Η ανθρώπινη φύση δεν έχει καλύτερο οδηγό από τη γνώση του παρελθόντος. Οι ιστορικοί δέχονται ότι, «η μελέτη της ιστορίας είναι ταυτόχρονα και εκπαίδευση με την πραγματική της έννοια». Η ιστορία είναι χρήσιμη, επειδή δίνει σε αυτούς οι οποίοι κατανοούν τα γεγονότα του παρελθόντος τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν καλύτερα αυτά «που θα συμβούν στο μέλλον». Ταυτόχρονα, έχει χαρακτηριστεί σαν «η μεγαλύτερη πόρνη» γιατί ενώ μπορούμε να προβλέψουμε τι θα συμβεί δεν κάνουμε τίποτα για να το σταματήσουμε.

Εξόριστοι στην Αλόννησο

   Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία που αναφέρονται στον εμφύλιο πόλεμο. Το βιβλίο «Εξόριστοι στην Αλόννησο», είναι το πρώτο που καταπιάνεται με την Αλόννησο σαν τόπο εξορίας κομμουνιστών και λοιπών ανεπιθύμητων για το πολιτικό καθεστώς στα μεταπολεμικά χρόνια. Συγκεντρώνει πρωτογενές αρχειακό υλικό και μαρτυρίες επιζώντων για τα ταραγμένα εκείνα χρόνια: «για έναν τόπο εξορίας που έγινε φάρος πολιτισμού, για ηρωικά νιάτα που θυσίασαν τα πάντα για τα ιδανικά τους». Στις σελίδες του θα συναντήσουμε ανθρώπους οι οποίοι θυσίασαν προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα για υψηλoύς σκοπούς. Θα ανταμώσουμε επιστήμονες, αγρότες, εγγράμματους, και αγράμματους που δεν θεωρούνται άχρηστοι (απράγμονες) αλλά πολίτες.

Αποσπάσματα από το βιβλίο.

 

ΕΞΟΡΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΟΝΝΗΣΟ

Στη μνήμη των εξόριστων που πέρασαν και μαρτύρησαν στην Αλόννησο στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

   […]. Στο βιβλίο αυτό γίνεται μια προσπάθεια να διασωθούν γεγονότα τα οποία συνέβησαν την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στην Αλόννησο, συμβάντα που δεν χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου και αποτελούν έναν μεγάλο ιστορικό σταθμό για το νησί. Να καταγραφούν περιστατικά που διαδραματίστηκαν στα λίγα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα. Να διασωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησαν οι αγωνιστές που μαρτύρησαν στο νησί, άνθρωποι οι οποίοι όχι  μόνο δεν πρέπει να ξεχαστούν από τις επόμενες γενιές, αλλά ο απέραντος  Πατριωτισμός τους, η προοδευτικότητά τους, και η πίστη τους σε υψηλά ιδανικά θα  έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία του νησιού και να αποτελούν πρότυπο στις επερχόμενες γενιές. Να γνωρίζει η νεολαία τι, και γιατί συνέβη στο νησί τους.  Να ξέρουν γιατί οι παππούδες τους –εκτός απ’ τους ελάχιστους Εφιάλτες–  στεφανώνονται με «Ένα κλαδί ελιάς». Δεν πρέπει να ξεχνάμε, «Γιατί η λήθη του  κακού είναι άδεια για την επανάληψή του». […]

 

Η ομάδα, εξόριστων, του 2ου θαλάμου. Συμβιώνουν όλες οι ηλικίες. Ένα δίχρονο κοριτσάκι με τον πατέρα του, έφηβοι, και μεσήλικες. Αρχείο Ν. Μπακόπουλου

  Το χωριό (η παλιά Αλόννησος)
    Στην πλαγιά του λόφου  –σε υψόμετρο 160 μέτρων είναι κτισμένη η πρώτη σειρά σπιτιών και στα 220 μέτρα (στο Κάστρο του χωριού) η τελευταία. Τα μικρά πέτρινα σπιτάκια, διώροφα και ασβεστωμένα, που χτίστηκαν πριν από πολλά χρόνια προβάλλουν ομοιόμορφα. Στις στέγες τους κυριαρχεί ο σχιστόλιθος. Στο χωριό της Αλοννήσου, «παντρεύτηκε η φαντασία με τη λογική: η τέχνη να τοποθετούνε την κάθε πέτρα στη σωστή θέση της μέσα στο φως, να μην δολοφονούνε το τοπίο, να προεκτείνουν την αταξία της θάλασσας σ᾿ αυτήν τη φαινομενική αταξία των άσπρων σπιτιών, σαν να ’ταν πετρωμένα κύματα». […]                 
    Συνεχίζοντας την ανάβασή τους οι βασανισμένοι και ταλαιπωρημένοι ταξιδιώτες –ο γέρος με τη μαγκούρα, η μάνα με το παιδί στην αγκαλιά, ο νεολαίος– περνάνε μέσα από στενά λιθόστρωτα καλντερίμια. Από παντού αντικρίζουν τη θάλασσα. Κι αν αυτή χαθεί κάποια στιγμή, αρκεί να κάνουν λίγα μόνο βήματα, να ανηφορήσουν ή να πάρουν το διπλανό σοκάκι και η θάλασσα θα ξαναφανεί. Τα μάτια τους θα βοσκάνε ξανά προς την Εύβοια, τη Σκύρο, και τον Άι-Στράτη. […]
   Οι νεοφερμένοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, διαπίστωσαν αμέσως πως ο Ξένιος Δίας κατοικούσε στις κορφές του νησιού και περπατούσε στα στενά σοκάκια του χωριού. Αναθέματα ενάντια στους κακούργους που απομάκρυναν τους ανθρώπους από τα σπίτια τους, γιατί θέλησαν να φτιάξουν το Ρωμαίικο, ακούγονταν από τις μαυροφορεμένες γιαγιές όταν τους έβλεπαν να ανηφορίζουν σκυφτά, αργά - αργά. Οι περισσότεροι κάτοικοι, ποτισμένοι με ανθρώπινη συμπόνοια τους καλωσόρισαν καλόκαρδα. Η συμπαράσταση, το ανθρώπινο ενδιαφέρον και το φιλότιμο του Ρωμιού που συνάντησαν, ήταν γι᾿ αυτούς βάλσαμο. Φτωχοί άνθρωποι οι ντόπιοι, περήφανοι, φιλόσοφοι μέσα στην απλοϊκότητά τους μοιράστηκαν μαζί τους χαρές, λύπες, και το λιγοστό ψωμί τους. Οι νεοφερμένοι συζητώντας με τους απλούς ανθρώπους ένιωθαν τα πνεμόνια τους να γεμίζουν από τον καθάριο αέρα της λαϊκής ντομπροσύνης και της αλληλεγγύης.                  
    Η πείνα, η γύμνια, οι κακουχίες της φύσης –φυσικοί σύμμαχοι των τυράννων– δεν έφθασαν να λυγίσουν τους εξόριστους. Η διαγωγή τους, η πειθαρχία και η εργατικότητά τους καταχτήσανε τις καρδιές του ντόπιου πληθυσμού. Έζησαν αδελφωμένα με τους ντόπιους την περίοδο της εξορίας τους, και δημιούργησαν με πολλούς απ’ αυτούς μακροχρόνιες φιλίες. […]

Τσοπανόπουλο στην Αλόννησο

Τσοπανόπουλο στην Αλόννησο. Σκίτσο του εξόριστου Ν. Μπακόπουλου.

Φτάνοντας στα νησιά
    Τα πρώτα καραβάνια από εξόριστους που φθάνανε στα νησιά υποφέρανε αφάνταστα. Πολλοί μείναν μερόνυχτα στο ύπαιθρο και κινδύνεψαν να πεθάνουν από πείνα. Ένα συγκλονιστικό γράμμα που έστειλαν στην Εθνική Αλληλεγγύη το 1946 οι πρώτες γυναίκες εξόριστες από τη γειτονική Σκιάθο, φέρνουν στη μνήμη μας το δράμα κάθε κυνηγημένου και διωγμένου απ’ την εστία του.
    «Μας έβγαλαν στη Σκιάθο», διηγείται μια 70χρονη γυναίκα. «Δεν είχαμε λεφτά να πιάσουμε σπίτι. Ούτε ξέραμε να γράψουμε. Είμαστε εννιά γυναίκες, οι δυό έγκυες και, ένας γέρος 70 χρονών. Ύστερα από τις διαμαρτυρίες μας, μας μπάσανε στον αστυνομικό σταθμό. Μετά από 15 μέρες μας νοίκιασαν ένα σπιτάκι. Ώσπου φύγαμε δε μας δώσανε (το Κράτος Π.Κ.) ούτε μια δραχμή, ούτε ένα πιάτο φαγί. Οι νέες δουλέψανε παρακαλετά στα σπίτια για να ζήσουν. Εμείς ζητιανεύαμε. Κι είμαστε νοικοκυρές στο χωριό… Μια από τις δυό έγκυες γέννησε. Γέννα κακή. Η μαμή φοβήθηκε. Φώναξε το γιατρό μα δε θέλησε να ’ρθει…». («Στα νησιά της Ελλάδας». Εθνική Αλληλεγγύη).           
    Οι γραπτές μαρτυρίες για τη ζωή των εξόριστων στην Αλόννησο οι οποίες μας είναι γνωστές μόνο από την αλληλογραφία του Μιχάλη Μυριαγκού, δεν αρκούν για να μας δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο της εξορίας τους. Είναι όμως μια γεύση για όσους θέλουν να θρέψουν την ιστορική τους μνήμη. Διηγήσεις ντόπιων, από παιδιά και δυο γυναίκες εξόριστων μας βοηθούν να σκιαγραφήσουμε τόσο τη συμπεριφορά των ντόπιων απέναντί τους όσο και τον τρόπο που οι ίδιοι αντιμετώπισαν την εξορία τους. […].

   Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Αύγουστος 2017.

   Σημείωση: το βιβλίο διατίθεται από τις εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Σταδίου 5 Αθήνα, τηλ 210-3231 525.  Επίσης, μπορείς να το παραγγείλεις στην ιστοσελίδα www.sizacharopoulos.gr

<προηγούμενο | >

 

 

 

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.