Μακρυγιάννης. ενάρετος, τίμιος και γενναίος. "Η ζωή του είναι ένας αέναος και πικρός αγώνας για την λεφτεριά, την αρετή, τη δικαιοσύνη..."

Ο Μακρυγιάννης, προς τους χωροφύλακες που πολιορκούν το σπίτι του.

Ενταύθα συνηθροίσθητε νεκρόν τάχα ή ζώντα / δια να με συλλάβετε, ώ πωλημένα όντα; / Νευρόσπαστα τυραννικά, ξενοκρατίας κλάδοι, /το Έθνος εφαντάσθητε να στείλετε στον άδη./ Οικτείρω την μωρίαν σας, την αθλιότητά σας, / Και την ανοησίαν σας και τα κινήματά σας...

Απόσπασμα από το δράμα "Ο Δημήτριος Καλέργης"

 

"Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ’λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων".

 

Γ. Σεφέρης, από το ποίημα Τελευταίος Σταθμός

Μακρυγιάννης, για τη δυστυχία των Αγωνιστών

 

Η αντιμετώπιση των αγωνιστών του ΄21 από τον Καποδίστρια και τους Βαυαρούς στην καθαρά ιστορική τους πλευρά, διαφοροποιείται. Τα αίτια της συμπεριφοράς στις δυό αυτές περιπτώσεις, ήταν διαφορετικά.
Ο Καποδίστριας, ζητούσε από τους αγωνιστές να ενταχθούν στον τακτικό στρατό που φιλοδοξούσε να δημιουργήσει. Η Αντιβασιλεία, στηριζόταν στον βαυαρικό μισθοφορικό στρατό, ο οποίος πληρωνόταν από την ελληνική κυβέρνηση. Οι Βαυαροί αξιωματικοί είχαν τους ανώτερους στρατιωτικούς βαθμούς, γεγονός που δυσαρέστησε τους Έλληνες μαχητές της Ανεξαρτησίας και αύξησε την εναντίον τους αντιπάθεια. Οι οπλισμένοι ντόπιοι αγωνιστές της Επανάστασης διαλύθηκαν, με βασιλικό διάταγμα της 2/14 Μαρτίου 1833, και «που κατά τον Κασομούλη κατασπάραξε τις καρδιές όλων των αγωνιστών».

"Οι τελευταίοι αυτοί, αφού μάταια ζητούσαν να αποκατασταθούν στα λεγόμενα εθνικά κτήματα -δηλαδή στα κτήματα εκείνα που τα εγκατέλειψαν φεύγοντας οι Τούρκοι τσιφλικάδες και τα μισά από τα οποία τα είχαν τώρα ιδιοποιηθεί οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες-, αναγκάζονταν να γίνουν ληστές -γεγονός που οδηγούσε τελικά στην εξόντωση τους-, ξεσηκώνοντας τους αγρότες εναντίον των Βαυαρών, ή να καταφύγουν στις τουρκοκρατούμενες περιοχές". Οι στόχοι επομένως της επανάστασης του '21, οι προσδοκίες και τα ιδανικά της είχαν προδοθεί, και η απαράδεκτη αυτή κατάσταση εξώθησε το Μακρυγιάννη στην αναθεώρηση της πολιτικής του τοποθέτησης απέναντι στην Αντιβασιλεία, στην αναίμακτη επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, και στην κατάλυση της απολυταρχίας.

 

Δείγμα του ηθικού ζητήματος -αντιμετώπισης των αγωνιστών- μας δίνει ο Μακρυγιάννης στα "Απομνημανεύματά" του, σε μια ρεαλιστική περιγραφή ενός περιστατικού του Αγώνα:
"Θα σας ειπώ κι’ ένα γενναίον πολύ περιστατικόν: Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λένε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στην χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι εδικοί μας όλοι κι’ εμείς φκιάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινε μόνος του κλεισμένος. τόφυγαν οι συντρόφοι του κι’ έμεινε μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους. κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά. και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιά ήρθε εκεί οπού ήμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι. με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι εδικοί μας και ήταν ο γιατρός. και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόραψε την κοιλιά. Και τράβησε ο καημένος κοντά ένα χρόνον να γιατρευτή. Γέρευε και πάλε ξηλώνεταν, κι’ έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλιά οπούταν η πληγή. Και ζη τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη.

.... . Οι αγωνισταί δυστυχούν. Των σκοτωμένων τις φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε, σα να λέμε ο Βελήπασας, ο Μουχτάρ-πασάς, ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες Μισολογγίτισσες κι’ από άλλα μέρη (τις λευτέρωσαν οι φιλάνθρωποι) και διακονεύουν εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους. Των αγωνιστών οι άνθρωποι διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσου εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτήνοι σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν. Από όλα αυτά, καημένη πατρίδα, δεν θα σωθούνε τα δεινά σου, ότι σιδερώνουν την αρετή [= «βάνουν την αρετή στα σίδερα», καταδυναστεύουν τους αγαθούς] εκείνοι οπού σε κυβερνούσαν και σε κυβερνούν, και τώρα κατατρέχουν το δίκαιον και την αλήθειαν και με ψέματα θέλουν και με σπιγούνους να σε λευτερώσουνε. μήτε τώρα είσαι καλά, μήτε δια τα μέλλοντά σου, με τους ανθρώπους οπού σε τριγυρίζουν, πολιτικούς, σπιγούνους και τοιούτους αξιωματικούς".

 

Σε άλλο σημείο ο Μακρυγιάννης με λίγα μεστά λόγια αναφέρεται στην κοινωνική αντίθεση που είχε δημιουργηθεί αργότερα (στα 1833) ανάμεσα στους άρχοντες και στους αγωνιστές του '21: "-και σ’ αυτήνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι [=μας κοίταζαν] από μακριά, όταν κιντυνεύαμεν. Μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γης, την αγόρασαν από ΄να γρόσι το στρέμμα, και βάλαν εμάς με τ’ αλέτρι και τραβούμεν το γενί [=το υννί] και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκαλα, και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους, και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι, και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια".

Η κοινωνική όραση του Μακρυγιάννη παρακολουθώντας τα δρώμενα, βλέπει ότι η εξουσία όχι μόνο δεν θέλει να αναλάβει τις ευθύνες της αλλά και απαλλάσσεται από τις συνέπειές  με τον γνωστό και πολύ αποτελεσματικό για την επιβίωσή της τρόπο. Αμέσως πριν τις 3 Σεπτέμβρη 1843, στο διάστημα, δηλαδή, της μύησης και της προετοιμασίας για την επανάσταση μας λέει στα "Απομνημονεύματά" του για τη συνάντηση που είχε στο σπίτι του με τον Μήτρο Ντεληγιώργη: "μιλάει για τα δεινά της πατρίδας, για την εγκατάλειψη και τις περιπέτειες των αγωνιστών, για τις αδικίες που γίνονται", και λέγει τα ακόλουθα: "Να το πιούμεν [sic. το κρασί] εις συχώριον εκείνων οπού σκοτώθηκαν διά την πατρίδα παράγωρα [= προώρως] κι’ άφησαν χήρες γυναίκες κι’ αρφανά παιδιά, οι γριές των σκοτωμένων διακονεύουν, οι νιές -στανικώς τους πατούνε την τιμή τους. όσοι αγωνισταί μείναν, οι περισσότεροι νηστικοί και δυστυχισμένοι, μην υποφέρνοντας την δυστυχίαν πάνε λησταί και τους πιάνει η δικαιοσύνη με την δύναμή της, βάνει την τζελατίνα και τους κόβει. Και γιομάτες οι φυλακές του Κράτους. Πιε, του λέγω, είναι δια την τζελατίνα και παλούκι των αγωνιστών, εκεινών οπού τους αδικούνε και χάθηκαν, το άνθος της πατρίδος! Και θα τους χρειαστή μια ημέρα και η πατρίδα κι’ ο Βασιλέας. Θυμήσου τι τραβήσαμεν κι’ εμείς οι δυο. Δεν αδίκησαν εσένα, όταν γύρευαν να σε βάλουν υποταματάρχη εις την οδηγίαν του Κουτζονίκα και μάλωσα δι’ αυτό και δια άλλους με τον Αγιντέκ και με τ’ άλλα τα μέλη της Αντιβασιλείας; Και μας έστειλαν 'πιτροπή εσένα κι’ εμένα να οργανίσουμε τους αγωνιστάς -και να τους δώσουμε μιστόν δώδεκα γρόσια; Τι θα τόκανε αυτό το μισό τάλαρο εκείνος ο καταπληγωμένος αγωνιστής. αυτός να ντυθή, η γυναίκα ή τα παιδιά του ή οι γέροι οι γονέοι του; Διά τους αγωνιστάς και χήρες κι’ αρφανά και δια κείνους οπού θυσίασαν το εδικό τους εις τον αγώνα της πατρίδος, και ήτον νοικοκυραίοι και τώρα είναι διακονιαραίοι, δεν έχει ψωμί η πατρίδα δι’ αυτούς όλους, είναι φτωχή, και δια τον Αρμασπέρη έχει, οπούρθε ψωριασμένος κόντης κι’ έφυγε μ’ ένα μιλιούνι τάλαρα κι’ αγόρασε εις την πατρίδα του έναν τόπον και τον έβγαλε «Ελλάς» και μουτζώνει εμάς τους ανόητους Έλληνες αυτός και οι άλλοι οι Μπαυαρέζοι και οι φίλοι τους οι εδικοί μας; Πού’ ναι τόσα μιλιούνια δάνεια, πού είναι οι πρόσοδοι, πού 'ναι οι καλύτερες γες, πού 'ναι οι μύλοι, πού 'ναι τ’ αργαστήρια των Τούρκων και σπίτια, πού είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τάχει παρμένα; Ο Αρμασπέρης με τους άλλους Μπαυαρέζους έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν, κι αυτήνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα. Ποιους θα επιστηρίξης εδώ οπούρθες και ποιους θα προδώσης; Πού το τζάκισες αυτό το χέρι; -Στο Μισολόγγι, μου λέγει. -Πού το τζάκισα εγώ αυτό; -Στους Μύλους του Αναπλιού. -Διατί τα τζακίσαμεν; -Διά την λευτεριά της πατρίδος. -Πού 'ναι η λευτεριά και η δικαιοσύνη; Σήκου απάνου! Τον παίρνω και πάμεν και τον ορκίζω. Του παρουσιάζω και τον όρκον και τον διάβασε. και τον υπόγραψε ο αγαθός και γενναίος πατριώτης".

 

Τις συνθήκες εξαθλίωσης κάτω από τις οποίες ζουν οι αγωνιστές του ΄21 και οι οικογένειές τους θα διεκτραγωδήσει ο Μακρυγιάννης και στον Όθωνα, όταν θα τον επισκεφθεί λίγες μέρες μετά από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843: "Αυτός ο τόπος, η πατρίδα μας, οπού βασιλεύεις, ήταν πρώτα ρουμάνι, ότ’ είχε γίνει βάλτος τόσα χρόνια, κι’ έκαμεν πολλά άγρια δέντρα και παλιοχόρταρα, κι’ ένα μέρος από μας τους ντόπιους κι’ από τα έξω μέρη πολλοί αγαθοί άνθρωποι πήραν τα τζαπιά, τα τζεκούρια, τα φτυάρια κι’ έκοψαν όλες αυτές τις ακαθαρσίες και δούλεψαν αυτόν τον τόπο και δίνει τώρα σοδήματα, καρπούς και φρούτα αξιόλογα. Εκείνοι οπού αγωνίστηκαν, από μέσα κι’ απ' όξω, λίγοι ήταν και χάθηκαν οι περισσότεροι, κι’ όσοι μείναν πολλοί από αυτούς γκεζερούν [=«πλανώνται ασκόπως»] ξυπόλυτοι και γυμνοί μέσα στα σοκάκια αυτηνής της πατρίδας τους. και οι χήρες κι’ αρφανά των αγωνιστών διακονεύουν και οι νιές τους πατούνε οι διαφταρμένοι την τιμή τους στανικώς να φάνε κομμάτι ψωμί. Λίγοι αγωνιστήκαμεν -εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν και παίρνουν το ξύλο και βαρούνε τους αγωνιστάς.
" Ποτές δικαιοσύνη δεν είδαμεν -κι όλο συχνούς εφύλιους πολέμους και σκοτωμούς. Χάθηκαν δι’ αυτά τα καλύτερα παλληκάρια κι έπαθε και παθαίνει η πατρίδα όσα δεν έπαθε από τους Τούρκους..."

"Λίγοι αγωνιστήκαμεν -εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν".!

Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται. Στις παραμονές της απελευθέρωσης του τόπου από τη γερμανική κατοχή, ο Γιώργος Σεφέρης θα μας μιλήσει στο ποίημα του, Τελευταίος Σταθμός, για την ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων. Η Ιδιοτέλεια αυτή στρέφεται σε πολλούς στόχους, από την ιδιοποίηση της αγωνιστικής τιμής μέχρι την κάρπωση υλικών ωφελημάτων.

 

Βιβλιογραφία: Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, εκδόσεις Γιοβάνη 1968

 

Μάρτης 2012.

Επιστροφή, στην αρχή αυτής της σελίδας