.

Οι πρώτοι Έλληνες στην Αυστραλία


Ένας ομογενής ιστορικός ανατρέπει την ιστορία που ξέρουμε για το πώς έφθασαν στην Αυστραλία ως κατάδικοι οι πρώτοι Έλληνες.


  Πάνε πάνω από 30 χρόνια όταν ο ιστορικός Μιχάλης Τσούνης, έγραψε ένα άρθρο για τον «Νέο Κόσμο», όπου ανέτρεπε τα όσα ξέραμε έως τότε για την παρουσία των πρώτων Ελλήνων της Αυστραλίας.
   Ουσιαστικά αυτό που υποστήριζε ο κ. Τσούνης, ήταν ότι οι πρώτοι Έλληνες που έφθασαν εδώ δεν ήταν πειρατές, αλλά Υδραίοι ναυτικοί που αγωνίζονταν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Οθωμανούς.
  Το κείμενο του κ. Τσούνη παρουσιάζει ξέχωρο ενδιαφέρον και ελπίζουμε να βρεθούν ιστορικοί που να ασχοληθούν σε βάθος με αυτό το πολύ σημαντικό κεφάλαιο του ελληνισμού της Αυστραλίας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ

   «Μέχρι πολύ πρόσφατα, δεν είχαμε πολλά ιστορικά στοιχεία για τους πρώτους Έλληνες της Αυστραλίας. Το μόνο που γνωρίζαμε ήταν η παρατήρηση στο ημερολόγιο του εξερευνητή Thomas Mitchell ότι μέσα στα αμπέλια του μεγαλοκτηματία MacArthur στο Camden, κοντά στο Σίδνεϊ είδε το 1831: «Έλληνες πειρατές να καλλιεργούν κλήματα πάνω σε πλέγματα που μόλις είχαν στυλωθεί σύμφωνα με το σύστημα στην πατρίδα τους». Δύο άλλες πηγές — η Australian Encyclopaedia και ο James Bushby— επίσης κάνουν μνεία για Έλληνες στα αμπέλια του MacArthur κατά τη δεκαετία του 1830. Έχουμε και μερικούς μύθους γύρω από τους πρώτους Έλληνες στους Αντίποδες. Ένας μύθος έλεγε ότι στο Σίδνεϊ το 1818 υπήρχαν πολλοί Έλληνες κατάδικοι —convicts— οι οποίοι μαζί με άλλους κατάδικους αποτελούσαν σοβαρό κίνδυνο για τα μικρά παιδιά κατά τις νυχτερινές ώρες. Ένας άλλος μύθος πλάστηκε —με αρκετή «ελληνική» φαντασία— γύρω από κάποιον Δαμιανό Γκίκα, ο οποίος, έπειτα από πολλές περιπέτειες στην Μπαρμπαριά και πέντε χρόνια κατάδικος στην Αυστραλία, γύρισε στην πατρίδα του σαν καλός Οδυσσέας, κουβαλώντας μαζί του και 106 χρυσές λίρες.

    Αφήνοντας κατά μέρος αυτούς τους μύθους, τα στοιχεία που διατύπωσαν ο Mitchell και άλλοι δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα. Πρόκειται για ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία του ελληνισμού το οποίο δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί πλήρως. Αυτό που ιδιαίτερα χρειάζεται να ξεκαθαριστεί είναι το ζήτημα κατά πόσο οι πρώτοι Έλληνες της Αυστραλίας ήταν πράγματι πειρατές και πώς βρεθήκανε κατάδικοι στην Αυστραλία.


  Με το θέμα αυτό καταπιάστηκε λεπτομερώς ο Hugh Gilchrist, ο οποίος και δημοσίευσε το πόρισμα της μελέτης του στο Canberra Historical Journal, Μάρτη 1977. Στη μελέτη του ο Gilchrist είχε την ευκαιρία να αναλύσει αρκετά επίσημα στοιχεία, μαζί και τα ντοκουμέντα του βρετανικού δικαστηρίου στη Μάλτα όπου δικάστηκαν οι Έλληνες για πειρατεία πριν σταλθούν στην Αυστραλία. Τα ονόματα των «πειρατών» είναι: Αντώνης Μανόλης, Γεώργιος Λαρίτσος, Δαμιανός Νίκης, Κωνσταντίνος Στρομπόλης, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Βασιλάκης και Νικόλαος Παπανδρέου.

   Aς δούμε, πρώτα-πρώτα, τι ακριβώς γράφει ο Gilchrist. «Στις 29 Ιουλίου, 1827, έξω από τη Λιβύη, ένα ελληνικό πλοίο, το «Ηρακλής», επανδρωμένο από εννέα νέους Έλληνες από την Ύδρα, σταμάτησαν το βρετανικό πλοίο «Άλκηστη» που ταξίδευε από τη Μάλτα για την Αλεξάνδρεια και κλέψανε μέρος του φορτίου και τα έγραφα του πλοίου, αλλά το άφησαν να συνεχίσει. Λίγο αργότερα το αντιπειρατικό πλοίο «Gannet» του Βασιλικού Ναυτικού ανέκοψε το «Ηρακλής» κοντά στην Κρήτη, συνέλαβε το πλήρωμα ως υπόπτους και τους μετέφερε στη Μάλτα όπου πέντε μήνες αργότερα κατηγορήθηκαν για πειρατεία. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο ναύαρχος Codrington και οι ένορκοι, τρεις Μαλτέζοι, τρεις Εγγλέζοι, τέσσερις Σικελιανοί, ένας Γάλλος και ένας Ισπανός. Έπειτα από μια μακρόχρονη και παράξενη δίκη, στη διάρκεια της οποίας οι ένορκοι κλειστήκανε για 88 συνεχείς ώρες και παραπονέθηκαν ότι πεθαίναν της πείνας, εφτά απ’ τους εννέα Έλληνες βρέθηκαν ένοχοι … και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μερικούς μήνες αργότερα, συνεχίζει ο Gilchrist, οι Βρετανικές αρχές διέταξαν να εξοριστούν οι κατάδικοι στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας — οι τρεις σε ισόβια εξορία και οι τέσσερις σε δεκατέσσερα χρόνια. Τελικά, οι εφτά κατάδικοι νέοι από την Ύδρα —όλοι ήταν μεταξύ 20-27 χρονών, ανύπαντροι και χωρίς προηγούμενο βεβαρυμμένο μητρώο, φτάσανε αλυσοδεμένοι στο Σίδνεϊ στις 28 Αυγούστου 1829 για να μοιραστούν σε διάφορους εργοδότες.

    Δυο διατάχτηκαν να δουλεύουν για τον MacArthur. Το κύριο συμπέρασμα που επιχειρεί να βγάλει ο Gilchrist ότι δηλαδή οι εφτά Έλληνες νέοι ήταν πειρατές και αισχροί εγκληματίες και, άρα, καλά τους κάνανε που τους στείλανε στο σκλαβοπάζαρο της Αυστραλίας, δεν στέκει σε μια σοβαρή ανάλυση όχι μόνο των στοιχείων και γεγονότων που αποσιωπούνται, αλλά και των στοιχείων που παρουσιάζονται από τον ίδιο τον Gilchrist. Αξίζει τον κόπο και χώρο, νομίζω, να γίνει μια κάποια ανάλυση στο ιστορικό αυτό γεγονός, επειδή δείχνει πόσο εύκολο είναι να δημιουργούνται και να διαιωνίζονται ιστορικές διαστρεβλώσεις και μύθοι. Λόγου χάρη, το συμπέρασμα του Gilchrist έχει ήδη επαναληφθεί τρεις φορές από Έλληνες δημοσιογράφους.

   Το κεντρικό στοιχείο που παρουσιάζεται από τον Gilchrist, και τον δημόσιο κατήγορο στο δικαστήριο της Μάλτας, να στηριχθεί η θέση ότι πρόκειται για πειρατές και κοινούς εγκληματίες, είναι ότι οι Έλληνες δεν κλέψανε από το «Άλκηστη» πολεμικό υλικό αλλά το εμπόρευμα, κι αυτό για προσωπική χρήση. Το νομικίστικο αυτό επιχείρημα πάει, αναμφίβολα, να καλύψει ένα σωρό άλλα ζητήματα που προέκυψαν στη δίκη, όπως και στον ευρύτερο χώρο, και τα οποία είναι εις βάρος των βρετανικών αρχών και της βρετανικής πολιτικής όχι μόνο σχετικά με την επαναστατημένη τότε Ελλάδα αλλά και με την Αυστραλία. Από τα ντοκουμέντα του δικαστηρίου στη Μάλτα, πολλά από τα οποία δεν αναφέρονται στο άρθρο του Gilchrist, είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες δεν κλέψανε μόνο πράγματα για «προσωπική χρήση». Κλέψανε και πανιά —sails, σκοινιά —cordage, ναυτικά εργαλεία nautical instruments, και χάρτες—Charts. Αν αυτά τα αντικείμενα ήταν εμπόρευμα για προσωπική χρήση καταναλωτών και όχι εφόδια για την τουρκική πολεμική μηχανή που τροφοδοτούσαν οι έμποροι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, τότε αλλάζουν οι έννοιες των λέξεων.

    Πολύ σωστά αλλά μάταια ισχυρίζονταν οι κατηγορούμενοι, μέσω του Μαλτέζου δικηγόρου υπερασπίσεως, ότι είχαν κάθε δικαίωμα, στα πλαίσια εκείνου που λέγεται διεθνές δίκαιο, να «κλέψουν από ένα πλοίο που προφανώς τροφοδοτούσε τον εθνικό εχθρό. Γι ‘ αυτό και το «Ηρακλής», σύμφωνα με τα ντοκουμέντα, έκανε την επίθεση στο «Άλκηστη» με υψωμένη την ελληνική σημαία, άσχετα από την άθλια κατάσταση που βρισκόταν η ελληνική κυβέρνηση την εποχή εκείνη — κάτι που μεταχειρίστηκε ο βρετανός κατήγορος στη δίκη για να δείξει ότι δεν υπήρχε ελληνικό κράτος…

    Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να μπούμε λίγο στον ευρύτερο χώρο μέσα στον οποίο κινήθηκαν οι διάδικοι στη Μάλτα. Εκτός από την αμφίβολη εγκυρότητα ενός βρετανικού δικαστηρίου στη Μάλτα το 1827-8, ολόκληρη η βρετανική πολίτικη ήταν την εποχή αυτή ενάντια στο αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος και, άρα, παράνομη. Όχι μόνο επιδίωκε να περιορίσει το ελληνικό κράτος στην Πελοπόννησο αλλά προσπαθούσε πάση θυσία να το κάνει προτεκτοράτο όπως είχε και τα Εφτάνησα. Αυτό που ματαίωσε τη βρετανική «πολιτική» ήταν οι ηρωικοί αγώνες του ελληνικού λαού για λεφτεριά και η ήττα της Τουρκίας στο Ρωσο-τουρκικό πόλεμο το 1828, έτσι εξαναγκάζοντας την υπογραφή της Συνθήκης της Ανδριανούπολης που αναγνώρισε πλέον την αυτονομία της Ελλάδας το 1829.


    Στον εθνικό μας τότε αγώνα πρέπει να σημειώσουμε έναν άλλο σημαντικό παράγοντα που έχει σχέση με το θέμα μας, δηλαδή για τους Έλληνες πειρατές. Είναι το γεγονός ότι σ’ όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, το 1821-29, δεν υπήρχε σημαντική Ελληνική πολεμική ναυτιλία. Οι ναυμαχίες κυρίως γινότανε, όπως τουλάχιστο δείχνει στα έργα του ο ιστορικός Δημ. Φωτιάδης, ιδίως στο βιβλίο του «Κανάρης», από ιδιόκτητα πλοία, η συντήρηση των οποίων ήταν η λεία. Χωρίς αυτή τη λεία —το πλιάτσικο— από τον εχθρό δεν μπορούσε να γίνει απελευθερωτικός αγώνας ούτε να επιβιώσουν οι πατριώτες «πειρατές» και «κλέφτες». Ένα από τα πιο δυσάρεστα μάλιστα φαινόμενα που βλέπουμε στην επανάσταση του 21, ήταν τα βρετανικά πλοία να τροφοδοτούν τον εχθρό τελείως ανενόχλητα όπως λ.χ. τα 26 βρετανικά πλοία που ήταν μέρος της αρμάδας του Ιμπραχίμ Πασά που ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια για την Πελοπόννησο το 1824.

    Το τελικό μας επιχείρημα για το συμπέρασμα αυτό είναι το γεγονός ότι και οι εφτά κατάδικοι Υδραίοι αθωώθηκαν το 1836 — έπειτα από σχετικά διαβήματα της ελληνικής κυβέρνησης. Πέντε επαναπατρίστηκαν τον ίδιο χρόνο και οι άλλοι δυο ο Μανόλης και ο Βούλγαρης – προτίμησαν να παραμείνουν στην Αυστραλία.
   Ένα άλλο συμπέρασμα που βγαίνει από την ιστορία των εφτά Υδραίων είναι τα αθέμιτα —για να μην πούμε εγκληματικά— μέτρα που χρησιμοποιούσε το βρετανικό καθεστώς για να εφοδιάζει τους εργοδότες του στην Αυστραλία Convicts – εργάτες. Εκτός από τους εφτά Υδραίους, όχι λιγότεροι από 160.000 Convicts είχαν μεταφερθεί από τη Μεγάλη Βρετανία στην Αυστραλία στην περίοδο 1788 — 1850. Οι περισσότεροι κατάδικοι ήταν οι ξεριζωμένοι από τους Εγγλέζους τσιφλικάδες, ιδίως Ιρλανδέζοι, οι οποίοι αναγκάζονταν να κλέψουν ένα κομμάτι ψωμί για να ζήσουν και για το οποίο ”έγκλημα» καταδικάζονταν στα εξαναγκαστικά έργα της Αυστραλίας.

 

Πηγή: Αναδημοσίευση από τον ”Νέο Κόσμο

 <  προηγούμενο | επόμενο >

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας.