Αντάρτες μετά τον εμφύλιο, και ο 10χρονος «ληστοτρόφος»


Με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου μερικοί αντάρτες σε διάφορα νησιά αδυνατώντας να διαφύγουν, δεν παραδόθηκαν, και παρέμειναν ψηλά στα κορφοβούνια κάτι που για το σημερινό παρατηρητή φαίνεται ακατανόητο, μικρό και ασήμαντο. Οι άνθρωποι αυτοί επικηρύχτηκαν, κυνηγήθηκαν ανελέητα από το επίσημο κράτος, αλλά ο τοπικός πληθυσμός τους καμάρωνε και τους προστάτευε δίνοντάς τους τροφές και πληροφορίες.
   Ξεχωριστή είναι η περίπτωση δυο Κρητικών, του Γιώργου Τζομπανάκη και του Σπύρου Μπλαζάκη, οι οποίοι κάνοντας πράξη τη μαντινάδα: «Τση Κρήτης τα ψηλά βουνά άντρες τα πορπατούνε, που τη σκλαβιά δε νταγιαντούν, στη μάχη δε δειλιούνε» δεν ροβόλησαν στους κάμπους και έμειναν για 26!! ολόκληρα χρόνια ψηλά στον Ψηλορείτη μέχρι το 1975 όπου τους δόθηκε αμνηστία. Τη χρονιά εκείνη, στις 23 του Φλεβάρη, λίγο πριν τις 10:30 το πρωί, 15 χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά στον δρόμο που οδηγεί στον Θέρισσο, ο Γιώργος Τζομπανάκης και ο Σπύρος Μπλαζάκης, οι τελευταίοι αντάρτες που γνώρισε η Ελλάδα, έπεφταν στις αγκαλιές συγγενών, φίλων και συντρόφων, νόμιμοι, λεύτεροι και περήφανοι!


Ικαριώτες αντάρτες.

    «Μια άλλη τραγωδία, λιγότερο γνωστή, άξια να ερευνηθεί από πολλές πλευρές, αποτελεί η περίπτωση των οχτώ ανταρτών-κομμουνιστών της Ικαριάς οι οποίοι αρνούμενοι να συμβιβαστούν και να δεχθούν τους εξευτελισμούς, που θα ακολουθούσαν, από τους δραστήριους Ικαριώτες δωσίλογους, φανερούς και κρυφούς συνεργάτες των Γερμανών, δεν παραδόθηκαν. Σκορπισμένοι, οι αντάρτες, σε όλο το νησί αντιμετώπιζαν όλοι τα ίδια προβλήματα: πληροφορίες, συνδέσεις, εφοδιασμό, κρυψώνες κ.α.. Η επιβίωσή τους χωρίς οργανωμένη βοήθεια ήταν αδύνατη και η απαιτούμενη προστασία τους μπορούσε να προέλθει μόνο από τον Ικαριώτικο λαό. από όλους τους Νικαριώτες. Παρόλο που οι ασυμβίβαστοι αντάρτες έπαιρναν μόνο μαύρα μαντάτα και δεν υπήρχε, γιαυτούς, ελπίδα σωτηρίας από πουθενά, αν και οι κίνδυνοι μεγάλωναν συνεχώς, οι οχτώ ασυμβίβαστοι συνέχισαν να κινούνται στην Ικαρία αόρατοι στα διωκτικά μάτια.
    Οι κρατούντες θεωρούσαν μεγάλη προσβολή όχι μόνο να υπάρχουν αντάρτες στην Ικαρία, αλλά και να μιλάν οι Ικαριώτες γι αυτούς. Η προσπάθεια του διοικητή της Αστυνομίας του νησιού να αναγκάσει τους Ικαριώτες να στραφούν ενάντια στους αντάρτες καλώντας σε σύσκεψη τους  προέδρους των Κοινοτήτων της Ικαριάς για να οργανώσουν τη δίωξή τους, απέτυχε παταγωδώς. Από τους 13 Κοινοτάρχες μόνο δυο έδειξαν κάποια προθυμία να συνεργαστούν μαζί του. Η χωροφυλακή οργάνωνε αποσπάσματα βάζοντας μπροστά, συνήθως, συγγενείς των ανταρτών ελπίζοντας πως αν συναντήσουν τους αντάρτες αυτοί δεν θα πυροβολήσουν, και θα παραδοθούν. Το αστείο είναι ότι στις εκκαθαρίσεις αυτές πολλές φορές έπαιρναν μέρος και οι ίδιοι οι καταζητούμενοι παριστάνοντας τον ΜΑΫ!.
    Η προσπάθεια απέτυχε, όπως και η επικήρυξη τους με 25 εκατομμύρια!!! δραχμές για κάθε κεφάλι. Τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη, αλλά οι δεξιοί Ικαριώτες έχοντας κορώνα την τιμιότητα απάντησαν άμεσα. «Καλύτερα φτωχός, πεινασμένος και με καθαρό μέτωπο, παρά πλούσιος με βρώμικα λεφτά».
    Οι οχτώ ασυμβίβαστοι, αφού με υπερβολικές δυσκολίες αποκατέστησαν επαφή μεταξύ τους, κινούνταν σε όλο το νησί εκμεταλλευόμενοι το βουνό, τη θάλασσα, ακόμα και κατοικημένους χώρους. Οργάνωσαν ένα καλομελετημένο δίκτυο για καταφύγια. «Τα καταφύγια ήταν πολύ σοβαρό πρόβλημα. Το έβαζε επιτακτικά η ίδια η ζωή. Κι έπρεπε να λυθεί. Ήταν ζήτημα επιβίωσης των καταδιωκομένων. Οι προσπάθειες άρχισαν από τις πρώτες μέρες της παρανομίας, αλλά η κατασκευή των καταφυγίων ακολούθησε κι αυτή μια εξελικτική πορεία. Στην αρχή ήταν κακοφτιαγμένα, πρόχειρα, μικρά, σαν τάφοι. Ήταν φτιαγμένα για περιορισμένες ανάγκες και για λίγο χρονικό διάστημα. Έπειτα, όμως, όταν είδαμε πως η βαλίτσα θα πάει πολύ μακριά, σοβαρευτήκαμε και σ’ αυτό το τομέα. Σκάβαμε πολύ.
    Τα κάναμε βαθιά, ευρύχωρα, άνετα, για να μπορεί ένας και δυο και τρεις να περνάμε μέρες κλεισμένοι μέσα». Έφτιαξαν καταφύγια όχι μόνο στα βουνά αλλά και σε χωριά, μέσα σε σπίτια παρόλες τις δυσκολίες που παρουσίαζε η παραμονή εκεί. Ενδεικτικό είναι ότι απ’ όλα τα καταφύγια ένα μόνο βρήκαν οι χωροφύλακες και αυτό από απροσεξία των παράνομων που το χρησιμοποιούσαν».
    Η απόδρασή τους που επίμονα ζητούσε το κόμμα, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ενισχυμένα αποσπάσματα μετά το τέλος του Εμφυλίου συνέχισαν τα κυνηγητά, τις επιθέσεις και τις ενέδρες για τον εντοπισμό τους. Τακτικός στρατός, αποσπάσματα χωροφυλακής, ειδικές Αμερικανικές μονάδες, ΜΑΫδες, σκάφη του Πολεμικού Ναυτικού όργωναν τη γύρω περιοχή ακατάπαυστα. Αλλά και μικρά εξοπλισμένα καΐκια που ήταν τα πιο επικίνδυνα συμμετείχαν στον εντοπισμό των οχτώ ασυμβίβαστων.
   Ο Γ.Ρ. που ταξίδευσε από την Αθήνα στο χωριό του, σε παραμεθόρια περιοχή, για την οργάνωση της απόδρασης, θεώρησε την απόδραση από τη στεριά αδύνατη. (Ανέκδοτη, προφορική του μαρτυρία στον Π.Κ.). Δυο προσπάθειές τους να αποδράσουν από τη θάλασσα απέτυχαν. Μάταια περίμεναν να σαλπάρουν. το καΐκι δεν φάνηκε. Απόδειξη των γενικότερων δυσκολιών που υπήρχαν. Οι οχτώ, για να είναι ευκίνητοι, χωρίστηκαν σε τμήματα και μετακινούνταν συνεχώς αποφεύγοντας δρόμους και μονοπάτια όπου συνήθως στήνονταν ενέδρες.


Αλέκος, ο μικρός «ληστοτρόφος»

    Κατάγεται από το χωριό Ράχες, ένα από τα 46 χωριά της Ικαρίας με 700 κατοίκους. «Η ζωή μου από μικρό παιδί ήταν πολυτάραχη, αλλά η συνέχεια προ μηνύονταν ακόμα δυσκολότερη» λέει ο Αλέκος. Έβλεπε τα πουλιά να παίζουν στον ουρανό, τα ψάρια να κολυμπούν στη θάλασσα, αλλά γι αυτόν το παιχνίδι δεν έγινε μέσο έκφρασης και καθημερινή του δραστηριότητα όπως στα περισσότερα παιδιά. Ο Αλέκος δεν έπαιξε αμάδες, ξυλίκι ή μακριά γαϊδάρα. «μεγάλωσε πρόωρα» και έπαιζε με τους αστυνόμους το πάρα πολύ επικίνδυνο «παιχνίδι» του συνδέσμου και του τροφοδότη των καταζητούμενων ανταρτών. Με την ορολογία της εποχής ήταν «ληστοτρόφος». Με την κατηγορία αυτή στα χρόνια του Εμφυλίου πάρα πολλοί Έλληνες πατριώτες εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή εκτελέστηκαν.


    Ο δεκάχρονος «ληστοτρόφος» περπατούσε πολλά χιλιόμετρα για να αφήσει τρόφιμα και πληροφοριακά σημειώματα, για τους ανυπότακτους, σε προκαθορισμένα σημεία. Τροφή που τους κράτησε ζωντανούς και πληροφορίες που τους προφύλαξαν από τη σύλληψη, μέχρι την απόδρασή τους το καλοκαίρι του 1955. «Το κέντρο επέμενε. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν και οι κινήσεις της ομάδας δυσκολεύονταν από τις συνεχείς κινήσεις των αποσπασμάτων». Η ευκαιρία για απόδραση δόθηκε όταν ο Μπάρμπα-Κώστας, συνειδητοποιημένος κομουνιστής με ατσαλένια πίστη στον αγώνα, με κάτασπρα μαλλιά απ’ τον αφρό της θάλασσας, αφού άντεξε στο κολαστήριο της Μακρονήσου, ήταν αδειούχους από την εξορία στον Άι-Στράτη, δεν υπολόγισε την περιουσία, το καΐκι, που θα έχανε ούτε την οικογένειά του που θα εγκατέλειπε και δέχτηκε να τους φυγαδεύσει, χωρίς χρηματική αμοιβή!.


Η απόδραση

    Το σχέδιο απόδρασης μελετήθηκε σε όλες του τις λεπτομέρειες. Αντάμωσαν στο προκαθορισμένο σημείο Σάββατο 15 Ιούλη του 1955. Οι οχτώ απορούσαν πως ο Μπάρπα-Κώστας άντεξε χωρίς να δει το φως του τις μαύρες μέρες της «αναμόρφωσης» που έζησε στις χαράδρες της Μακρονήσου. Αυτός, με τη σειρά του, τους θαύμαζε γιατί δεν γονάτισαν, δεν παραδόθηκαν, κατόρθωσαν να μη συλληφθούν και να επιζήσουν.
    Ο χρόνος όπως πίεζε. δεν επέτρεπε χαρές, και κυρίως απαγόρευε άσκοπες καθυστερήσεις. Ο ναύτης λεβάρισε την άγκυρα, η μηχανή μούγκρισε και το καΐκι σαλπάρισε. Κανένας δεν κούνησε μαντήλι, κανένας δεν τους ευχήθηκε καλό καταβόδιο. Μόνο μερικοί γλάροι τους ακολούθησαν κράζοντας λυπητερά. Άφησαν πίσω τους ότι αγαπούσαν. γυναίκες, παιδιά, μάνες, αρραβωνιαστικιές, την Πατρίδα, χωρίς να ξέρουν αν και πότε θα ξανασυναντηθούν.
   Γρήγορα η Νικαριά άρχισε να μικραίνει μέχρι που χάθηκε, απ’ τα μάτια τους οριστικά. Ύστερα από μια βδομάδα φουντάρισαν στην Αυλώνα. Μια καινούργια ζωή άρχιζε για το πλήρωμα του καϊκιού –Μπάρμα-Κώστα, την κόρη του και το ναύτη– και τους οκτώ δραπέτες: Γκότζιο Χαράλαμπο, Καλαμπόγια Αντώνη, Λίτσα Κώστα, Μαυρίκη Φίλιππο, Μπάφα Μήτσο, Παπαγεωργάκς Στεφανή, Τσαμπή Στρατή και Τσερμέγκα Γιάννη. Από την Αυλώνα με σοβιετικό πλοίο, μεταφέρθηκαν στη Ρουμανία.


Ο Αλέκος ενήλικας.

    Ο Αλέκος το 1961 υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο Κιλκίς –η ζωή για τους χαρακτηρισμένους (κομουνιστές) φαντάρους σε τάγματα ανεπιθύμητων ήταν κόλαση. Στις ολιγοήμερες στρατιωτικές άδειες  πήγαινε, κρυφά, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα να κάνει αναγνώριση εδάφους. Είχε τους δικούς του λόγους. Φορούσε τα στρατιωτικά του ρούχα, και αυτό τον διευκόλυνε στις κινήσεις του, γιατί κινούνταν σε απαγορευμένη περιοχή. «Γειά σου συνάδελφε», έλεγε σε φαντάρους που συναντούσε. «Γειά σου και σένα». Στις 6 Μαΐου του 1961, λίγες μέρες πριν απολυθεί, μην αντέχοντας το σύρμα, «κάνει καρδιά, κάνει φτερά» και μέρα μεσημέρι πέρασε με μεγάλη δυσκολία τον παραπόταμο του Στρυμόνα Βίστριτσα (BucTpuya) και μπήκε στη Βουλγαρία. Περπατώντας στο Βουλγάρικο έδαφος, βρέθηκε στο χωριό Kyla (Κούλα) όπου δυο-τρεις γυναίκες που ήξεραν ελληνικά του μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν.
    «Με πήγαν σε στρατιωτικό τμήμα για ανάκριση. Με ρώτησαν από που κατάγομαι, που υπηρετούσα, γιατί έφυγα κλπ.. Έμεινα 11 χρόνια στη Βουλγαρία δουλεύοντας σαν εργάτης σε εργοστάσια πορσελάνης, ζυθοποιίας και σε κονσερβοποιείο. Το φθινόπωρο του 1963 πήγα στη Σόφια και άρχισα σπουδές στο Πολυτεχνείο. Σταμάτησα ύστερα από τέσσερα χρόνια. Είμασταν τέσσερα άτομα στο ίδιο δωμάτιο και δεν μπορούσα να είμαι με συγκάτοικους. Στη Βουλγαρία υπήρχαν 7.000 Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες».
    Στα τέλη του 1971 εγκατέλειψε τη Βουλγαρία και πήγε στην Αυστρία, όταν η Ελλάδα στέναζε κάτω από τη στρατιωτική μπότα του Παπαδόπουλου και Σια, γιαυτό εύκολα του έδωσαν πολιτικό άσυλο. Έμεινε τρία χρόνια και οχτώ μήνες στη Βιέννη εργαζόμενος σε εργοστάσιο πλαστικών, μεταλλουργική βιομηχανία, οπτικά, και σε ελληνικό μανάβικο. Με το διαβατήριο του πολιτικού πρόσφυγα το 1975 ταξίδεψε με τραίνο στη Σουηδία. Στον κεντρικό σταθμό, στο κέντρο της πόλης, άκουσε να μιλάν ελληνικά και ζήτησε πληροφορίες για τον ελληνικό σύλλογο. Γρήγορα βρέθηκε στον Έλληνο - σουηδικό σύλλογο, το χώρο που λειτουργούσε σαν «Ελληνική Πρεσβεία και Ελληνικό Προξενείο» στα χρόνια της Χούντας. Εκεί που πάντα υπήρχε δωρεάν ένα πιάτο φαγητό για πεινασμένους. Στο σύλλογο συνάντησε τον Θεοδόση1, τον Γ.Κ. ο οποίος συνεχίζει να του συμπαραστέκεται, και άλλους.
       Επέλεξε να μείνει στη Σουηδία παρόλο που δεν μπορούσε να πάρει άδεια παραμονής και εργασίας, γιατί του είχε ήδη δοθεί πολιτικό άσυλο στην Αυστρία. Χάρις στην ανιδιοτελή βοήθεια του Κώστα Συνοδινού που του έδωσε δουλειά σε εστιατόριό του, έλυσε το βιοποριστικό του πρόβλημα. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε «νόστιμον ήμαρ (ημέρα της επιστροφής) ή δεν πήγε ποτέ του στην Ελλάδα για διακοπές, δεν μειώνει τη νοσταλγία που νιώθει για όσα έχουν χαθεί, είναι μακριά ή δεν του δίνουν πια τη γεύση που του έδιναν κάποτε. Ζει σε οίκο ευ ηγερίας πρόσχαρος και χαμογελαστός. Διατηρεί τις ηθικές αξίες και τους ηθικούς κανόνες που οδηγούν σε κοινωνική ευημερία, διαπνέεται από ιδανικά και αρχές που αποβλέπουν στο κοινό καλό και την κοινωνική ευημερία. Δεν μιλά για τη δράση του «ληστοτρόφου.» ελάχιστοι, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, γνωρίζουν για τις παιδικές του δραστηριότητες. Παίζοντας με τις λέξεις γράφει στίχους για την Ελευθερία, τη Δημοκρατία κλπ.. Μην έχοντας πατρίδα μες στον χρόνο, νοσταλγεί το χωριό του, τους δικούς του και αναπολώντας τους δρόμους που περπάτησε πιτσιρικάς και το νόστιμο φαγητό της μάνας του γράφει σε ένα του στίχο: «Όταν θα πάω στο χωριό / θέλω να φάω μαγειρειό2».  
    Αν και πέρασαν, κοντά, 60 χρόνια από την ημέρα που έφυγε από την Ικαρία, στο χωριό του δεν ξεχάστηκε. Οι νεότεροι μιλούν για τα παιχνίδια του με τους χωροφύλακες τις προσωπικές του θυσίες, τα ιδανικά του, τις ανθρώπινες αξίες που ενσαρκώνει, και προφέρουν το όνομά του με δέος. Όποιος περάσει από τις Ράχες, και πει στο καφενείο του χωριού ότι έρχεται από τη Στοκχόλμη και γνωρίζει τον συμπατριώτη τους, διαπιστώσει αμέσως ότι ο Αλέκος είναι ένας θρύλος και οι πράξεις του τον περιβάλλουν με μεγάλη αίγλη.


Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Δεκέμβρης 2017.

    1. Ο Θεοδόσης ήταν παλιός αντάρτης. Έγινε αξιωματικός στο Βουλγάρικο στρατό. Όταν εξέφρασε τις πολιτικές του διαφωνίες, ήταν Μαοϊκός, διώχτηκε από τη Βουλγαρία κάτω από περιπετειώδεις συνθήκες, και του δόθηκε πολιτικό άσυλο στη Σουηδία.
    2. Μπριάμ.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.