.  .

Εκτελεσμένοι στο Γουδί

Αμάνικο λευκό πουλόβερ


«Μην ξεχάσετε ποτέ γιατί πέθανα», έγραψε στο τελευταίο του μήνυμα.
   Μετά τους πήγαν στο ανάχωμα.
   Αχνιστοί κόκκινοι λεκέδες ξεπήδησαν από τη ριπή του αποσπάσματος κι έτρεξαν πάνω στο αμάνικο λευκό πουλόβερ του.
   Τα μαλλιά της Σταθούλας, που απλώθηκαν στον αέρα καθώς έπεφτε χτυπημένη πλάι του πριν από εκείνον, του άφησαν ένα φιλικό χαιρετισμό.
   Ύστερα σηκώθηκε άνεμος και σκόρπισε τις σπίθες από τις κάνες των όπλων.    Σαν να μου χώθηκε μια σπίθα στο μάτι. Κράτησα την καυτή παρουσία της στη λακκούβα της δεξιάς παλάμης μου».

«Αμάνικο λευκό πουλόβερ», εκδόσεις 24γράμματα σελ. 39, Ξανθίππη Πατμανίδου-Παπαναστασίου.

   Είναι ένα από κείμενα-διηγήματα στο βιβλίο της Ξανθίππης Πατμανίδου-Παπαναστασίου, με ρίζες από τη γη του Πόντου, η οποία φορτώθηκε το δύσκολο έργο της αναζήτησης των εκτελεσμένων – δολοφονημένων – αγωνιστών από το μεταπολεμικό κράτος, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο 19χρονος αδελφός της.

   Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είναι η πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου που εγκαινίασαν οι ΗΠΑ και θα αιωρούνταν πάνω από την παγκόσμια πολιτική, στρατιωτική και οικονομική σκηνή τα επόμενα χρόνια. Οι Αμερικανοί, με ντόπιους πραιτοριανούς, αποσκοπώντας στην εξαφάνιση κάθε προοδευτικής κίνησης στην Ελλάδα –για να διασφαλίσουν ανενόχλητα την επικυριαρχία τους στα γεωπολιτικά και αμυντικά ζητήματα της Ελλάδας– επεδίωξαν την φυσική, την ψυχική και την ηθική εξόντωση των κομμουνιστών. Δεν είναι γνωστός ο συνολικός αριθμός των εκτελεσμένων με αποφάσεις στρατοδικείων κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας. Από διάφορες μελέτες εικάζεται ότι οι εκτελεσμένοι, σε όλη τη χώρα, ξεπερνούν τις 3500. (Δεν υπολογίζονται οι δολοφονημένοι από τους κυνηγούς κεφαλών, ή όσοι δολοφονήθηκαν από προσωπικές αντιζηλίες κ.α.).
   Ανάμεσα στους εκτελεσμένους ήταν αγόρια αμούστακα και κορίτσια γεμάτα τρυφερότητα που δεν γνώρισαν τον έρωτα. Αγαπούσαν, όλοι, τη ζωή, τη χαρά του ήλιου, τα δένδρα, το κελάρυσμα των ρυακιών. Αγαπούσαν «τη δροσιά της άνοιξης, την πάχνη του χειμώνα, και με τ' αστέρια τ' ουρανού, τα ρόδα του Μαΐου». Αγαπούσαν τους δικούς τους, τους γονιούς τους. άλλοι αγαπούσαν τα παιδιά που είχαν, και, άλλοι αυτά που δεν θα έκαναν. Αγαπούσαν τη φύση, την πλήρη ελευθερία και ισότητα που η φύση διδάσκει. Πως είναι δυνατόν, όμως, να ζήσουν και να χαρούν σκλαβωμένοι τα δώρα της φύσης; Αγαπούσαν τη ζωή. Μα πιο πολύ αγαπούσαν την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Έννοιες που έρχονται απ’ τα βάθη των αιώνων. Για την ελευθερία της πατρίδας οι Μαραθωνομάχοι πότισαν με το αίμα τους τη γη τους. Για την ελευθερία οι Σαλαμινομάχοι έβαψαν με το αίμα τους κόκκινη τη θάλασσα. Οι άδικο-εκτελεσμένοι τον καιρό του Εμφυλίου ζύγισαν όλες τους τις αγάπες στο καντάρι, αλλά η αγάπη για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την προκοπή της πατρίδας ήταν πολύ βαρύτερη.

   Οι εκτελεσμένοι ρίχνονταν σε τάφους που είχαν σκαφτεί από άλλους κατάδικους. Θάβονταν χωρίς να αναγράφονται τα ονόματά τους και χωρίς να επιτραπεί στους συγγενείς τους να δώσουν το στερνό τους χαιρετισμό. Απαγορεύονταν στους συγγενείς των εκτελεσμένων να τους κηδέψουν, να τους αποδώσουν όλες εκείνες τις φροντίδες και τελετές που γίνονται ύστερα από το θάνατο. Ο τελευταίος ασπασμός από τα αγαπημένα τους πρόσωπα δεν δόθηκε, και «Δεν φυτεύτηκαν λουλούδια στους τάφους τους ώστε να αγαλλιάσει η ψυχή του νεκρού και να εξαγνιστεί το έδαφος». Φούσκωσαν τα στήθη τους από τις ευωδιές των λουλουδιών, χάρηκαν τα μάτια τους τις φυσικές ομορφιές πριν ακουστεί ο ξερός κρότος του τουφεκιού, προτού κλονιστούν και σωριαστούν τα άψυχα κορμιά τους στο έδαφος. Οι κρατούντες δεν έδωσαν τους νεκρούς στους οικείους τους, ούτε έγραψαν τα ονόματά τους στους ομαδικούς τάφους, γιατί γνωρίζοντας ότι κάθε ριπή σκότωνε, δολοφονούσε το μέλλον της χώρας ήθελαν να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους.
   Στο εξωτερικό δίνονταν μεγάλη δημοσιότητα σε περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων, και κυρίως γυναικών, –Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα ήταν η δασκάλα Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα–, γι’ αυτό, οι νομοθετικές ρυθμίσεις έβαζαν περιορισμούς στη δημοσιοποίηση φωτογραφιών και περιγραφών από τους τόπους των εκτελέσεων. Δίνονταν ελάχιστες πληροφορίες, στην προσπάθειά τους να περάσουν οι εκτελέσεις στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας. 

   Η Αντιγόνη, στην τραγωδία του Σοφοκλή, στάθηκε πιστή στην ιερότητα των άγραφων νόμων που καθόριζαν τις αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων, και έθαψε τον αδελφό της παρά τους απαγορευτικούς νόμους του Κρέοντα. Οι μακρινοί μας πρόγονοι, πίστευαν ότι ο νεκρός έπρεπε να θαφτεί το γρηγορότερο γιατί διαφορετικά «οι σκιές δεν θα του επιτρέψουν να περάσει το ποτάμι που κυκλώνει το βασίλειο των νεκρών –Το βασίλειο των νεκρών βρίσκεται κάτω από τη γη, γιατί εκεί οι νεκροί είναι θαμμένοι–, αυτό είναι μια μετάθεση στον Ομηρικό κόσμο ιδεών, που ανήκαν στην παλιά πίστη πως ο άθαφτος άνθρωπος δεν μπορεί να βρει γαλήνη. Αν το σώμα του δεν αναπαύεται στη γη, πρέπει να περιπλανιέται αδιάκοπα εδώ κι εκεί σαν χαμένο πνεύμα. Έτσι ο Οδυσσέας, όταν επισκέπτεται τον κάτω Κόσμο, συναντά τον δύστυχο Ελπήνορα πριν από καμιά άλλη σκιά, γιατί δεν έχει ενταφιαστεί ακόμα». Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, M. P. Nilsson σελ.151, εκδόσεις Παπαδήμα.
   «Τα πάθη και η θέληση είχαν πολύ βιαιότητα που συχνά έκανε τους ανθρώπους να περιφρονούν αυτούς τους νόμους, η παραβίαση όμως κρινόταν αυστηρά σαν πράξη αναίδειας και αλαζονείας (ύβρις, ατασθαλίη). Όταν ζητούσαν βοήθεια εναντίων των ισχυρών, οι άνθρωποι απευθύνονταν όχι μόνο στη κρίση των συνανθρώπων τους, στην οποία ο δυνάστης όφειλε να υποταχθεί, αλλά και στους θεούς που επιβάλλουν τον άγραφο νόμο. Η παραβίαση του άγραφου νόμου προκαλεί τη θεία αγανάκτηση (νέμεσις)».

   Ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, M. P. Nilsson σελ.164, εκδόσεις Παπαδήμα.

Μνημείο


   Η Ξανθίππη βίωσε το θάνατο του δυσαναπλήρωτου αδελφού της, και ύστερα από πενήντα χρόνια μετέτρεψε την πίκρα της σε δημιουργικότητα. Ανέβηκε πολλές φορές το Γολγοθά, του εχθρικού απέναντι στους νεκρούς Κράτους –Στρατοδικείο Αθηνών στο Ρουφ, Διεύθυνση ιστορίας στρατού, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Εφετείο Αθηνών, Αρχεία Φυλακών, Γενικό Επιτελείο Στρατού, Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών κ.α.– , προσπαθώντας να «ξεθάψει» από τη λήθη τα ονόματα των νεκρών, να τους «αναστήσει» και να τους προσφέρει ζωντανούς στις επόμενες γενιές. Οι συκοφαντημένοι, σαν προδότες της πατρίδας, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο πολυαγαπημένος της αδελφός, αυτοί που τους αρνήθηκαν τη γαλήνη της γης, που τους στέρησαν από τα δάκρυα των δικών τους, που ατιμωτικά πατάχτηκαν σε λάκκους, αυτοί οι «ακριβοί θησαυροί» της ψυχής της, της έδωσαν ένα συναίσθημα βαθιάς αγαλλίασης, χαράς ανάμικτης με δάκρυα, ένα συναίσθημα τόσο έντονο που ο πόνος της έγινε τραγούδι.
   Οι Έλληνες της μεταπολεμικής/μετεμφυλιακής περιόδου, στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν τις πληγωμένες μνήμες τους, έμαθαν να ζουν με το παρελθόν αυτό. Δεν μπορούσαν να το αλλάξουν, ούτε να το σβήσουν απ’ τη μνήμη τους. Η Ξανθίππη το χειρίστηκε με τέτοιο τρόπο, ώστε προσπάθησε να του δώσει ένα νόημα, να κάνει κάτι θετικό με αφορμή αυτό. Πριν η κλεψύδρα του χρόνου της τελειώσει, τόλμησε να αναμετρηθεί με τις πικρές αναμνήσεις της για τις οποίες όχι μόνο δεν ντρέπεται, αλλά αντίθετα είναι περήφανη γι’ αυτές. Δεν δίστασε ούτε μια στιγμή, μήπως δεν αντέξει να τις ξαναζήσει.

Λίγα μόνο ονόματα εκτελεσθέντων στο Γουδί, που η Ξανθίππη Πατμανίδου-Παπαναστασίου, με πολύ κόπο, μπόρεσε να συγκεντρώσει

   Δεν ήταν εύκολο, πολλά εμπόδια την έφερναν σε συνεχή αναμέτρηση με την ιδεολογία των «νικητών» που προτάθηκε και προωθήθηκε στα μετεμφυλιακά χρόνια όπου επιβλήθηκε η ωραιοποίηση του «εθνικού εαυτού» με μύθους, παραχαράξεις και τη δαιμονοποίηση του πάντα «κακού» για το Έθνος άλλου, όπου η Ξανθίππη δεν «ξεπούλησε τα υπάρχοντά της» και βρίσκεται συνεχώς στην πλευρά του «κακού Έλληνα». Μετά τον Εμφύλιο, η αστική τάξη προκειμένου να αντιμετωπίσει τη διάδοση των ιδεών του σοσιαλισμού, στην προσπάθειά της να ισχυροποιήσει όλες τις στείρες πλευρές της παράδοσης, «το ελληνοχριστιανικό ιδεώδες» γνώρισε νέες «δόξες». Ο τρόπος διδασκαλίας, αλλά και τα αρχαία κείμενα στα σχολεία της γενικής Παιδείας που επιλέγονταν, αποσκοπούσε να προσφέρουν ιδεολογική υπηρεσία σε ορισμένα συμφέροντα του κατεστημένου.

   Ο Κρίτων είχε μεταβληθεί μέσα στις τάξεις το ευαγγέλιο της υποταγής στο κατεστημένο. Η σωκρατική άποψη «προτιμώ να αδικούμε παρά να αδικώ», αντίθετη με τη θέση «προτιμώ ούτε να αδικούμε ούτε να αδικώ» οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι, πρέπει να υπακούμε τυφλά στους νόμους της πατρίδας. Επιλέγηκαν κείμενα του Πλάτωνα που προσφέρονται για χριστιανική κατήχηση, ενώ η Πολιτεία που παρουσιάζει το αρχαίο πνεύμα στην πάλη του και εισηγείται σφαιρική αντίληψη της διακυβέρνησης, δεν διδάσκεται και, φυσικά δεν υπήρχαν κείμενα του Αριστοτέλη, του Δημόκριτου, ή του Επίκουρου. Ο Προμηθέας Δεσμώτης δεν ήταν στις σελίδες των κειμένων της μέσης Παιδείας, γιατί το αριστούργημα αυτό του Αισχύλου έχοντας σαν θέμα την υπηρεσία του επαναστάτη στην ανθρωπότητα, τον αγώνα του ήρωα ενάντια στην αυθεντία, τον αγώνα ενάντια στην άγνοια και σ’ αυτούς που τους συμφέρει η άγνοια, την πάλη ενάντια στην ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν αξίζει τη γνώση και την προκοπή, ήταν έργο πάντα μισητό στους κύκλους του παραεκκλησιαστικού κατεστημένου που έκανε τις επιλογές στο Υπουργείο Παιδείας.

   Η Ξανθίππη, μεγάλωσε ακούγοντας «Ιστορίες, ξεριζωμού, ξεθεμελίωσης, διώξεων για διαφορετικές απόψεις σε θέματα δημοκρατίας, πράξεις αλτρουισμού και αυταπάρνησης μικρών και μεγάλων ανθρώπων που η συμπεριφορά τους […] σε εμπόλεμη περίοδο, τους έκαναν να φαίνονται υπεράνθρωποι».
   «Το γεγονός της εξαφάνισης του σώματος του αδελφού μου μετά την εκτέλεση, αφού δεν μας τον παρέδωσαν για να του κάνουμε μια κανονική ταφή, και ιδιαιτέρως ότι δεν θέλησαν να βάλουν στο λάκκο της ταφής του το όνομα του που δήλωνε την μέχρι τότε ύπαρξή του, με απασχολούσε χρόνια. Ένιωθα ότι έγινε, εκ μέρους της Πολιτείας μεγάλη προσβολή» […] δεν ήταν μόνο ο αδελφός μου. Έτσι έγινε επιτακτική η ανάγκη να βρεθούν όλοι και να γραφτούν τα ονόματά τους εκεί που άφησαν την τελευταία τους, πριν την ανατολή του ηλίου, πνοή».
   Η θέση που χρησιμοποιήθηκε για τις κατά καιρούς (από προπολεμικά) εκτελέσεις, ήταν ένα ξέφωτο άδενδρο, λίγα μέτρα έξω από τον πετρόχτιστο τοίχο του Σανατορίου «η Σωτηρία», στην τοποθεσία «Γουδί», έξω από τον ιστό του κέντρου της πόλης της Αθήνας την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Σε ένα σκάμμα, που είχε γίνει από ανθρώπους που έπαιρναν κοκκινόχωμα για να «κόβουν πλίθρες» για να χτίζουν σπίτια, γίνονταν οι εκτελέσεις ανδρών και γυναικών από το 1941 έως το 1952 από στρατεύματα κατοχής και στη συνέχεια από το επίσημο κράτος των συνεργατών των κατακτητών που υποσχέθηκαν την τιμωρία όλων όσοι έδρασαν στη διάρκεια της εθνικής αντίστασης.

   Στο Γουδί, εκεί που εκτελέστηκαν δεκάδες αγωνιστές, ήθελε η Ξανθίππη να τους «αναστήσει», να στήσει ένα μνημείο με τα ονόματά τους, και να το παραδώσει κτήμα στις επόμενες γενιές. Ήθελε να ξαναγράψει, ή να συμπληρώσει ένα μέρος της Ιστορίας από την τραγική για την Ελλάδα περίοδο του Εμφυλίου. Γιατί, «Ιστορία που διδάσκει μόνο μία λύση είναι επικίνδυνη».

Μνημείο εκτελεσθέντων στο Γουδί, πίσω από το νοσοκομείο Σωτηρία. Φωτο από το βιβλίο Αμάνικο λευκό πουλόβερ

   Στο Ληξιαρχείο, διάβασε και φυλλομέτρησε με μεγάλη προσοχή, 174 τόμους, όπου ήταν καταγεγραμμένοι άνθρωποι που πέθαναν, μικροί και μεγάλοι, όσοι και όποτε δηλώθηκαν, με διαφορετικό αιτιολογικό θανάτου. Κρατικοί λειτουργοί, όμως, αντιδρούσαν, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εμποδίσουν ένα μνημείο στο χώρο που οι εκτελεσμένοι άφησαν την τελευταία τους πνοή.
   Στρατηγός του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ήταν αρνητικός σε τέτοια έρευνα. «Αγόρασε ένα χώρο, πάρε μια άδεια και στήσε το άγαλμα του αδελφού σου για να τελειώνεις με αυτή την ιστορία», είπε ο στρατηγός υποδεικνύοντας πως θα πραγματοποιούσε την επιθυμία της με τρόπο ακίνδυνο για όλους. «Δεν είναι θέμα προσωπικό», είπα. «Πρέπει να είναι όλοι μαζί. Θα ψάξω μέχρι να τους βρω».
   «Λυπάμαι, δεν έχουμε τίποτα σχετικό», είναι η απάντηση που πήρε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ).

   Στην προσπάθειά της να της επιτραπεί η πρόσβαση στα αρχεία των φυλακών της χώρας που βρήκαν καταφύγιο στα υπόγεια των φυλακών Κορυδαλλού, για να διασταυρώσει πληροφορίες που άντλησε από διάφορες πηγές και ήταν ελλιπείς πήρε μια απάντηση κεραυνό από τον Υπουργό Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελο Γιαννόπουλο: «Δεν πεινάνε, δεν διψάνε, ασ’ τους εκεί που κάθονται…». Τι κι αν είχε αναγνωριστεί η Εθνική Αντίσταση; Ο Γιαννόπουλος, προφανώς, ήθελε η ιστορία να παραμένει γραμμένη προβάλλοντας… τα κονσερβοκούτια. Η άδεια πρόσβασης δόθηκε από τον επόμενο Υπουργό Δικαιοσύνης τον Μ. Σταθόπουλο.

Ληξιαρχική πράξη θανάτου των: Ηλία Αργυριάδη, Νίκου Μπελογιάννη, Νίκου Καλούμενου, και Δημήτρη Μπάτση

   «[…]έκανα τον κατάλογο εκτελεσμένων επί εμφυλίου γιατί οι κατάλογοι των εκτελεσμένων επί κατοχής δεν βασίζονται σε έγγραφα Αρχών, μιας και οι κατακτητές δεν άφηναν αρχεία, αλλά σε διάφορες πηγές μαρτυριών […]. Το κράτος δεν είχε καμία διάθεση να τηρήσει την τάξη που αρμόζει σε δημόσιο, αλλά αντιθέτως είχε ουσιαστικά διαγράψει την ύπαρξη αυτής της μερίδας των πολιτών κι ας είχαν δώσει τη ζωή τους πιστεύοντας σε ιδανικά, αντίθετα από αυτά της εξουσίας».

   Αποτέλεσμα αυτής της αξιέπαινης, χρονοβόρας και κοπιαστικής ασχολίας είναι το μνημείο που έστησε στο «Γουδί» με τα 370 ονόματα εκτελεσμένων που «ξέθαψε», «ανέστησε» από διάφορα αρχεία, και προσωπικές μαρτυρίες. 370 εκτελεσμένοι βρήκαν γαλήνη. Όμως, μερικές χιλιάδες εκτελεσμένοι «δεν πέρασαν το ποτάμι που κυκλώνει το βασίλειο των νεκρών» και, σύμφωνα με τους αρχαίους, περιπλανιόνται και βασανίζονται αδιάκοπα. Όλες οι μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, αρνούμενες ένα κοινό κενοτάφιο, παράβηκαν τον άγραφο νόμο, και προκαλούν την «θεία αγανάκτηση». Είναι καιρός, κάποιος περιφερειάρχης, δήμαρχος, ή υπουργός, ακολουθώντας τους ηθικούς νόμους και τα πάτρια ήθη των αρχαίων Ελλήνων να υπερβεί το πιστεύω των Κυρανάκηδων, «Κομμουνιστές από τη μια κι Έλληνες από την άλλη», πιστεύω που έρχεται από πολύ μακριά: από τους ταγματασφαλίτες μέχρι το μετεμφυλιακό κράτος, από τους βασανιστές στα ξερονήσια και τις φυλακές. Η πλαστογραφημένη, και παραποιημένη Ιστορία πρέπει να ξαναγραφεί όχι με αποσιωπήσεις και να στηθεί στο Γουδί το μνημείο του άγνωστου εκτελεσμένου, ώστε να βρουν ανάπαυση οι εκτελεσμένοι. Μπορεί να μην γελάσει το χείλι του κάθε πικραμένου, θα μάθουν, όμως, οι διαβάτες ότι ο αγώνας τους για δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη τους έστησε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Θα μάθουν οι νεότεροι ότι εκτελέστηκαν τραγουδώντας εμψυχωμένοι με τα ιδανικά της φυλής, και ενστερνισμένοι τους στίχους του Κάλβου: 
   « Όσοι το χάλκεον χέρι / βαρύ του φόβου αισθάνονται, / ζυγόν δουλείας, ας έχωσι· / θέλει αρετήν και τόλμην / η ελευθερία».

 

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Ιούλης 2019

 <  προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.