εἶναι ἁπλό καί κοινότυπο. Ἡ δυσπιστία, οἱ κοντόφθαλμοι ὑπολογισμοί, ἡ πολιτικολογία δέ χρησιμεύουν πιά σέ τίποτα. Μονάχα μιά συνολική καί εἰλικρινής συμφωνία ὅλων τῶν δημοκρατικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, στηριγμένη σ ̓ ἕνα στόχο ξεκάθαρο καί ὑπεύθυνα καθορισμένο, πού νά ἐκφράζει τούς βαθύτατους πόθους τοῦ ἕλληνικοῦ λαοῦ, μπορεῖ νά ξαναφέρει τήν ἐλευθερία σ ̓ αὐτόν τόν τόπο. γιατί ἔχει δίκιο ὁ ποιητής:

   «Θέλει ἀρετήν καί τόλμην ἡ ἐλευθερία».

 

 

 <  προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.