...

Δημήτρης Κασλάς –αφανής ήρωας του Αλβανικού Μετώπου

Μικρά Ασία, Αλβανία, Αντίσταση και … εξορία.

Έχουμε διαβάσει, ή ακούσει –στο σχολείο, σε πανηγυρικούς κ.α.– για το Αλβανικό Έπος, το ηρωικό πνεύμα που εμπνέει πάντα υπέρ βωμών και εστιών. Έχουμε περπατήσει σε δρόμους, ή καθίσει σε πλατείες που, πολύ σωστά, φέρουν ονόματα στρατιωτικών που διακρίθηκαν στα πεδία των μαχών. 
   Διάβασα πρόσφατα για μόνιμους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού που συνέχισαν τον πόλεμο ενάντια στους κατακτητές από τις γραμμές του ΕΛΑΣ. Πολλούς, απ΄ αυτούς τους Πατριώτες αξιωματικούς, μεταπολεμικά, οι πολιτικές ορντινάντσες των αγγλοαμερικάνων σε αγαστή σύμπνοια με δωσίλογους –οι οποίοι, όχι μόνο δεν έδωσαν ποτέ λόγο, αλλά αντίθετα αυτοί και οι απόγονοί τους κυβέρνησαν την Ελλάδα–  τους ”αντάμειψαν” στερώντας τους τον μισθό τους και εξορίζοντάς τους σε διάφορα ξερονήσια στο Αιγαίο Πέλαγο. Την προσοχή μου τράβηξε το όνομα  του Δημήτρη Κασλά, απ’ το χωριό του οποίου με καλό καιρό αγναντεύεις την Αλόννησο, τον τόπο καταγωγής μου. Το όνομά του είναι γνωστό σε ελάχιστους μόνο, γιατί οι νικητές του Εμφύλιου φρόντισαν να μείνει στην αφάνεια. Μερίμνησαν να θαφτεί βαθιά το όνομα Κασλάς και ταυτόχρονα να ξεχαστεί η εποποιΐα στο ύψωμα 731. Επεδίωξαν οι κυβερνώντες τη λησμονιά, αντί ο Αξιωματικός αυτός να αποτελεί πρότυπο Πατριωτισμού, και να διδάσκεται στα σχολεία. 

Η Εαρινή επίθεση του Μουσολίνι

   Ήταν Μάρτης του 1941. Ο Μουσολίνι εναγωνίως επεδίωκε μια νίκη στο αλβανικό μέτωπο. Το στρατιωτικό του επιτελείο είχε σχεδιάσει την Prima Vera (Εαρινή επίθεση). Μια επιχείρηση που, σύμφωνα με τους ιταλούς στρατηγούς, θα ευοδώνονταν με περιφανή νίκη. Για το σκοπό αυτό, οι ιταλοί, ανέπτυξαν απέναντι στη Ι ελληνική Μεραρχία τρείς ιταλικές Μεραρχίες. Την επίθεση θα ξεκινούσε η Μεραρχία Πούλιε, έχοντας στα δεξιά της τη Μεραρχία Πινερόλο και στα αριστερά της τη Μεραρχία Κάλιαρι.

Όλες οι φωτογραφίες είναι από την ταινία, «Στην κόψη της ιστορίας-ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς»

   Ξημερώνοντας 9 του Μάρτη, στις 6 το πρωί, το ιταλικό βαρύ πυροβολικό και οι ιταλικοί όλμοι τράνταξαν τις ελληνικές θέσεις σε όλο το βάθος και το πλάτος. 400 ιταλικά πυροβόλα και 300 βαρείς όλμοι έβαζαν ακατάπαυστα. Όταν ξημέρωσε, στο χορό του θανάτου προστέθηκαν και 190 βομβαρδιστικά αεροπλάνα. Σείστηκε ο τόπος. Τα πάντα σκάφτηκαν. Τα δένδρα ξεριζώνονταν. Πέτρες και χώματα σκέπαζαν  τους έλληνες φαντάρους. Έπεσαν, περίπου, 100.000 βλήματα στις ελληνικές θέσεις. Οι επικοινωνίες της Ι Μεραρχίας με τα προωθημένα της τμήματα αποκόπηκαν. Στη φωτιά και την αντάρα, το μένος των ιταλών έπεσε στο στρατηγικής σημασίας ύψωμα, το 731. Έπρεπε οπωσδήποτε να το καταλάβουν προκειμένου να προχωρήσουν στην Ελλάδα.
   Στο ύψωμα αυτό ο Ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς, Διοικητής του 2ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος Τρικάλων, το προηγούμενο, μόλις, απόγευμα είχε αντικαταστήσει το τάγμα που ήταν στο ύψωμα.

Δημήτρης Κασλάς

   Γεννήθηκε στο χωριό του Πηλίου Πουρί, το 1901 με το όνομα Δημήτριος Καζίλας. Στις 24 Ιουνίου του 1920 κατατάσσεται κληρωτός στη Λάρισα. Εκεί αλλάζει το όνομά του σε Κασλάς. Στα τέλη του Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, με τη Μικρασιατική εκστρατεία να βρίσκεται σε εξέλιξη, βρίσκεται στη Σμύρνη. Υπηρετεί σε Τάγμα Ασφαλείας Σμύρνης, στο 31ο Σύνταγμα Πεζικού. Τον Ιανουάριο του 1922  δίνει εξετάσεις μαζί με άλλους 1200, και εισάγεται στον Ουλαμό Έφεδρων Αξιωματικών  του Αφιόν Καραχισάρ 97ος στους 225 επιτυχόντες. Τον Αύγουστο του 1922 με τη μεγάλη επίθεση του Κεμάλ, ο Κασλάς συνελήφθη και κρατήθηκε αιχμάλωτος μέχρι τον Απρίλη του 1923. Στο χωριό του τον θεωρούσαν χαμένο. Ήρθε στην Ελλάδα σχεδόν τυφλός από αβιταμίνωση. Την Μεγάλη Παρασκευή έφθασε η χαρμόσυνη είδηση στο σπίτι των δικών του: «ο αδελφός σας ζει». Την επόμενη μέρα τον παρέλαβαν απ’ το Βόλο και τον πήγαν στο πατρικό του σπίτι. Στην αρχή δεν έλεγε ότι είναι τυφλός. Σιγά σιγά επανήλθε η όρασή του. Μονιμοποιήθηκε στο στράτευμα το 1924 σαν μόνιμος ανθυπολοχαγός. Υπηρέτησε σε διάφορα συντάγματα, μεταξύ άλλων και το 42ο Σύνταγμα Ευζώνων στη Λαμία όπου τον βρήκε το 1931 με το βαθμό του Υπολοχαγού. Παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηγεωργίου και απέκτησαν δυο γιούς, το Γιώργο και το Γιάννη.

   «Γνώρισα τον Κασλά σαν έναν ήπιο και μειλίχιο άνθρωπο. Ήταν κοντός, παχύς, λίγο δυσκίνητος και πολύ απλός στη συμπεριφορά του» διηγείται ο Παναγιώτης Χατζηγάκης, σιτιστής λόχου στο δεύτερο Τάγμα στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού Τρικάλων. Ο Κασλάς, με το βαθμό του Λοχαγού, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή απ’ την αρχή της Ιταλικής επίθεσης και συμμετείχε, αρχικά, σε μια σειρά αμυντικών αγώνων. Στο Μέτωπο της Ηπείρου η 8η Μεραρχία Πεζικού πετυχαίνει να αναχαιτίσει τους Ιταλούς. Στον τομέα της Πίνδου η συντριπτική υπεροχή των Ιταλών εξαναγκάζει τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις σε σύμπτυξη.
   Ο Κασλάς με το βαθμό του Λοχαγού ήταν διοικητής λόχου Πολυβόλων. Μετά τον σοβαρό τραυματισμό του διοικητή του Τάγματος, Παπαβασιλείου, στις 17 Νοεμβρίου του 1940, ανέλαβε τη διοίκηση του Τάγματος με το βαθμό του Ταγματάρχη τον οποίο πήρε επ’ ανδραγαθία. Στις 31 Οκτωβρίου βρίσκονταν στο χωριό Βρυσοχώρι (μεταξύ Κόνιτσας και Βοβούσας) απέναντι από μια διάβαση του ποταμού Αώου, και είδε να κινείται μια ιταλική φάλαγγα με πεζούς και μεταγωγικά. Ο Κασλάς βάζει με τα πολυβόλα. Οι ιταλοί διασκορπίζονται. Αυτό αποτελεί την αρχή της αποτυχίας της Μεραρχίας Τζούλια –Η Τζούλια εθεωρείτο η καλύτερη μονάδα του ιταλικού στρατούστο Αλβανικό Μέτωπο. Στην ανακατάληψη της Κόνιτσας, φώναζε στους στρατιώτες του Τάγματος που πήγε να τον αντικαταστήσει. «Μη φοβάστε. Είναι δειλοί, θα τους νικήσουμε».  
   Στις 17 Νοεμβρίου ο Κασλάς και οι στρατιώτες του πέρασαν τα ελληνικά σύνορα, και το 5ο Σύνταγμα κατέλαβε το Λεσκοβίκι το πρώτο χωριό που συνάντησαν στο εχθρικό έδαφος. Στις 25 Νοεμβρίου κατέλαβαν το Δέλφινο, με ελληνόφωνο πληθυσμό. Οι κάτοικοί του ζήτησαν να πάνε να εκκλησιαστούν, αλλά ο Κασλάς αρνήθηκε και συνέχισε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι κάτοικοι του Δέλφινου πρόσφεραν φαγητό και οι στρατιώτες ξέχασαν την πείνα τους, γιατί ο εφοδιασμός με την γρήγορη προέλαση είχε διακοπεί, και οι στρατιώτες πεινούσαν. πεινούσαν, πολεμούσαν και νικούσαν.  «Ο πόλεμος με τους ιταλούς δεν μας φόβισε. Την ψείρα φοβηθήκαμε», διηγείται ο   στρατιώτης του Χρήστος Κανέλας, του 5ου Συντάγματος Τρικάλων. «Ο Ελληνικός Στρατός, όμως, με τα λίγα ψίχουλα που είχε μπορούσε να πάει και στη Ρώμη», συνεχίζει ο Χ. Κανέλας.
   Οι ιταλοί δεν πτοήθηκαν, δεν υποχώρησαν ύστερα από τις σκληρές μάχες. Εγκατέλειψαν τα υψώματα όταν είδαν ότι απειλούνταν με περικύκλωση. Η ανακατάληψη της Κλεισούρας, έδωσε πολλά λάφυρα, αλλά σημαδεύτηκε με βαριές απώλειες για τον ελληνικό στρατό. «Το Τάγμα του Κασλά κατάφερε και εισχώρησε σε βάθος 2.500 μέτρων χωρίς πλευρική κάλυψη. Δημιούργησε μια σφήνα και έβλεπε προς το ύψωμα 731». Ο Σπύρος Οικονόμου, διηγείται,  ότι μετά την ανακατάληψη του υψώματος 1200 συνάντησε τον αδελφό του με άλλους επτά κοντοχωριανούς. «Μας μοίρασαν μια κουραμάνα ανά οχτώ άτομα», είπαν. «Απ’ ότι έμαθα αργότερα έκαναν τρεις μέρες να ξαναφάνε ψωμί». Ο ανεφοδιασμός ήταν δύσκολος και οι ελληνικές δυνάμεις εξαναγκάζονταν σε παθητική στάση. Έφθασε ο Μάρτης. Το ιταλικό στρατιωτικό επιτελείο οργάνωνε την Εαρινή Επίθεση σαν αποτέλεσμα της επιθυμίας του Μουσουλίνι να έχει τουλάχιστον μια επιτυχία κατά τον Ελληνοιταλικό πόλεμο πριν ξεκινήσει η Γερμανική επίθεση. Ο Χίτλερ του είχε δώσει μια συγκεκριμένη διορία, περίπου, μέχρι τα μέσα Μαρτίου. Στις αρχές του Μάρτη του 1941 ο Μουσολίνι περιοδεύει και εμψυχώνει τις δυνάμεις του τις οποίες προετοιμάζει για τη μεγάλη επίθεση η οποία άρχισε στις 9 Μαρτίου του 1941. Ο Κασλάς το βράδι στις 8 Μαρτίου αντικατάστησε τη μονάδα που ήταν στο ύψωμα 731.

Στο ύψωμα 731.

   Όλη τη νύχτα ασχολήθηκε να αναδιοργανώσει τις θέσεις άμυνας και να είναι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Το ύψωμα 731 βρίσκεται ανάμεσα στην οροσειρά Τρεμπεσίνα και το βουνό Τομόρι. «Όποιος είχε τον έλεγχο του του στρατηγικού αυτού υψώματος είχε και τον έλεγχο των επιχειρήσεων. Αποτελεί υποχρεωτικό σημείο διάβασης προς νότο. Ήθελαν να καταλάβουν το ύψωμα, να ξεχυθούν σε ένα κάμπο που είναι το Χάνι του Μπαλαμπάνι και να κόψουν τον ελληνικό στρατό στη μέση». (Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος, αφού οι άλλοι δύο δρόμοι, της Κακαβιάς και του Περάσματος στη Θεσπρωτία από τον ποταμό Καλαμά, έχουν κλείσει οριστικά γι’ αυτόν).

Η εικόνα που παρουσίαζε το ύψωμα 732 ύστερα από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών.

   Το Τάγμα του Κασλά δέχτηκε τις λυσσώδεις επιθέσεις με καταιγισμό πυρών πυροβολικού και αεροπορίας. Το ύψωμα καίγονταν στην κυριολεξία. 400 πυροβόλα και άλλα τόσα αεροπλάνα σφυροκοπούσαν το ύψωμα. «έχανις του νους, έσβηνες ως άνθρουπους. Έβλεπις δένδρα, κουτρόνια, ότι ήτανε εκεί να πετούν στον αέρα». Οι λίγοι που επέζησαν το αποδίνουν στην τύχη. «Χώματα και πέτρες μας σκέπαζαν», διηγείται άλλος μαχητής. Το ύψωμα, απ’ τις βόμβες που δέχτηκε,  χαμήλωσε 5 μέτρα. Τα δένδρα ξυρίστηκαν σαν να τα έκοψε καρμανιόλα.  Έλληνες παρατηρητές από τα διπλανά υψώματα δεν πίστευαν ότι μπορεί να βρίσκεται ζωντανός άνθρωπος ύστερα από τον καταιγιστικό αυτό βομβαρδισμό. Παρ' όλα αυτά, η μεγάλη αυτή επίθεση που διήρκεσε δέκα μέρες, απέτυχε. Ορισμένες μέρες η επίθεση, π.χ. τη 13η Μαρτίου, υπήρξε ακόμη σφοδρότερη από την επίθεση της 9ης Μαρτίου. Η μάχη στο 731 θεωρείται από πολλούς, χειρότερη και από τη μάχη του Βερντέν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτά που προξένησε ο εχθρός στο 731 δύσκολα περιγράφονται από τους επιζήσαντες σε τρίτους με τις χειρονομίες, με το βλέμμα τους, με τον τόνο της φωνής τους.

    «Ο Κασλάς ήταν εμπειροπόλεμος και με πρακτικό νου. Δεν αρκέστηκε στις οχυρώσεις του προηγούμενου αξιωματικού. Έκανε πρόχειρα έργα, βάζοντας πέντε πέτρες εδώ και τρεις πέτρες εκεί. Τοποθέτησε τους στρατιώτες του, και σκέπασε τα πολυβόλα με κουβέρτες προστατεύοντάς τα από σκόνες και χώματα ώστε να μην πάθουν εμπλοκές. Αυτό σημαίνει πολεμική εμπειρία.  Ήξερε από πόλεμο και πως θα αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις».
   Το 731 έλαχε να το προστατεύσουν Τρικαλοκαρδιτσιώτικα παλικάρια. Οι φαντάροι αυτοί ξαναζωντάνεψαν Θερμοπύλες και Δερβενάκια. Περιφρόνησαν το θάνατο, νίκησαν το Χάρο, και έγραψαν νέες χρυσές σελίδες δόξας και Ηρωισμού. Έβαλαν ταφόπλακα στα όνειρα και τα οράματα του Μουσολίνι. Στο ύψωμα αυτό, 731 μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα, έλαμψαν χίλιοι Ήλιοι, και οι φοβισμένοι λαοί της Ευρώπης διεπίστωσαν πως η ψυχή και η παλικαριά του Έλληνα ξανα νίκησαν τους πολλούς και τους δυνατούς. Θαμμένοι κάτω από χώματα, πέτρες και χιλιάδες βόμβες μάχονταν, σκότωναν, πέθαιναν. «Θάλεγες πως ακαταπόνητοι κι ακούραστοι έρχονταν αντιμέτωποι στη μάχη. Με τόση ορμή πολεμούσαν». Στο θρυλικό 731 πολέμησαν ακόμα και οι νεκροί. Τα κομματιασμένα πτώματα των συντρόφων τους έγιναν ταμπούρια για να προστατεύσουν τους ζωντανούς. Ο Κασλάς, σαν άλλος Λεωνίδας, εμψύχωσε τα παλικάρια του. Οι Αξιωματικοί οπλίστηκαν με πείσμα που συνεπικουρούμενο με το αδάμαστο πάθος και την ακατάβλητη ψυχή του Έλληνα φαντάρου, «ἐὰν χρεία τς κουρταλ», δεν λογαριάζει αριθμούς και οπλισμούς. Νικάει ακόμα και την… ψείρα. Ανέβηκαν την πλαγιά του υψώματος τραγουδώντας μεθυσμένοι από το αθάνατο κρασί του ’21, πάλεψαν με τον σιδερένιο εχθρό και νίκησαν. Ντρόπιασαν τον πανίσχυρο εισβολέα και ξανάδωσαν την Ελπίδα στους μουδιασμένους Λαούς της Ευρώπης. Ο Κασλάς και οι άνδρες του «γύρεψαν να βάλουν την Όσσα πάνω στον Όλυμπο και πάνω από την Όσσα το Πήλιο με τα φυλλώματα που τρεμοπαίζουν, για να ανοίξουν το δρόμο προς τον ουρανό… και τα κατάφεραν…».
   Όταν το ιταλικό πυροβολικό έβαζε στα μετόπισθεν, ο Κασλάς αντιλήφθηκε ότι επίκειται επίθεση του πεζικού και διέταξε να βγουν απ’ τις γούρνες που οι βόμβες είχαν προκαλέσει, ή όπου αλλού ”καλύπτονταν” και να καταλάβουν τις θέσεις τους. «Φθάνανε μέχρι τα πέντε μέτρα. Ορμούσαμε απάνω τους με την ιαχή ”αέρα”. Οι ιταλοί ήταν χιλιάδες». Αλλά η διαταγή του Κασλά ζωντάνεψε καινούργιες Θερμοπύλες:  «δεν θα υποχωρήσει κανένας. Οι ιταλοί θα περάσουν πάνω από το πτώμα και του τελευταίου φαντάρου. Επεί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθεί προς τα οπίσω. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεση του εχθρού. Τότε μόνον θα διέλθει ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας όταν αποθάνομεν άπαντες επεί των θέσεων μας».

Απόσπασμα από τη διαταγή του Ταγματάρχη Δ. Κασλά.

   Λίγα χρόνια αργότερα ένας Πατριώτης άλλης χώρας, επικεφαλής της άμυνας του Στάλινγκραντ, ο στρατηγός Τσουικόφ, αντιμετωπίζοντας πολυπληθείς και τις καλύτερες δυνάμεις του Χίτλερ σε μια μάχη ζωής ή θανάτου εξέδωσε παρόμοια διαταγή: «Ή θα κρατήσουμε την πόλη ή θα πεθάνουμε εδώ!».
   Μαχητής του 731 συνεχίζοντας, λέει: «Και τότε έγινε το θαύμα. Μέσα απ’ τα χώματα, τις πέτρες, τα κομματιασμένα συρματοπλέγματα, τους ξεκοιλιασμένους γαιόσακους, αναδεύτηκαν ανθρώπινα όντα, σαν να βρικολάκιαζαν, ανασηκώθηκαν, έσφιξαν στο μάγουλο το όπλο, σημάδεψαν και έριξαν στο ψαχνό. Τα ελληνικά πολυβόλα με το βαρύ τους κροτάλισμα γάζωναν τον αέρα. Οι Ιταλοί αιφνιδιάζονται, καθηλώνονται. Οι ελάχιστοι επιζώντες Έλληνες, την κατάλληλη στιγμή εξέρχονται των κατεστραμμένων χαρακωμάτων τους, και με εφ’ όπλου λόγχη και την κραυγή “αέρα” αντεπιτίθενται. Οι Ιταλοί ανατρέπονται και υποχωρούν προς την αρχική γραμμή εξορμήσεώς τους καταδιωκόμενοι, αρχικά από τους μαχητές και στη συνέχεια από τα πυρά του ελληνικού Πυροβολικού. Οι Ιταλοί επιτίθενται εκ νέου με νέα τμήματα. Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται. Οι Ιταλοί καταφέρνουν να διατηρήσουν ένα μικρό ύψωμα με υψοδείκτη 717, μαστό του 731, 500 περίπου μέτρα μπροστά του, όπου ήταν εγκατεστημένες οι Προφυλακές Μάχης. Ανακαταλαμβάνεται με αντεπίθεση από το εφεδρικό τμήμα του Τάγματος του Κασλά».
   Στην Εαρινή επίθεση οι ιταλοί πολέμησαν με τη μεγαλύτερη γενναιότητα και επιμονή, διηγείται μαχητής στο 731. Όταν ορισμένοι φαντάροι οπισθοχώρησαν τα πυροβόλα έβαλαν στον αέρα και ο Κασλάς φώναξε: «παιδιά μην οπισθοχωρείτε θα σας πιάσουν αιχμάλωτους. Και τα παιδιά πήραν ξανά τις θέσεις τους». Ενώ τα εχθρικά αεροπλάνα έριχναν τις θανατηφόρες βόμβες τους, και το ιταλικό πυροβολικό σφυροκοπούσε το 731 σκορπώντας το θάνατο, οι έλληνες φαντάροι έλεγαν μεταξύ τους: «θα τους φάμε».

   Όταν οι ιταλοί άρχισαν να προχωρούν προς το ύψωμα βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις ελληνικές σφαίρες και αμυντικές χειροβομβίδες που αποδεκάτισαν τις ιταλικές φάλαγγες. «Εντούτοις τα καταφέραμε. Τους αποκρούσαμε και δεν μπόρεσαν να περάσουν». Σκοτώθηκαν πάρα πολλοί ιταλοί και ζήτησαν εκεχειρία για να θάψουν τους νεκρούς.
   Απ’ τις αναφορές του Κασλά προς την Μεραρχία και τα τμήματά του, φαίνεται ότι ήταν αποφασισμένος να πέσουν όλοι υπερασπιζόμενοι το ύψωμα 731. «Δεν υπήρχε στο 731 περίπτωση οπισθοχώρησης. Ή στην πρώτη γραμμή ή σκοτωμένος». Ο Μουσολίνι παρέμεινε στο μέτωπο σε όλη τη διάρκεια της Εαρινής επίθεσης παρ’ όλο που απ’ τη δεύτερη μέρα φάνηκε η αποτυχία της. Τέτοιες επιθέσεις αν δεν πετύχουν στην αρχή δεν πετυχαίνουν ποτέ. Απογοητευμένος και αηδιασμένος, όπως ο ίδιος δήλωσε, με τους στρατηγούς του που του είχαν παρουσιάσει τα πράγματα διαφορετικά επέστρεψε στην Ιταλία πριν την ολοκλήρωση της επίθεσης.
   «Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία». Η αναφορά του Ταγματάρχη Κασλά που έστειλε στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού (Τρικάλων) στις 4 μ.μ. της 10ης Μαρτίου, αντικατοπτρίζει την κατάσταση που επικρατούσε στο ύψωμα 731:  «Αναφέρω ότι γραμμή αντιστάσεως κρατείται, δεν γνωρίζω όμως επιζώντας  ή νεκρούς άνδρας. Το παν κατεστράφη. Χαρακώματα, συρματοπλέγματα ισοπεδώθησαν, αυτόματα όπλα και πολυβόλα κατά το πλείστον κατεστράφησαν. Αποστείλατε πυρομαχικά, χειροβομβίδας». Παρά ταύτα το 731 δεν έπεσε στους Ιταλούς.
   Οι ιταλοί, αφού απέτυχαν στις κατά μέτωπο επιθέσεις στο 731, προσπάθησαν, αλλά απέτυχαν να διεισδύσουν από μια χαράδρα που βρίσκεται ανάμεσα σε Τεμπεσίνα και τη χαράδρα Πρόι-Μάθ. Όταν διαλύθηκε η πυκνή ομίχλη, τους αντιλήφθηκε ένας φαντάρος από το τάγμα του Κοτρίδη που θα αντικαταστούσε το τάγμα του Κασλά, και οι ιταλοί βρέθηκαν ανάμεσα σε πυρά πυροβολικού και πεζικού. «Οι ιταλοί ήταν ανέμελοι. Νόμιζαν ότι δεν είχε μείνει κανένας έλληνας φαντάρος ζωντανός».    Αιχμαλωτίστηκαν όλοι, και ο πόλεμος τελείωσε γρήγορα γι’ αυτούς. Σύμφωνα με τον Κασλά πιάστηκαν 526 αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και τρείς ταγματάρχες. «Οι ιταλοί ήταν στρατός περιποιημένος. Μας κοιτούσαν εμάς και κουνούσαν το κεφάλι. Το παντελόνι μου ήταν σχισμένο, τα γόνατα έξω, τα παπούτσια διαλυμένα. Ήμουν ρακένδυτος, το πρόσωπό μου κοκαλιασμένο χωρίς κρέας». «Ποιος είναι ο αντικειμενικός σας σκοπός;»  Ρώτησε ο Κασλάς έναν ταγματάρχη. «Η κατάληψη του υψώματος 731» απάντησε αυτός. «Βρίσκεσαι στο 731, πες ότι τι κατέλαβες». Απ΄ τους αιχμαλώτους έμαθαν που βρισκόταν ο Μουσολίνι. Ένας φαντάρος, ο Σιβαλάκης, ήθελε να πάει με μια διμοιρία το βράδυ και να τον αιχμαλωτίσει αλλά δεν εισακούστηκε. Σκοτώθηκε υπερασπιζόμενος το 731.

   «Το 731 δεν θα το κρατούσε ο οποιοσδήποτε αξιωματικός. Ο Κασλάς κατόρθωσε και το κράτησε, και αυτό είναι προς έπαινό του και προς τιμή του», διηγείται ένας υπερασπιστής του υψώματος. Το 731 ήταν σε ελληνικά χέρια μέχρι και 14 του Μάρτη, ενώ οι γερμανοί είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και οι ελληνικές δυνάμεις στην Αλβανία απειλούνταν με αποκοπή. Στην άτακτη οπισθοχώρηση, στη λιποταξία πολλών αξιωματικών –οποίος πατριωτισμός–, ο Κασλάς ήταν ανάμεσα στους λίγους αξιωματικούς που κράτησε συντεταγμένο το τάγμα του μέχρι την υπογραφή της συνθηκολόγησης, και το οδήγησε συντεταγμένο στο Μέτσοβο όπου είχε ορισθεί να παραδοθεί ο οπλισμός.
   «Η ζωή του παππού μου ήταν μια μικρογραφία της ζωής ολόκληρης της Ελλάδας», λέει ο εγγονός του Δημήτρης Κασλάς. «Απ’ ότι μου είπε ο πατέρας μου, ο παππούς μου είχε γίνει 13 χρονών και δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του. Όταν πήγε στο σπίτι ο πατέρας του, διερωτώταν ποιος είναι αυτός ο κύριος που είχε έρθει», λέει άλλος εγγονός του, ο Νίκος. Όταν ο πατέρας μου συνταξιοδοτήθηκε, συνεχίζει ο εγγονός,  προσπάθησε να γνωρίσει τον πατέρα του μέσα από τα γραπτά  του παππού μου.

   συνεχίζεται

 

Παναγιώτης Καλογιάννης Μάρτης 2017

 

 

   Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.