Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης / που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο / ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη / που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία, / “Στα σκοτεινά ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας / πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...” / Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. /
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

Ο ΨΩΜΟΖΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
(Τον Ιούνιον του 1831)

Ένας γέρος στρατιώτης με του ζήτουλα τον δίσκο,
Στο ραβδί ακουμβισμένος και με το σακκί στον ώμο,
Έλεγε σ’ ένα παιδάκι που του έδειχνε τον δρόμο•
Μη, παιδάκι μου, μην τρέχης και πολύ οπίσω μνήσκω•
Εσύ είσ’ ευτυχισμένο... τα ματάκια σου τα έχεις,
Γερά έχεις ποδαράκια, κ’ ελαφρό σαν λάφι τρέχεις...
Εγώ έχασα το φως μου στου Μεσολογγιού την πόλι,
Και το ένα μου ποδάρι με το άρπαξε το βόλι.

Πού να είμασθε, παιδί μου;... Είναι νύκτα;... Είναι μέρα;
- Νύκτα είναι... Στο Ανάπλι εζυγώσαμε, πατέρα.
- Στο Ανάπλι! -Κλαίεις, γέρο; -Τα παλιά μου ενθυμούμαι...
Τ’ ήμουν πρώτα, τ’είμαι τώρα στέκουμαι και συλλογούμαι...
Στο Ανάπλι!!! Εγώ πρώτος και με το σπαθί στο στόμα
Πήδησα στο Παλαμίδι•
Από ένα σ’ άλλον βράχο πρώτα ρίπτουμουν σαν φίδι,
Και σηκώνω μόλις τώρα το βαρύνεκρό μου σώμα.

Ετυφλώθηκα. Δεν βλέπω της Ελλάδος τα βουνά,
Κι’ ο ελεύθερός της ήλιος στα ματάκια μου δεν λάμπει...
Δενδροσκέπαστοι, ωραίοι κ’αιματοβρεμένοι κάμποι,
Σ’εσάς τώρα κόσμος άλλος ζωήν ήσυχη περνά.
Εγώ μόνος, για να ζήσω, τρέχω και ψωμοζητώ•
Στα ερημοκλήσια μέσα και στους δρόμους ξενυκτώ.
Παντού είμαι απορριμένος•
Ξένος είμαι στην Ελλάδα, και στο σπήτι μ’είμαι ξένος.

Όλος άλλαξε ο κόσμος, και την σήμερον ημέρα
Τα παιδιά εις την Ελλάδα δεν γνωρίζουν τον πατέρα.
Ταις θυσίαις, τους αγώνας ξέχασαν των παλαιών,
Και τον Πλούτον έχουν όλοι δια μόνον τους θεόν.
Προσπαθώ του κάκου ναύρω έναν φίλο του παλιού μας,
Του ηρωικού καιρού μας.
Άλλοι πέθαναν, και άλλοι ζουν απ’ όλους ξεχασμένοι•
Όπου κι’ αν σταθώ με σπρώχνουν, με περιγελούν οι ξένοι.

Ξένοι, μην περιγελάτε τα χυμένα μου τα μάτια,
Το σπασμένο μου ποδάρι•
Του μεγάλου Μπότζαρή μας ήμουν πρώτο παλλικάρι.
Η παλιά μου φουστανέλλα, όπου βλέπετε κομμάτια,
Χάρισμα του Καραΐσκου, από δόξα με σκεπάζει•
Το σπαθί αυτό που φέρνω στο πλευρό μου κρεμαστό,
Αν δεν ήναι με χρυσάφι και κοράλια σκεπαστό,
Είν’ ενθύμησις φιλίας του Ναυάρχου μας Τομπάζη.

Ήρωες εξακουσμένοι!
Και αν ήσθε πεθαμένοι,
Στην ενθύμησιν του κόσμου, στην ενθύμησίν μας ζήτε•
Πέθαναν, κι’ αν ζουν ακόμα, όσοι άτιμοι πολίται
Εις τους τάφους σας πατούν,
Να κληρονομήσουν όλας τας θυσίας σας ζητούν,
Και αφίνουν της πατρίδος τους πατέρας, τους προμάχους,
Να ψωμοζητούν στας πόλεις και να ξενυκτούν στους βράχους.


 

Η Δυστυχία των Αγωνιστών, του 1821


"Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ήγαπημένε,
Πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε."


Έτσι, εξέφρασε στο επίπεδο μιας καθολικής αλήθειας ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός τον ενθουσιασμό, και την απογοήτευση του ελληνικού λαού από τα ιδανικά του και την προδοσία του από ανθρώπους στους οποίους στήριξε τις ελπίδες του.
Το δίστιχο αυτό, εκφράζει το κλίμα της εποχής όπως αυτό διαμορφώθηκε με την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

"Η ολοκληρωτική αποτυχία της Αντιβασιλείας έλυσε το στρατιωτικό πρόβλημα  με πνεύμα στρατιωτικής κατοχής σε ξένη χώρα, απολύοντας όλα τα ελληνικά στρατεύματα και αντικαθιστώντας τα μ΄ ένα εθελοντικό σώμα στρατολογημένο στη Βαυαρία με γερό μισθό. Μόνο χίλιοι μέχρι χίλιοι διακόσιοι Έλληνες στρατιώτες, μπορούσαν να μπουν στο νέο στρατό και στη χωροφυλακή. Τα μέτρα αυτά άφησαν χωρίς πόρους ζωής δέκα περίπου χιλιάδες παλιούς αγωνιστές του πολέμου της Ανεξαρτησίας, που πολλοί απ΄ αυτούς προέρχονταν από περιοχές που είχαν μείνει έξω απ΄ το ελληνικό κράτος".

Οι αγωνιστές της λευτεριάς με πόνο και αγανάκτηση έβλεπαν, την απότομη και άκαρδη συμπεριφορά των νεαρών υπαλλήλων του νεοσύστατου κράτους απέναντι σε στρατιώτες αγωνιστές που παρουσιάζονταν στις αρχές για διάφορα αιτήματά τους. Η εξάρτηση, με πολλές μορφές, που είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια του αγώνα, εντείνεται στα χρόνια της Απολύτου Μοναρχίας και καλύπτει τους κυριότερους τομείς της δημόσιας ζωής ( οικονομία, νομοθεσία, διοίκηση). Ο απολυταρχικός τρόπος άσκησης εξουσίας, προσπάθεια προσπάθεια να επιβληθούν δυτικά νομοθετικά πρότυπα, ο εκφυλισμός της ελληνικής οικονομίας μέσα από τη δανειοδότηση για την εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων, είναι μερικές από τις συνιστώσες του πλέγματος της εξάρτησης.

Ο Όθωνας και οι βαυαροί, περιφρόνησαν και αγνόησαν τους λαϊκούς αγωνιστές του ΄21 που με το αίμα τους πότισαν το δένδρο της λευτεριάς. Η περιφρόνηση αυτή,( στα πρόσωπο του Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη, Πλαπούτα κ.α.π) θα πάρει μορφή καταδίωξης και φυσικής εξόντωσης. "Έτσι δυσαρεστημένη και αγανακτισμένη έσβησε η τάξη των αγωνιστών με το πέρασμα του χρόνου".

Η απαράδεκτη αυτή πολιτική, εκφράσθηκε ποικιλόμορφα στη λογοτεχνία της εποχής. Οι προοδευτικοί λογοτέχνες αντιστέκονται,  στιγματίζουν την οικονομική εξαθλίωση των αγωνιστών που, ρακένδυτοι ζητιανεύουν για να ζήσουν και μερικοί πεθαίνουν από πείνα στους δρόμους.

 

Ο Αλέξανδρος Σούτσος ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα το 1825. Δεν τον άφησε ο Μιαούλης να πάει στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Αγνός πατριώτης, στάθηκε στύλος ακλόνητος ανάμεσα στις φατρίες, μαστίγωνε, χτυπώντας αλύπητα τους προύχοντες, τους φαύλους πολιτικούς, τους συμφεροντολόγους καπεταναίους και τους ανώτατους κληρικούς. Για τον Σούτσο υπάρχει η Ελλάδα και μόνο γι΄ αυτήν πρέπει να ενδιαφέρεται ο κάθε πατριώτης και κάθε διανοούμενος. Οι "χαμερπείς άνθρωποι" πρέπει να μαστιγώνονται και να ξεσκεπάζονται.

Ψωμοζήτης Στρατιώτης

Απόσπασμα από το "Πανόραμα της Ελλάδος ή Συλλογή Ποικίλων Ποιημάτων" υπό Α. Σούτσου

Στον Ψωμοζήτη στρατιώτη ένας γέρος αγωνιστής, που έχασε το φως του και το ένα του πόδι στην έξοδο του Μεσολογγίου, κυριαρχείται από τις αναμνήσεις των θυσιών και των ηρωικών κατορθωμάτων -των δικών του και των συμπολεμιστών του—, το αποτέλεσμα των οποίων δεν μπόρεσε να το χαρεί και ο ίδιος. όχι μόνο γιατί πρόσφερε την υγεία του στον βωμό της πατρίδας, αλλά και γιατί είναι "παντού απορριμένος"... Με εντυπωσιακά απλούς, αλλά δυνατούς και παραστατικούς στίχους αποδίδει ο Σούτσος την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετεπαναστατικά, όπου όλοι οι απόντες του αγώνα πλούτιζαν άνομα, δρέποντας τους καρπούς των θυσιών του λαού.

 

Οι αντιδράσεις του γέρου αγωνιστή δεν κλιμακώνονται τυχαία.
Ο ποιητής, αρχίζει δίνοντας με σαφή περιγραφή, την εικόνα της σωματικής κατάστασης του άλλοτε ακμαίου αγωνιστή. Με πίκρα και αξιοπρέπεια - ο αγωνιστής - αναφέρεται στη σωματική του εξαθλίωση. Αμέσως, όμως, υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του αιτιολογώντας που έχασε το φώς του (στου Μεσολογγιού την πόλι).

Στις στροφές που ακολουθούν η διαμαρτυρία διαβαθμίζεται. Περνάει από την ατομική στη συλλογική αδικία: αναφορά στην παλιά λεβεντιά και αυτοδυναμία που συνδέονται όχι μόνο με την αγωνιστική ικανότητα, αλλά και την απόλαυση κάθε φυσικής χαράς. Η Αναπηρία, του στερεί το δικαίωμα απόλαυσης κάθε ομορφιάς της φύσης και -πρώτη κοινωνικοπολιτική αιχμή -την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών.

Το ατομικό δράμα γενικεύεται. διεκτραγωδεί το γενικότερο κοινωνικό φαινόμενο, που γεννά τις ατομικές περιπέτειες.

"Τα παιδιά εις την Ελλάδα δεν γνωρίζουν τον πατέρα". Είχε επίγνωση ο ποιητής ότι στίχος αυτός θα ήταν επίκαιρος στις μέρες μας; Εδώ συγκεφαλαιώνεται η βίαια αποκοπή του μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους από το ήθος της επανάστασης και το παραδοσιακό ήθος των καθημερινών σχέσεων.

 

"Και τον Πλούτον έχουν όλοι δια μόνον τους θεόν". Όλοι οι, ηθικά και κοινωνικά, απομακρυσμένοι από το γέρο στρατιώτη αλλοδαποί αλλά και ξενόφερτοι Έλληνες, οι προνομιούχοι κάθε κατηγορίας, αντιπροσωπεύουν ένα ευρύτερο πλαίσιο εξάρτησης που ευνοεί τις εσωτερικές κοινωνικές ανισότητες και την εξόντωση της πολιτισμικής μνήμης, μέσα από τα περιφρονημένα κειμήλια, (παλιά φουστανέλα, αστόλιστο σπαθί), που συνδέονται, όμως, με την ίδια τη ζωή του αγωνιστή. Συνεχίζοντας,

κάνει τιμητική και απελπισμένη αναφορά στους χαμένους συντρόφους του και, ο περήφανος γέρος ξανακλείνεται περήφανος στον ξεχασμένο κόσμο του, χωρίς να αισθάνεται μειωμένος από τις ταπεινώσεις. Για τον γέρο αγωνιστή, οι πραγματικές αιτίες, οι προθέσεις των αντιπάλων του και η ηθική τους αθλιότητα εξηγούνται πολύ καθαρά.

 

Βιβλιογραφία:

1. Πανόραμα της Ελλάδος, ή συλλογή ποικίλων ποιηματίων. Αλέξανδρος Σούτσος. Μέρος πρώτο. Εν Ναυπλίω 1833.

2. Γεωργίου Φίνλεϊ, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. τόμος Α΄, Β΄. Εκδόσεις, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

3. Douglas Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923. Μετάφραση Α. Ξανθόπουλος. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1982.

 

Μάρτης 2012.

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας